Τα ελληνορωμαϊκά θεμέλια της Ευρώπης

«Προσωπογραφία του Paquio Proculo και της συζύγου του», Πομπηία, Casa di Terentius Neo, Εθνικό Μουσείο Νεάπολης
«Προσωπογραφία του Paquio Proculo και της συζύγου του», Πομπηία, Casa di Terentius Neo, Εθνικό Μουσείο Νεάπολης

Πολ Βεν, «Η Ελληνορωμαϊκή Αυτοκρατορία», Μτφ. Ειρήνη Μητούση, εκδ. Εστία 2013


Ενώ η συζήτηση για την πολιτική και αμυντική ενοποίηση της Ευρώπης επαναποκτά κατεπείγοντα χαρακτήρα, εν μέσω της τραμπικής λαίλαπας, του πολέμου στη Μέση Ανατολή, της πυρηνικής [και πουτινικής] απειλής και της εν γένει ανατροπής της διεθνούς τάξης πραγμάτων, έσκυψα ξανά στην κλασική μελέτη του σπουδαίου Γάλλου ιστορικού Πολ Βεν (1930- 2022) γι’ αυτό που ο ίδιος ονομάζει «Ελληνορωμαϊκή Αυτοκρατορία». Επρόκειτο για μια λυτρωτική επενεπίσκεψη στις ρίζες του ευρωπαϊκού πολιτισμού, όπου ο πρώην καθηγητής του College de France μας δίνει ένα συναρπαστικό αφήγημα για την συγκρότηση του Ιμπέριουμ εν μέσω της διατήρησης της «εθνικότητας» και των ποικίλων τοπικοτήτων.
Το κεντρικό ζήτημα που θέτει το συγκεκριμένο έργο είναι το εάν και κατά πόσον, πέραν του γενικά αποδεκτού όρου «Ελληνορωμαϊκός Πολιτισμός», μπορούμε να μιλάμε και για «Ελληνορωμαϊκή Αυτοκρατορία». Η απάντησή του είναι προγραμματικά θετική, κάτι που έχει ιδιαίτερη σημασία για το ξετύλιγμα της αφήγησης. Συνήθως μνημονεύουμε τον γνωστή ρήση του Οράτιου σε ποικίλες της παραλλαγές: Η κατακτημένη Ελλάδα κατέκτησε με τη σειρά της τον απολίτιστο νικητή και έφερε τις τέχνες και την πολιτική φιλοσοφία στους αγροίκους Λατίνους. Με άλλα λόγια, ισχυριζόμαστε ότι οι Ρωμαίοι ήταν ένας λαός που υιοθέτησε τον πολιτισμό ενός άλλου. Ο Βεν πάει όμως μακρύτερα. Υπερβαίνει τις πολιτισμικές επιρροές και επιχειρηματολογεί υπέρ της γένεσης ενός Ιμπέριουμ με μεικτά χαρακτηριστικά ή για να το πούμε με σύγχρονους όρους, υπέρ της σύντηξης των δύο πολιτισμών αλλά και των δεκάδων εθνικών ταυτοτήτων που συγκροτούσαν την Αυτοκρατορία από τον Ρήνο ως τις παρυφές της Σαχάρας κι από τη Ιβηρική Χερσόνησο ως τις ερήμους της Περσίας, και που δικαιούται με πολιτικούς όρους να ονομασθεί ελληνορωμαϊκό.
Σε μια έκταση πέντε και βάλε εκατομμυρίων τετραγωνικών χιλιομέτρων [κάτι αντίστοιχο με σαράντα σημερινές Ελλάδες], έχουμε δύο κυρίαρχες κοινές γλώσσες: τη λατινική στο δυτικό ήμισυ και την ελληνική στο ανατολικό. Ωστόσο το όντως ενδιαφέρον είναι ότι ο υλικός και πνευματικός πολιτισμός της Ρώμης είναι αποτέλεσμα μιας διαδικασίας αφομοίωσης του ελληνικού, που είχε ξεκινήσει πολύ νωρίτερα από την ρωμαϊκή κατάκτηση. Ας θυμηθούμε λ.χ. τις ελληνικές αποικίες στην Σικελία, την Κάτω Ιταλία και τη Γαλατία ήδη από τον 7ο π. Χ. αιώνα, αλλά και το εμπόριο και τις πάσης φύσεως ανταλλαγές σε όλη την μεσογειακή λεκάνη ήδη από την εποχή των Φοινίκων κι ακόμη παλαιότερα. Το ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι ότι οι Ρωμαίοι, έχοντας αφομοιώσει ταχύτατα τις παραμέτρους αυτού του πολιτισμού, ―από στοιχεία σχετιζόμενα με τη θρησκευτική λατρεία, ως τις τέχνες και τις ποικίλες εκφάνσεις της καθημερινότητας― τα διαδίδουν άκοπα ως τις δυτικές εσχατιές της αυτοκρατορίας, αλλά και στις αφρικανικές τους κτήσεις κατά τους δύο τελευταίους προχριστιανικούς αιώνες. Ο Αισχύλος διδάσκεται στην εκρωμαϊσμένη Γαλατία ενώ ιωνικού και δωρικού ρυθμού κίονες θα βρεθούν σε ναούς και δημόσια κτίρια στη σημερινή Ισπανία αλλά και στην Παλμύρα της Συρίας και την Πέτρα της Ιορδανίας. Στα περίφημα ρωμαϊκά θέατρα της Μέσης Ανατολής ψυχαγωγούνταν δίπλα δίπλα ρωμαίοι πατρίκιοι και Εβραίοι ζηλωτές (ακόμη και ο Ναζωραίος έλαβε σημαντικό μέρος της παιδείας του σε θέατρα της Ιουδαίας), ενώ παντού διδάσκεται η φιλοσοφία και η ρητορική. Ήδη στην εισαγωγή του ο Βεν κάνει τον εξής χαρακτηριστικό παραλληλισμό: «Η λατινική Δύση ήταν ελληνική ακριβώς όπως η σύγχρονη Ιαπωνία είναι δυτική χώρα, με ανθρώπινα δικαιώματα, δημοκρατία, υπολογιστές, βραβεία Νομπέλ, διεθνή τέχνη και Ενάτη Συμφωνία».
Ταυτόχρονα ο Βεν θέτει μια σειρά έκκεντρων ερωτημάτων που φωτίζουν την καθημερινότητα των πολιτών του αχανούς Ιμπέριουμ. Υιοθετώντας την περί ελληνορωμαϊκής αυτοκρατορίας κεντρική υπόθεση εργασίας του, ο Γάλλος ιστορικός ασχολείται με επιμέρους ζητήματα, παραπέμποντας ενίοτε στην ανανέωση της ιστορικής θεματικής και μεθοδολογίας που είχε εισαγάγει πριν από αρκετές δεκαετίες η Σχολή των Annales και στην οποία συνέβαλλε, επαναστατικοποιώντας την, ο φίλος και μέντοράς του Μισέλ Φουκό: δίκαιο, λειτουργία της αγοράς, βαθμός πολιτικοποίησης του λαού, μονομαχίες και ιδεολογία του είδους «άρτος και θεάματα», έρωτας και καθημερινότητα, δημόσιες υποδομές, λειτουργία του αυτοκρατορικού θεσμού και υιοθέτηση της μοναρχικής μεγαλοπρέπειας ως προπαγάνδα. Ακόμη παρελαύνουν κεφάλαια για την ταξική διαστρωμάτωση σε σχέση με την εξουσία, τις ταφικές τελετές, τις θρησκευτικές πρακτικές, έως και την επικράτηση του νόμου της πλειοψηφίας. Κυρίως όμως τίθεται το ζήτημα της υιοθέτησης της ιδιότητας του Ρωμαίου πολίτη με ταυτόχρονη διατήρηση της εθνικής ταυτότητας, όπως στην περίπτωση Ελλήνων ιστορικών και φιλοσόφων, [σαν ας πούμε, τον Πλούταρχο] που συμβίβαζαν  ―όχι άκοπα είναι η αλήθεια― τις δύο αυτές ταυτότητες, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις, η εκ μέρους τους επίκληση ενός εξιδανικευμένου ένδοξου παρελθόντος καλούσε τους υποτελείς λαούς σε εξέγερση κατά της Ρώμης.
Σε δύο εκτεταμένα κεφάλαια αναλύεται το ιστορικό παράδοξο της Παλμύρας ―μιας εντυπωσιακής πόλης στην συριακή έρημο όπου ομιλούνταν τα αραμαϊκά―, ως συμπύκνωσης και ιστορικού σταυροδρομιού της ρωμαϊκότητας, της ελληνικότητας αλλά και στοιχείων από τη Βαβυλώνα, την Περσία και τους αυτόχθονες νομαδικούς πληθυσμούς. Η βασίλισσά της Παλμύρας Ζηνοβία έφτασε να εξεγερθεί κατά της Ρώμης, διεκδικώντας κάτι περισσότερο από την απόσχισή της, ενώ η τέχνη και η θρησκεία του βασιλείου διεκδίκησαν την πρωτοκαθεδρία «ατενίζοντας το απόλυτο».

Η τέχνη του ελληνορωμαϊκού παγανισμού απασχολεί ιδιαίτερα τον Βεν (υπάρχει στο βιβλίο μια κατατοπιστική επιλογή έργων από διάφορα μουσεία) και ιδιαίτερα το ερώτημα του κατά πόσον το τέλος της Αυτοκρατορίας ήρθε ως κατατρόπωση των αισθητικών και φιλοσοφικών παραδοχών του αρχαίου [κλασσικού, θα λέγαμε σήμερα] κόσμου με την διάδοση του Χριστιανισμού ή νωρίτερα με την επικράτηση φορμαλιστικών/ μανιεριστικών αναζητήσεων. Σε ό,τι αφορά πάντως την επικράτηση του Χριστιανισμού και τον σχετικό ρόλο του Μεγάλου Κωνσταντίνου, συστήνουμε επ’ ευκαιρία την εξαίρετη μονογραφία του Βεν που κυκλοφόρησε ένα χρόνο νωρίτερα από την Εστία με τίτλο Όταν ο κόσμος μας έγινε χριστιανικός (312- 394 μ.Χ.). Έτσι κι αλλιώς όμως η κατάρρευση της αυτοκρατορίας, ειδικά μάλιστα με την διείσδυση των γερμανικών φύλων αποτελεί προνομιακό πεδίο του Βεν που αναζητά τους σπόρους της πτώσης όχι σε ένα αιφνίδιο εκβαρβαρισμό αλλά στην σταδιακή ενσωμάτωση τόσων και τόσων ετερόκλητων φυλών, την εθελούσια σύναψη συμμαχιών μαζί τους, την εκχώρηση καλλιεργητικών δικαιωμάτων και την απονομή τίτλων και προνομίων στους ηγέτες τους, γεγονότα που ροκάνισαν σταδιακά τα θεμέλια της και άνοιξαν το δρόμο στους εισβολείς Βησιγότθους, Βανδάλους κλπ.

Το άριστα μεταφρασμένο από την Ειρήνη Μητούση, ογκώδες αυτό έργο, διαθέτει τις αρετές της διαύγειας και της εμβάθυνσης με ταυτόχρονη ικανοποίηση του αιτήματος της επαγωγής και της σύγκρισης με άλλες εποχές. Μέλημά του συγγραφέα είναι να κατευθύνει την αναγνώστη έτσι ώστε να αποφύγει την υπερβολική αναγωγή των πρακτικών της εποχής σε δικές μας σύγχρονες σταθερές. Το αμάρτημα του αναχρονισμού αποφεύγεται επιμελώς. Και τα καταφέρνει θαυμάσια να φρεσκάρει την ιστορική γνώση παράγοντας ταυτόχρονα ένα έργο μνημειακό και καινοτόμο και εισάγοντας της έννοια της ελληνορωμαϊκότητας σε κάτι παραπάνω από τον πολιτισμό – στους ίδιους τους θεσμούς και τις δομές διακυβέρνησης της αυτοκρατορίας. Μάθημα ιστορίας λοιπόν σε καιρούς πονηρούς.

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: