Ο κύριος Γκότφριντ δουλεύει στα υπόγεια της κλινικής του Πανεπιστημίου.
Κάθε που φέρνουν νεκρό «αυτό είναι ένα ποίημα», λέει, «αυτό είναι ένα ποίημα».
Στολίζει τα κρεβάτια με λουλούδια, όχι λουλούδια, με χρωματιστές νάιλον κορδέλες.
Ο κύριος Γκότφριντ εργάζεται στα υπόγεια πάνω σ' ένα ποίημα, στολίζει, ράβει, κόβει, λέει και ξαναλέει.
Τι δουλειά έχουν εδώ τα λουλούδια;
Ο κύριος Γκότφριντ δουλεύει γεωργός. Ξεχνάει αυτή την λέξη, άλλες έρχονται στο νου,
εργάτης, νοσοκόμος, περαστικός, ξεχνάει τα φρέσκα πρωινά και την σπορά στην ώρα της.
Ο κύριος Γκότφριντ σηκώνεται νωρίς, κοιμάται νωρίς, ούτε στιγμή δική του, ούτε μνήμη, γνέφουν τα δέντρα από μακριά και είναι οι μακρινές συνήθειες, ο νεκρός που αδιαφορεί ν’ απαντήσει.
Ο κύριος Γκότφριντ ζωγραφίζει. Η Χλωρίδα των Άλπεων. Σύντομα θα ολοκληρώσει ακόμα ένα έργο. Βγαίνει να περπατήσει. Αυτοκίνητα, διαβάτες, εγκλήματα. Εδώ απαραιτήτως λευκό. Μπλε του κυανίου. Και ο μίσχος των ματιών του.
Καταιγίδα της μεγαλούπολης. Ο κύριος Γκότφριντ στο παράθυρο με νέα ομπρέλα. Έτσι θα περάσουν οι μέρες μου. Όρθιος στο παράθυρο με μια ομπρέλα στα χέρια.
Ανήμερα Χριστούγεννα ο καιρός θα με βγάλει σε νέα γη. Σαλπάρουν τα καράβια μου.
Ώρες της πλοήγησης στον δυνατό αέρα.
Ο κύριος Γκότφριντ επινοεί τον εαυτό του. Εμφανίζονται βορινά δάση.
Μια λίμνη αντανακλά το απάτητο χιόνι. Εκεί που άλλοτε απλώνονταν ξερά χόρτα τώρα άγρια άλογα καλπάζουν. Χρυσό κέρας σαλπίζει στην ομίχλη.
Μέσα στη διαύγεια του μυαλού του αναδύεται μια κίτρινη πολυθρόνα.
Ο κύριος Γκότφριντ πάει για βαρκάδα. Είναι όμως μια λίμνη παιδική και η βάρκα του ένα καρυδότσουφλο. Μουτρωμένος κοιτάζει την αυλή. Τυλιγμένος στην μαλακή πετσέτα του αμέσως μετά το μπάνιο.
Ο πρώτος χειμώνας του κυρίου Γκότφριντ είναι ελβετικός. Οδυνηρές οι συνέπειες, λέει στον καθρέφτη, για την αστική καταγωγή μου. Αποφασίζει ν' ανοίξει την τηλεόραση.
Χιονίζει στον καναπέ κι ο κύριος Γκότφριντ μετακομίζει λίγο πιο πέρα.
Ο κύριος Γκότφριντ μαθαίνει μια γλώσσα που δεν υπάρχει.
Εύκολες λέξεις: φιλία, ενσωμάτωση, υποταγή. Δύσκολες: οργή, αμφιβολία, εγώ.
Ο κύριος Γκότφριντ στο μουσείο φυσικής ιστορίας. Παρατηρεί τις προθήκες με τα βαλσαμωμένα πτηνά. Αποτυχία, αναφωνεί μπροστά σε έναν Nycticorax Nycticorax.
Και του κλείνει το μάτι.
Ο κύριος Γκότφριντ στην εκκλησία περιεργάζεται την εικόνα του Εσταυρωμένου.
Πόσο δύσκολη μπορεί να γίνει η ζωή σ' ένα χωριό των Βαλκανίων;
Καλύτερα λοιπόν ένας χονδρέμπορος με ημίψηλο. Έλαια, άλευρα, σιτηρά και οι στρατιές των λησμονημένων.
Ο κύριος Γκότφριντ σε δημόσια υπηρεσία.
―Όλα τα έγγραφα που κατέχετε είναι ψευδή. Η νεαρή υπάλληλος τον κοιτάζει με απορία. Στο πρόσωπο του κυρίου Γκότφριντ εμφανίζεται ένα ξεχασμένο τικ.
Ο κύριος Γκότφριντ σε εορταστικό τραπέζι.
Ανάμεσα σε αγνώστους διεκδικεί τη μερίδα του. Δοκιμάζει το κρασί.
Μια φωνή μέσα του πασχίζει να κρατήσει ζωντανή τη συζήτηση.
Ο κύριος Γκότφριντ επισκέπτεται τη μητέρα του. Αυτό το ποτήρι γάλα που με περιμένει
είναι η χειραψία μου με το άγνωστο. Κάθισε, μικρέ Γκότφριντ. Ίσια την πλάτη.
Το βλέμμα μπροστά. Τα δάχτυλα σωστά πάνω στο πιάνο. Η μελωδία που αντηχεί ραγίζει απαλά το κυριακάτικο βάζο.
Ο κύριος Γκότφριντ κάθεται στο δωμάτιό του.
Δεν μιλά.
Η σιωπή μεγαλώνει.
Κάθεται απέναντί του.
Μετά από ώρα ο κύριος Γκότφριντ της λέει:
— Μη συνηθίζεις.
Ο κύριος Γκότφριντ πηγαίνει στο θέατρο. Σ' ένα έργο του Μπέκετ.
Πρώτη φορά, ψιθυρίζει, πληρώνω για να δω τον χρόνο που πεθαίνει.
Ο κύριος Γκότφριντ έκανε ειρήνη με τον θεό.
Ύστερα κάθισε ήσυχος και πήρε το πρωινό του.