«Che cos’è la poesia?»

Ψηφιακό πορτρέτο του Ζακ Ντεριντά σε περιβάλλον Έσερ (Αρχείο «Χάρτη»)
Ψηφιακό πορτρέτο του Ζακ Ντεριντά σε περιβάλλον Έσερ (Αρχείο «Χάρτη»)

Αυτοί για τους οποίους η ζωή έχει μεταμορφωθεί σε γραφή, δεν μπορούν να διαβάσουν αυτή τη γραφή παρά μόνο προς τα πίσω ― Walter Benjamin, Συνομιλίες με τον Μπρεχτ



Απορροφημένος από τη γλώσσα του Jacques Derrida, μη έχοντας δική μου γλώσσα άλλη παρά τη δική του, έχοντας για γλώσσα μου τη γλώσσα που δεν είναι δική του –όπως με βεβαιώνει στο Le monolinguisme de lautre[1]– αποφασίζοντας από την αρχή για το αποτέλεσμα της επιτελεστικής μου αντίφασης, αναγνωρίζοντας μαζί με την ευγλωττία του και την ομολογημένη «αφασία», την τρέλα μιας «υπερμνησίας» [hypermnésie] την οποία θεωρεί ως το επιπλέον της αφοσίωσής του σε μια γραφή στο εσωτερικό των γλωσσών –εφόσον μία γλώσσα δεν υπάρχει και ό,τι υπάρχει είναι «η γλώσσα του άλλου»– αναδεχόμενος την καταγωγική αλλοτρίωση που τον συγκροτεί όταν γράφει, όπως συγκροτεί και κάθε γλώσσα ως γλώσσα του άλλου, οδηγημένος από τη γραφή του που δεν μπορώ παρά να τη διαβάζω προς τα πίσω, ξένος προς τον εαυτό μου, όπως ο χωρικός μπροστά στη θύρα του Νόμου στον Kafka, καταθέτω αυτό το κείμενο διπλής αδυναμίας:

―να ταυτιστώ με το κείμενο που αναγγέλλω ότι θα εκφωνήσω εδώ κατ’ επιταγήν των επιστημονικών προδιαγραφών ενός Συνεδρίου
―να αρθώ ύστερα στο ύψος των περιστάσεων και να διηγηθώ στη γλώσσα αυτού του μονόγλωσσου Γαλλοεβραίου από την Αλγερία, το αδιέξοδο, μια που η γλώσσα του δεν φτάνει σ’ εμένα και δεν μου φτάνει, με τον ίδιο τρόπο που δεν θα φτάσει στον αναγνώστη ή τον ακροατή μου.

    Διότι η ποίηση –περί της οποίας ο λόγος– επιβάλλει το νόμο της γλώσσας της, επινοώντας τη δική της νομιμότητα, υπερβαίνοντας κάθε προηγούμενη νομολογία. Αγγλικό δίκαιο, ήτοι αφενός αναγωγή στην πάγια νομολογία και αφετέρου, απόφαση κατ’ αναλογίαν προς αυτήν, εδώ δεν είναι εφαρμόσιμο. Όπως δεν είναι εφαρμόσιμη η ορθοπεδική στη στρέβλωση της φιλοσοφίας από κάποιον ο οποίος δεν έχει μόνον ένα να πει, όχι γιατί δεν μπορεί να το πει, αλλά διότι στο όριο ενός «οὐδέν-θέλειν-εἰπεῖν», όταν αποφασίσει να ονομάσει την ποίηση ή τον ποιητή με ένα κύριο όνομα, ονομάζει συγχρόνως το τέλος της γλώσσας.
    Με μια άλλη λοιπόν άρθρωση όπου, εάν κάτι δεν έχει μία σημασία, έχει άλλη και όχι καμία, με μια κατάχρηση, θα πω ωθούμενος μάλλον από την ορμή της διασποράς [dissemination] ό,τι «κατά προσέγγιση ενός ελάχιστου» έχει ήδη ειπωθεί από τον Derrida. Προηγουμένως όμως, εν είδει έξεργου, θα διαβάσω από το ποίημά μου Η Βεατρίκη είμαι, πρώτο της ομώνυμης συλλογής από τις εκδ. Ίνδικτος το 2005, τις εναρκτήριες του στροφές, αλλά και γιατί όχι, τις κατατακτήριες στην τάξη του Συνεδρίου σας αν μου επιτρέπεται:

    Και δεν σε γνώρισα
    Πέρασες μπρος μου με εκείνη τη δηλωτική ματιά
    Στο πλάι του προσώπου
    Σα να ΄λεγες:
    ―Κοίταξε, η Βεατρίκη είμαι
    Και δεν σε γνώρισα
    Γιατί το «βλέπω» ενέργεια είναι των ματιών
    Και όχι ρήμα
    Πρέπει το ζώο να παρατηρώ
    Άλαλο βλέπει
    Από ιδιότητα ζωτική
    Που γλώσσα θα μπορούσες να την πεις
    Αν είχαν την υποτροπή τα ζώα

    Ωθούμενος λοιπόν από την ορμή της ποιήσεως ―επειδή τα είπα ήδη όλα στο έξεργο― ας επιστρέψω δέκα χρόνια πριν υπογράψω το ποίημα που ακούσατε, στο κείμενο «Comment nommer»,[2] που αφιερώνει ο Derrida στον ποιητή Michel Deguy [Μισέλ Ντεγκί], αποδεχόμενος τη δύναμη του πεπρωμένου της φιλίας. Κείμενο, που θα μπορούσε να συμπεριληφθεί στη «στροφή» του Derrida προς τη «γενναιοδωρία» (J. Rogozinski), ακόμη και όσων φάνηκαν φειδωλοί μαζί του: ομότεχνοι και θεσμοί. Έστω το Πανεπιστήμιο Αθηνών, που τον τιμά post mortem.

    «Τρελή επιθυμία για δικαιοσύνη»[3]: αυτή η αποστροφή του ας θεωρηθεί η αφορμή του λόγου μου εδώ στο Καποδιστριακό. Δικαιοσύνη, όχι μόνο για την κατασυκοφαντημένη αποδόμηση αλλά και ενόψει μιας αποκατάστασης των αδικιών προς αυτόν στη σκέψη του οποίου οφείλει να επαγρυπνεί η τρέλα («Une “folie” doit veiller sur la pensée»).[4]
    «Fou que nous sommes!»: η ιδιόγραφη αφιέρωσή του σ’ ένα από τα βιβλία που παρελάμβανα ταχυδρομικώς σε τακτά διαστήματα βεβαιώνει αυτό που ο Jackie ήταν για τους προσφιλείς του: un grand malade. Στο αυτοκίνητο που μας οδηγούσε από το Ris-Orangis στο Παρίσι αργά τη νύχτα και στο θράσος μου, μέσα στην απόλυτη σιωπή ανάμεσά μας, να τον ρωτήσω «Qui êtes-vous?», έλαβα την απάντηση που προανέφερα: «ένας μεγάλος ασθενής». Αλλά «Η Βεατρίκη», όπως θα γράψει ο Deguy στο ποίημα «Actes» του 1966, «υπήρξε και για τον Derrida η γιατρειά του. Η Βεατρίκη είναι αυτή που χαιρετά μέσα στη Vita nuova, αυτή που σώζει στην Κωμωδία. Ο Δάντης δέχτηκε από αυτήν τη σωτηρία». O Mallarmé, την καταστροφή («La Destruction fut ma Béatrice»).
    Ο Derrida θα συμπληρώσει: «Ο ποιητής φυλά λοιπόν το όνομα της Βεατρίκης, εγκαλείται στη φύλαξή του, φυλάσσοντας αυτό που υπήρξε χωρίς ποτέ να απολέσει τη μη αναγώγιμη μοναδικότητά του». Και θα συνεχίσει: «Ο Deguy κάνει ποίηση δίνοντάς μας να σκεφτούμε πως αυτό το κύριο όνομα, για να είναι επίσης μια μορφή, δεν είναι μια μετωνυμία ανάμεσα στις άλλες». Ο Deguy πάλι με τη σειρά του, στο ίδιο ποίημα («Actes»), θα γράψει: «Ο Δάντης δέχτηκε τη μετωνυμία από τηv Βεατρίκη και ο χαιρετισμός της έκανε την καρδιά του να τρέμει».

    Το κείμενο με τον αμετάφραστο τίτλο «Che cos’è la poesia?», o οποίος αναγράφεται στον τίτλο αυτής της Εισήγησης, είναι ένα κείμενο για το ποίημα της καρδιάς. Αλλά θα μιλήσω γι’ αυτό, αφού προηγουμένως χαιρετήσω με νόημα τον παρευρισκόμενο επισκέπτη Michel Deguy, με μια σημείωσή του από το βιβλίο του Le sens de la visite:[5]

    «Την επομένη του θανάτου τού Derrida στα περιθώρια του τάφου του στο παρισινό προάστιο Ris-Orangis έγραψα το εξής δίστιχο:

        Όποιος δεν είναι του κόσμου τούτου,
                    είναι αυτού τού κόσμου
    ».

    Είναι δηλαδή, ως εάν να είναι αυτού του κόσμου. Είναι μέσω του «ως εάν», ωσεί παρών, επειδή η «ως-εαν-ότητα» ή γιατί όχι «ως-εάν-οντότητα» ―εάν μου επιτρέπονται οι νεολογισμοί προκειμένου να μεταφέρω στα ελληνικά το «comm-ité» του Deguy― λειτουργεί ως εάν ο άνθρωπος να είναι, μη όντας πλέον. Ως εάν η ύπαρξή του πουθενά αλλού να μην υφίσταται παρά σε μια «σύναξη» (comité) φαντασμάτων, που συνέρχονται κάτω από μια διαδικασία αφανιζόμενης εμφάνισης, η οποία ισοδυναμεί με μια εμφανιζόμενη αφάνιση. Αυτή η πτύχωση του «ως εάν» στο «ως εάν» και συγχρόνως, η μεταφορά από τον έναν στον άλλο κόσμο «προϋποθέτει ένα στοίχειωμα του λέγειν». Επιπλέον, μας επιτρέπει να έχουμε εδώ παρόντα και τον Derrida. ‘Ένα φάντασμα, τη στιγμή που ο χρόνος έχει «ξεχαρβαλωθεί». Έναν παράνομο των επιστημονικών συνεδρίων.

    Επέλεξα λοιπόν τον τίτλο αυτής της εισήγησης για να δηλώσω και τη δική μου απορία. Κυρίως, την αδυναμία μου για το πώς ονομάζει κανείς τον ποιητή. Tί πράγμα είναι η ποίηση; Τί μέρος του λόγου είναι η ποίηση; Ο ποιητής;
    Μεθόδευσα, για την περίπτωση, την απορία μου με τον τρόπο του Derrida εναποθέτοντας στο χαρτί την κάτοψη μιας κρύπτης χωρίς προφανή έξοδο άλλην, εκτός από το ποίημα. Θεώρησα το ποίημα ως εμμένουσα υπολειμματικότητα και δείκτη μιας συγκάλυψης που εκκαλύπτει το χίασμα αλήθειας-μη αλήθειας, η φορά και η εμβέλεια του οποίου δεν επιτρέπουν ακόμη και στο δεινότερο αποδομιστή, να προτιμήσει ή να απομονώσει τη μια από την άλλη, αφού η μια είναι τρόπος της άλλης. Και η περιλάλητη «αλήθεια του έργου» για την οποία κόπτονται οι κριτικοί, ας καταγραφεί σ’ ένα ευπώλητο μυθιστόρημα. Σ’ ένα «κανονικό μυθιστόρημα», σαν αυτά που πρότεινε ο Paul Celan στους λυρικούς ποιητές. «Ας αποθέσουν κάποτε στο χαρτί ένα κανονικό μυθιστόρημα και ας μας αφήσουν ήσυχους».
    Ο Derrida, που «δεν υπογράφει το ποίημα» αλλά που ωστόσο, γνωρίζει πώς να αποκρίνεται σε μη αποκρίσιμες προκλήσεις, όπως η ανωνυμία του ποιητή, γράφει στο «Comment nommer»: «Ας μην αναγγείλουμε ακόμη ότι ο ποιητής, ο Michel Deguy, είναι πριν από όλα το αρμόζον ενός ένδοξου γάλλου ποιητή της σήμερον παρά το ότι η ποίηση και η γαλλική γλώσσα υπέγραψαν ένα συμβόλαιο, μια αβυσσαλέα οφειλή […] εκεί όπου αυτός υπέγραψε μια αναγνώριση του χρέους σ’ αυτήν τη γλώσσα». «Γι αυτό», συνεχίζει ο Derrida, «πώς μπορούμε να χρεώσουμε κάποιον στο άπειρο υπογράφοντας με την προσίδια υπογραφή του μια αναγνώριση του χρέους;»
    Έχω την εντύπωση ότι το κείμενο του Derrida για τον Deguy, δημοσιευμένο στο Cahiers Michel Deguy (εκδόσεις Belin, 1996) προέρχεται από το προγενέστερο «Che cos’è la poesia?», που δημοσιεύεται για πρώτη φορά στο ιταλικό περιοδικό Poesia το 1988, εν συνεχεία στο γαλλικό περιοδικό Poésie το 1989, (υπό τη διεύθυνση του Deguy), και τέλος στο περιοδικό Ποίηση το 1995, μεταφρασμένο και σχολιασμένο από τον Βαγγέλη Μπιτσώρη. Εδώ ο Derrida σημειώνει πως για να απαντήσεις σε ένα «τι είναι ποίηση;», οφείλεις να παραιτηθείς από τη γνώση και «να γνωρίζεις καλά, χωρίς να το λησμονείς ποτέ, ότι οφείλεις να αδρανοποιήσεις την κουλτούρα, αλλά αυτό που θυσιάζεις καθ’ οδόν, διαβαίνοντας το δρόμο [σα το σκαντζόχοιρο] μην το λησμονήσεις ποτέ μες στην πολυμαθή σου άγνοια».[6] Σε ποιον όμως απευθύνει ο Derrida την προτροπή ενός γίγνεσθαι-ζώο; Στο απάνθρωπο, στο ζώο που είμαι. Η αδύνατη κατά τα άλλα απάντηση, που είναι υποχρεωμένη να απευθυνθεί σε κάποιον, «απευθύνεται σ’ εσένα αλλά σαν το ον [σκαντζόχοιρο] που έχει χαθεί μες στην ανωνυμία μεταξύ πόλης και φύσης». Απευθύνεται στο ζώο, στη ζωή, στη Βεατρίκη.
    «Προσπάθησα να διδάξω Deguy», εξομολογείται ο Derrida στον πρόλογο του βιβλίου του Jean-Pierre Moussaron για τον Deguy, La poésie comme avenir,[7] διαπιστώνοντας παρά ταύτα, πως «δεν τολμά» να γράψει γι’ αυτόν, όπως δεν τολμά να ονομάσει την ποίηση. Διότι, το ακατονόμαστο ποίημα είναι αυτό που «μαθαίνεται από στήθους» ή μάλλον, ακολουθώντας τη γαλλική, «από καρδιάς» [par cœur]. Είναι «αυτό ακριβώς που μαθαίνει την καρδιά, αυτό που επινοεί την καρδιά, τελικά αυτό που η λέξη της καρδιάς φαίνεται πως θέλει να πει»: όχι μόνο «την καθαρή εσωτερικότητα, την αδέσμευτη αυθορμησία», αλλά και την προσφυγή σε μια εξωτερικότητα που «εμπιστεύεται σαν προσευχή», τους «νόμους της μνημοτεχνικής». Μιας τεχνικής της μνήμης όμως, που, πέραν των αυτοματισμών, μνημονεύει το εντελώς άλλο, καταλήγοντας σε ένα είδος υπερμνησίας ή λησμοσύνης. Μια «τρέλα» που προφυλάσσει και καταστρέφει κάθε απόπειρα ονομασίας ως εάν να ανακαλεί την ίδια στιγμή, το κύριο όνομα.

    Το ερώτημα λοιπόν περί της ονομασίας της ποιήσεως και του ποιητή, δηλαδή η απορία κάποιου που «θρηνεί την εξαφάνιση του ποιήματος αναγγέλλοντας αυτό που είναι έτσι όπως είναι ως ερώτημα», θα έπρεπε να πω: που θρηνεί τον ποιητή προ του μαλλαρμικού «Τάφου», το ερώτημα «πώς να κατονομάσεις;» [comment nommer?] είναι το παράδοξο της ποίησης.
    Και «εάν η ποίηση εισάγει το παράδοξο», όπως γράφει ο Bataille [Μπατάιγ] στις πρώτες σελίδες της Εσωτερικής εμπειρίας,[8] «το κάνει παρά ταύτα δια της οδού του οικείου». Και απαντά ο Derrida σ’ έναν υποτιθέμενο διάλογο μεταξύ τους:

    ― Όμως έχεις πάρει λάθος δρόμο, το ποίημα για το οποίο μιλάς, ποτέ δεν ονομάστηκε κατ’ αυτόν τον τρόπο, ούτε τόσο αυθαίρετα.

    Το είπες ήδη. Είναι κάτι που θα έπρεπε να αποδειχτεί. Θυμήσου το ερώτημα: «Τί είναι…;» (τι εστί, was ist…, istoria, επιστήμη, φιλοσοφία). Το «τί είναι…;» θρηνεί την εξαφάνιση του ποιήματος – μια άλλη καταστροφή. Αναγγέλλοντας αυτό που είναι έτσι όπως είναι, ένα ερώτημα χαιρετίζει τη γένεση της πεζογραφίας.

    ____________
    Η εισήγηση αυτή ακούστηκε στο Διεθνές Συνέδριο «Η ηθική και πολιτική σκέψη του Jacques Derrida» που οργανώθηκε από το ΕΚΠΑ , τον Ιανουάριο του 2013.


    ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
     

    αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: