Spleen για τους ποιητές που χάθηκαν στο ρεύμα των καιρών

Οχυρό Shatili, Γεωργία
Οχυρό Shatili, Γεωργία

Προσφάτως με διώρισαν εις το υπουργείον των Εξωτερικών ως ακόλουθον. Ευτυχώς ο συγγραφεύς του «Ομπλόμοφ»,[1] ο περίφημος πρίγκηψ Βάνια Γκοντσαρόφ (που εσχάτως είχεν αποφοιτήσει από το σχολείο της οδού Οστοζένκα 38) ήταν παρών. Ήταν μια μουντή, συννεφιασμένη μέρα.
Ένιωθα τον λαιμό μου να στεγνώνει και να ιδρώνω, καθώς γνωριζόμουν με τον πετυχημένο ποιητή.
Όταν χαλαρώνω και εκφράζω τα συναισθήματά μου, γράφω στη γλώσσα του λαού μου. Γιατί, το πιστεύω: η αρχαία ρωσική γλώσσα είναι γελοία.
Όμως, βλέπετε; Τώρα επιμένω να γράφω στη φαιδρή αυτήν γλώσσα:
Όταν τον συνήντησα, ο πρίγκηψ Γκοντσαρόφ «δεν μου είπε ποτέ πώς ήταν ή τι έκανε και δεν μου είπε ποτέ ούτε πού πηγαίνει και γιατί, ποιοι είναι οι γνωστοί του, τι του αρέσει και τι δεν του αρέσει και πώς περνάει τον χρόνο του».[2] Ήρχισα κι εγώ λοιπόν να συχνάζω εις λογοτεχνικούς κύκλους και να ζω εντόνως. Κατά τας εξόδους μου διήγον άτακτον βίον και με τα επιγράμματά μου προεκάλουν σκάνδαλον εις ανώτερα πρόσωπα της διοικήσεως, με αποτέλεσμα να εξορισθώ υπό του τσάρου Αλεξάνδρου εις το Αικατερίνοσλαβ, και εκείθεν εις τον Καύκασον, κι ακόμη πέραν τούτου.
Κάμετε λίγην υπομονήν, και θα δείτε την απόλυτον μελαγχολίαν που αντίκρυσα εκεί.
 Εις τον ορίζοντα εμαίνετο, τότε, δριμεία η Ελληνική Επανάστασις και το ποίημά μου «Εμπρός, Ελλάδα» προκάλεσε ποικίλας αντιδράσεις: «Εμπρός, στυλώσου, Ελλάδα επαναστάτισσα, βάστα γερά στο χέρι τ’ άρματά σου! Μάταια δεν ξεσηκώθηκε ο Όλυμπος, η Πίνδο, οι Θερμοπύλες — δόξασμά σου. Απ’ τα βαθιά τους σπλάχνα ξεπετάχτηκεν η λευτεριά σου ολόφωτη, γενναία κι απ’ τον τάφο του Σοφοκλή, απ’ τα μάρμαρα της Αθήνας, πάντα ιερή και νέα. Θεών κι ηρώων πατρίδα, σπάζεις άξαφνα το ζυγό σου και την ενάντια Μοίρα με τον ηχό, που βγάνει του Τυρταίου σου, του Μπάιρον και του Ρήγα η άξια λύρα.[3]
Βλέπετε; Κατάφερα, πάλι, να γράψω στη ζωντανή γλώσσα του λαού. Κι έγραψα γι’αυτόν τον λαό του νότου που ήθελε να αποτινάξει τον ζυγό του τυράννου.
Είναι ευθύνη των ποιητών να τα γράφουν αυτά. Πώς, όμως, να γράψουν οι ποιηταί εν μέσω της ανθρώπινης κακουργίας;
Όπως αντιλαμβάνεσθε, ήτο θέμα χρόνου το να διαγραφώ δια παντός από το υπουργείον των Εξωτερικών και να μεταβώ εις το πατρικόν μου κτήμα παραθερισμού Μιχαηλόβσκoγιε, στην Περιφέρεια του Πσκοφ, όπου με συνόδευσε και η γλυκυτάτη νιάνια μου,[4] δια να μοιρασθή την μοναχικότητά μου. Η Επανάστασις εις την Ελλάδα είχεν ξεκινήσει.


Τον Δεκέμβριον του σωτηρίου έτους 1825 ο νεοαναρριχηθείς εις τον θρόνον τσάρος Νικόλαος κατεδίκασε εις θάνατον δι’ απαγχονισμού πολλούς αγαπητούς μου φίλους δεκεμβριστάς, που εκρίθησαν ένοχοι δια την εξέγερσιν κατά του προσώπου του: πολλοί εκ των εξορισθέντων είχον φοιτήσει μαζί μου εις το Λύκειον του Τσάρσκογιε-Σελό. Και θα συνελάμβανον κι εμέ τον ίδιον, εάν ο τσάρος δεν είχε την ευστροφίαν να προβλέψει ότι, ελλείψει αποδεικτικών στοιχείων, οιαδήποτε κακομεταχείρισίς μου θα εκρίνετο αρνητικώς από τους κύκλους της διανοήσεως και της πολιτικής: ήμην ήδη αρκετά διάσημος ως ποιητής, βλέπετε. Και τα απαγχονισμένα σώματα των συντρόφων μου με είχον στοιχειώσει.
Παρέμεινα, ωστόσο, στο Μιχαηλόβσκογιε έως και τα Χριστούγεννα του 1826, υπό την αυστηράν επιτήρησιν των τοπικών Αρχών. Όμως η οργή του τσάρου δεν εξηντλήθη εκεί: συντόμως ώφειλον να αναχωρήσω δια περαιτέρω απομεμονωμένας περιοχάς της εξόχου πατρίδος μου: διά την Σιβηρίαν, και ακόμη βορειότερον, εις μίαν ιεράν μονήν, εις νήσον της Λευκής Θαλάσσης. Δια καλήν μου τύχην, είχον την αμέριστον υποστήριξιν διανοουμένων όπως ο Νικολάι Μιχάιλοβιτς Καραμζίν, ο ποιητής Βασίλι Αντρέγεβιτς Ζουκόφσκι και ο Αλεξέι Νικολάγιεβιτς Ολένιν, λογοτέχνης κι αυτός και ακαδημαϊκός, που επεχείρησαν να με διασώσουν από την οργήν του τσάρου. Και την πλάστιγγα οριστικά υπέρ μου έκρινεν ο Ιωάννης Καποδίστριας, ο άμεσος προϊστάμενός μου εις το Υπουργείο των Εξωτερικών, αφού πρώτα του υπεσχέθην να παραμείνω μακράν της πολιτικής δι έν έτος. Η έγκρισις του τσάρου Νικολάου ήτο χλιαρή: η νέα απόφασις ήτο να μετατεθώ νοτιώτερον, εις το Κισινάου των Μολδαβών, όπου θα ετιθέμην υπό την άγρυπνον επιμελητείαν του στρατιωτικού Ιβάν Νίκιτιτς Ίνζοφ, έπειτα από επιθυμία του Καποδίστρια: «Δεν υπάρχει ακρότης εις την οποίαν να μην υπέπεσε ο ατυχής αυτός νέος, όπως δεν υπάρχει και τελειότης που να μην μπορεί να επιτύχει με την υψηλή ποιότητα των χαρισμάτων του»: να τι έγραψεν ο Καποδίστριας εις επιστολήν που με συνώδευεν, εμέ τον νεαρόν ακόμη Πούσκιν, εις τον τόπον της εξορίας μου.
Όσον δε δια την υπόθεσιν της Ελλάδος, επί συνόλω με απογοήτευεν, ήμην πολύ ρομαντικός τότε δια να ανθέξω τον χαρακτήρα του Υψηλάντου και την συνεχή αναβολήν της Επαναστάσεως. Εκ των πραγμάτων, τότε, έκαμον πολλά ταξίδια: εις το Κίεβον, εις το Αικατερίνοσλαβ των Ουκρανών, καθώς και στον Καύκασο- εις τα ημιανεξάρτητα χανάτα του νοτίου Καυκάσου, εις το Ναγκόρνο Καραμπάχ, εις το Νατκτσιβάν, εις το Νταρμπάν, εις το Σιρβάν, που τα διεκδικούσαν τρεις αυτοκρατορίαι. Και πώς να τα βάλη ο ποιητής με τας αυτοκρατορίας;


Ήλθεν, τω όντι, η ώρα να σας αφηγηθώ αυτό το ταξίδι, γράφοντας στη γλώσσα του λαού μας:
Στις 11 Ιουνίου του 1829 επρόκειτο να συναντήσω τον αδελφό μου στον Καύκασο, όταν στα σύνορα Αρμενίας και Γεωργίας, ταξιδεύοντας προς τον προορισμό μου και καθώς περνούσα τη γέφυρα ενός ορμητικού ποταμού, έγινα μάρτυρας της ακόλουθης σκηνής:
Στην απέναντι όχθη του ποταμού, υψώνονταν οι επάλξεις του φρουρίου Γκέργκερι, κι ακούγονταν οι παφλασμοί των κυμάτων στη βάση του υψώματος. Ένα κάρο με δύο βόδια να το σέρνουν κατέβαινε το κακοτράχαλο μονοπάτι, συνοδευόμενο από δύο Γεωργιανούς.

«Από πού έρχεστε; » τους σταματώ και τους ρωτώ.
«Από την Τεχεράνη», μου απαντούν.
«Και τι έχετε μέσα στο κάρο;».
 «Τον Γριμπογιέντοφ», μου λένε.[5]

Δεν μπορούσα να το πιστέψω: στ’αλήθεια αυτοί οι άνθρωποι μετέφεραν το αποκεφαλισμένο σώμα του Αλεξάντερ Σεργκέγιεβιτς Γριμπογιέντοφ στην Τυφλίδα.
Πώς έφτασε όμως ο ποιητής Γριμπογιέντοφ να πεθάνει τόσο άθλια;
Οι Τούρκοι, οι Ρώσοι και οι Πέρσες διεκδικούσαν τον έλεγχο στην περιοχή, ήδη από το 1804. Οι Πέρσες είχαν καταφέρει να διατηρήσουν τον έλεγχο μόνο στην περιοχή του αρμενικού Γιερεβάν και του Νακτσιβάν, μιας περιοχής της Αρμενίας όπου κατοικούσαν αποκλειστικά Αζέροι. Και σ’αυτόν τον υποτιμητικό για την Περσία όρο είχε συμβάλει ο αγαπητός μου ο Γριμπογιέντοφ, υπηρετώντας τα συμφέροντα του τσάρου. Συγκεκριμένα, ο νέος τσάρος απαιτούσε προσάρτηση του Γιερεβάν και του Νακτσεβάν στη Ρωσία. και το 1828 ο Γριμπογιέντοφ συνυπέγραψε τη Συνθήκη του Τουρκμαντσάι, που προέβλεπε παραχώρηση του Γιερεβάν στον τσάρο, πληρωμή είκοσι εκατομμυρίων ρουβλίων ως αποζημίωσης προς τον τσάρο και εκχώρηση αποκλειστικού δικαιώματος εμπορίας και διατήρησης ρωσικού στόλου στην Κασπία Θάλασσα. Το Ιράν ώφειλε να παραμείνει ουδέτερο σε περίπτωση σύρραξης μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας, ενώ οι ιρανοί πρόσφυγες αρμενικής καταγωγής θα γίνονταν δεκτοί σε ρωσικό έδαφος.
Επίμονα, με μεγάλη ξεροκεφαλιά, ο Γριμπογιέντοφ απέφευγε την αυλή του Σάχη στην Τεχεράνη και παρέμενε στα ενδιαιτήματά του στην Ταμπρίς, μελετώντας περσικά και συνθέτοντας το αριστούργημά του «Συμφορά απ’ το πολύ μυαλό».
Μάλιστα, τα επόμενα δύο χρόνια επέστρεψε στην Πετρούπολη, ανάμεσα στους λογοτεχνικούς κύκλους, προσπαθώντας να τελειώσει το συγκεκριμένο θεατρικό έργο, κι έπειτα ξαναγύρισε στην Τυφλίδα και παντρεύτηκε τη δεκαεξάχρονη γεωργιανή πριγκίπισσα Νίνα Τσαβτσαβάτζε, την οποία άφησε έγκυο για να ταξιδέψει, μέσα στα χιόνια των Χριστουγέννων, στην Τεχεράνη, και να παρουσιάσει στον Φαχ Αλί Σάχη τους όρους της Συνθήκης του Τουρκμαντσάι.


Στα τέλη Ιανουαρίου, ένας από τους ευνούχους του Σάχη, ένας μεταστραφείς στο Ισλάμ αρμένιος ονόματι Μιρτζά Γιακούμπ, ζήτησε άσυλο από τη ρωσική αντιπροσωπεία. Ο Μιρτζά Γιακούμπ, με τη βοήθεια ενός ανθρώπου του Γριμπογιέντοφ, του Ρουστέμ-Μπεκ, ζήτησε ρωσική προστασία και για άλλους αρμένιους προσήλυτους. Το κίνητρο και των δύο ανδρών φαίνεται να ήταν η επιθυμία να συνεχίσουν να ταπεινώνουν τους Πέρσες. Έψαξαν λοιπόν να βρουν δύο γυναίκες υποψήφιες για προστασία στο χαρέμι ​​του Αλαχιάρ Καν, ενός Πέρση ευγενή που είχε προσωπική κακία ενάντια στον Γριμπογιέντοφ.
Όπως και έγινε: αυτές οι δυο γυναίκες ―δεν θυμάμαι τώρα τα ονόματά τους― βρήκαν καταφύγιο στη ρωσική πρεσβεία. Εννοείται πως ο Γριμπογιέντοφ δεν είχε αντιληφθεί τη σοβαρότητα του ζητήματος, και η κατάσταση επιδεινώθηκε όταν οι δύο σύζυγοι απ’ το χαρέμι του Αλαχιάρ Καν συνοδεύτηκαν στα δημόσια λουτρά: αυτό εξελήφθη ως απόπειρα μεταστροφής τους στον Χριστιανισμό.
Το επόμενο πρωί κιόλας, κάτω από έναν καυτό χειμωνιάτικο ήλιο, ένα τεράστιο πλήθος μαζεύτηκε στο κεντρικό τζαμί της πόλης, όπου διάφοροι αυτόκλητοι ρήτορες ξεσήκωσαν το πλήθος των Ιρανών να «αποκαταστήσει» τις δύο γυναίκες. Στην επίθεση στην πρεσβεία (οι ιρανοί φρουροί είχαν εξαφανιστεί, κατατρομοκρατημένοι) σκοτώθηκαν ο Μιρτζά Γιακούμπ, κάποιοι Κοζάκοι φρουροί, πολλοί υπηρέτες και αρκετοί επιτιθέμενοι από το πλήθος. Ο Σάχης και οι αυλικοί του παρέμειναν άπραγοι, κλεισμένοι στα ανάκτορά τους. Ο Γριμπογιέντοφ κλειδώθηκε στον πάνω όροφο της πρεσβείας, στο γραφείο του, δίνοντας τη διαταγή στους φρουρούς να συγκρατήσουν τα πυρά τους. Όταν, όμως, προς το μεσημέρι, ένας Κοζάκος φρουρός παράκουσε τις διαταγές του Γριμπογιέντοφ και σκότωσε έναν από το επιτιθέμενο πλήθος, όσοι ήσαν απέξω εξαγριώθηκαν, εισέβαλαν στο κτήριο και κατακρεούργησαν όσους βρήκαν μέσα-περιλαμβανόμενου και του ίδιου του Γριμπογιέντοφ.
Τον έκοψαν κομμάτια και κάρφωσαν το κεφάλι του σ’ έναν πάσσαλο.
Η Νίνα έμαθε τα νέα του αποκεφαλισμού του άντρα της στην Τυφλίδα και, από το σοκ, έχασε το παιδί.


Εγώ, τότε, έρμαιο μιας ακατανίκητης besoin de la fatalité,[6]  εξέδραμον εις την ελληνικήν παροικίαν της Οδησσού, εις την Κριμαίαν, μαζί με τον Νικολάι Νικολάγιεβιτς Ρέφσκι και την οικογένειά του. Ήτο η περίοδος εν ή συνέγραψα τον «Αιχμάλωτον του Καυκάσου» και το πρώτο κεφάλαιον του Ευγένιου Ονιέγκιν:

«Ω, ρώσικη μελαγχολία,
spleen που σέρνεσαι αργά, πλησιάζεις,
Δόξα στον Ύψιστο που δεν κρατάς πιστόλι.

Όμως τη γεύση της ζωής την έχεις χάσει»

Βλέπετε; Ομιλώ και πάλι την γελοίαν ταύτην γλώσσαν, την Σλαβονικήν.

Mνημείο του Αλεξάνδρου Πούσκιν στην Πλατεία των Τεχνών, Πετρούπολη, Ρωσία

Ότε εδημοσιεύθη ο Ευγένιος Ονιέγκιν μου, ο πρίγκηψ Ιβάν Γκοντσαρόφ μου έγραψε τα εξής: «Φίλτατε! Τι φως, ποια πεδιάδα γεμάτη μαγεία ξεδιπλώθηκε, τι ποίηση ανέβλυσε από το βιβλίο σας, και με τόση λαμπρότητα, και με τέτοιους ήχους!»
Τα κείμενά μου ήσαν προκλητικά, ωστόσο, και ο πρίγκηψ ταχέως τα απεκήρυξε ως «παλαιομοδίτικα», προκρίνοντας εις τας προτιμήσεις του ποιον νομίζετε;
Τον Γριμπογιέντοφ![7] 
Πόσες παρουσίες ποιητών ανέφερα στην εξιστόρησή μου; Πολλές, καθώς θα διαπιστώσατε. Μήπως, παρ’ελπίδα, διαπιστώσατε την παραμικρή ταύτιση απόψεων ή βιοθεωρίας ανάμεσα σ’ αυτούς τους ποιητές; Είμαι βέβαιος πως όχι.
Θυμήθηκα τον άνθρωπο στον οποίον ώφειλα τη ζωή μου, τον Ιωάννη Καποδίστρια: πόσο άχαρα σωριάστηκε σφαγμένος στην πόρτα μιας εκκλησίας.
Θυμήθηκα τον Ομπλόμοφ, τον Ρώσο γαιοκτήμονα με την κοινωνική απάθεια, την αυτοκαταστροφική του οκνηρία, την απροθυμία του να αποβάλει την αδράνεια.
Θυμήθηκα τον πρωταγωνιστή της «Συνηθισμένης Ιστορίας» του Γκοντσαρόφ, αυτόν τον ευαίσθητο επαρχιώτη που εγκατέλειψε το κτήμα του στην επαρχία για να γνωρίσει την κοινωνική ζωή στην Πετρούπολη και να γίνει διάσημος συγγραφέας.
Ατυχείς έρωτες. Άστοχες συμβουλές πρακτικού βίου. Εγκατάλειψη των ρομαντικών ιδεωδών.
Δεν μπορούσα πια να ξεχωρίσω τους υπαρκτούς ανθρώπους από τους ήρωες των λογοτεχνικών έργων.
Οι ποιητές, ξέρετε, ακολουθούν τη μοίρα των ηρώων τους, που είναι μια μοίρα άχαρη ως επί το πλείστον. Άλλωστε, κι εγώ ο ίδιος, θα έχετε ακούσει πιθανώς πώς έχασα τη ζωή μου.
Τι να το κάνω που το άγαλμά μου βρίσκεται επιβλητικό στο κέντρο της ρωσικής κουλτούρας; Έχασα τη ζωή μου προκαλώντας τον κουνιάδο μου σε μονομαχία, για λόγους τιμής.
Για λόγους ευτελείς και γελοίους, χάθηκα κι εγώ στο ρεύμα των καιρών.
Κι αυτό, όπως καταλαβαίνετε, προκαλεί την απόλυτη μελαγχολία.


ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: