Δεν ξέρω αν δουλεύω για να κάνω κάτι, ή γιά να μάθω τι δεν μπορώ να κάνω,
ενώ θέλω να το κάνω.
ΤΖΙΑΚΟΜΕΤΙ
Αγαπητοί φίλοι, η είδηση της βράβευσής μου με το «Μεγάλο Βραβείο Ζαν Μoρεάς» μου ήρθε, ύστερα από το αναπάντεχο ομολογώ, ευγενικό τηλεφώνημα της κυρίας Παπαστάθη, λίγες μέρες μετά από τη δημοσιευμένη στο Βήμα (17.2.26) άποψή μου για τα Κρατικά Λογοτεχνικά Βραβεία.
«Η μηχανή είναι κοινωνική μόνον όταν αποσυναρμολογείται σε όλα τα συνδεδεμένα στοιχεία της, τα οποία με τη σειρά τους γίνονται κι αυτά μηχανές». Με τη φράση αυτή του Ζιλ Ντελέζ για τη λογοτεχνία του Κάφκα θα ήθελα να ξεκαθαρίσω κατ᾽ αρχήν πως αντιλαμβάνομαι ένα λογοτεχνικό Βραβείο. Το θεωρώ ως μία από τις ευρέσεις του λογοτεχνικού milieu όταν αποσυναρμολογείται για να επανασυναρμολογηθεί, αυτή τη φορά ως «ευρετική μηχανή» του καθενός μας σε ένα: «Τι, ποιος, πότε, γιατί;»
Εξ αιτίας λοιπόν του κωλύματος να βρίσκομαι απόψε κοντά σας, σκέφτηκα να παρακαλέσω τον Ίκαρο Μπαμπασάκη να τη διαβάσει ως έναν επίλογο αυτών των λίγων, ευχαριστηρίων, ως είθισται, γραμμών για τη μεγάλη τιμή. Επίλογο, εφόσον δεν μπορούμε να εκθέτουμε παρά μόνον αυτό που συμβαίνει για να εκτεθεί από μόνο του, όπως η περίπτωση που, με τη σειρά μου, εξέθεσα στο Βήμα: τη "στρατηγική" της Επιτροπής των Κρατικών Λογοτεχνικών Βραβείων.
Αγαπητοί φίλοι, στο άκουσμα της καλής είδησης λοιπόν, σκέφτηκα ―το ομολογώ― να αρνηθώ το Βραβείο, όχι από θέση ιδεολογικής αντίθεσης προς τις βραβεύσεις (δεν είμαι δα ο Ζαν Πολ Σαρτρ), ούτε λόγω ιδιοσυγκρασιακής, ας πούμε, ιδιοτροπίας (δεν είμαι ούτε ο Φίλιπ Λάρκιν), αλλά γιατί συνέβη να έχω ήδη δημοσιεύσει στο Βήμα το περί ου ο λόγος κείμενο που θα ακούσετε, και που θεώρησα πως, εάν αποδεχόμουν το Βραβείο, θα έπρεπε να βρεθώ για μία ακόμη φορά σε αντίφαση με τον εαυτό μου, όσο κι αν πιστεύω πως οι αντιφάσεις μας, όταν είναι επιτελεστικές, ―δηλαδή όταν παράγουν έργο― δεν αποφεύγονται, γιατί ο άνθρωπος είναι οι αντιφάσεις του και, συνάμα, ό,τι τις επιλύει.
Όμως, παρά την αντίθεσή μου, ειδικά με την Επιτροπή των Κρατικών Λογοτεχνικών Βραβείων ως προς την πολιτική της, τουλάχιστον των τελευταίων ετών, στο κείμενο του Βήματος, αφήνω και expressis verbis να φανεί η διακαής επιθυμία της αναγνώρισης του έργου μου από την Πολιτεία.
Δεν με έχει τιμήσει ποτέ, αντίθετα με τη Γαλλική Κυβέρνηση, που με ονόμασε "Ιππότη" δύο φορές, αναγνωρίζοντας την ακαδημαϊκή μου συνεισφορά και την ποιητική μου εργασία.
Μη βιαστείτε λοιπόν να μου καταλογίσετε εκείνο το πολύ ανθρώπινο «τραβάτε με κι ας κλαίω», αλλά αφήστε με να το αντικαταστήσω με ένα εξίσου ανθρώπινο: «τραβάτε με ―που το θέλω― και γελώ».
Άλλωστε, ποιος από εμάς δεν αναγνωρίζει ―έστω και ενδόμυχα― ότι η πολιτισμική ανάγκη της επιβράβευσης ―γνωστή μας άλλωστε και από τα χαμστεράκια στο κλουβί―, έγκειται στο ότι η αξία της ως μεταμφίεση εκ φύσεως συντηρητική, βασίζεται πάνω στο ατομικό ένστικτο, όπως επίσης, και στην «εξάτμισή» του, για να το πω με τα λόγια του Νίτσε.
«Πολλοί φίλοι, λοιπόν, πολλά γάντια, για τον φόβο της ψώρας», όπως επέμενε έντρομος ο Μποντλέρ. Κι εσείς, αγαπητά μέλη της Επιτροπής των μη (το τονίζω) κρατικών «Βραβείων Ζαν Μορεάς», εσείς είσαστε από τους λίγους φίλους. Αν χρειαζόμουν και για σας «πολλά γάντια», δεν θα ήταν για την ψώρα αλλά για την μπουγάδα στα άπλυτά μου και τα ράμματα στη γούνα μου. Την κρέμασα προ πολλού προς πώληση στα γουναράδικα περί τη λογοτεχνική μας Ιερουσαλήμ.
Την εκτιμήσατε ως θεσμός εσείς και σας ευχαριστώ.
Έγραφα λοιπόν στο Βήμα πως πριν δύο χρόνια είχα πληροφορηθεί από τον τότε πρόεδρο της Επιτροπής Κρατικών Λογοτεχνικών Βραβείων, καθηγητή Γαραντούδη —από τον οποίο σημειωτέον δέχθηκα στο παρελθόν τις πλέον εγκωμιαστικές κριτικές για την ποίησή μου— ότι τα μέλη της βγάζουν φλύκταινες όταν ακούν το όνομά μου. Σημειώνω ότι κάποια εξ αυτών συμβαίνει να είναι τη μία χρονιά βραβευμένα ενώ την επόμενη, βραβεύοντα υπό την ίδια προεδρία!
Και είναι νομίζω φυσικό να «παθαίνουν», για λόγους που αφήνω την τεχνητή νοημοσύνη να τους εξηγήσει, αντλώντας από «δεδομένα». Μεταξύ άλλων, από κείμενα του Χειμωνά, του Μαρωνίτη, της Τζίνας Πολίτη, του Κακναβάτου, του Ίκαρου Μπαμπασάκη και του Μισέλ Ντεγκί.
Διαβάζοντας λοιπόν, πριν δέκα μέρες —στα βραχέα των συχνοτήτων μου— τη «βραχεία λίστα» των υπό την κρίση τους λογοτεχνικών έργων, δικαιολόγησα τον Γαραντούδη για τη θεσμική εμμονή του να υποστεί σιωπηρά, όπως με διαβεβαίωσε, την κρίση της πλειοψηφίας και την εκ μέρους του αμαχητί παράδοση στα γούστα τους, αδυνατώντας εντούτοις να εννοήσω πώς κάποιος που επαινεί δημόσια κάποιον, μετά σιωπά.
Και παρά το ότι αντιλαμβάνομαι εκ πείρας τι σημαίνει προεδρία Επιτροπής, ομολογώ πως δεν τον συγχωρώ ― χωρίς αυτό να σημαίνει πως του τη «φυλάω».
Το «ασυγχώρητο» για ανθρώπους που υποτιμούν τη νοημοσύνη μου (και δεν θα εξηγήσω το πώς), σε ό,τι τουλάχιστον με αφορά, λειτουργεί ακόμη.
Το λαλίστατο όμως, φιλότιμο και πονηρό πνεύμα του δαίμονα του "τυπογραφείου» μου, μέσω εκείνης της εγκάρσιας ντελεζιανής διάστασης την οποία προτιμά για να κινείται, είχε άλλα κέφια.
Παρενέβαλε διαγωνίως παλαιότερα κείμενά μου στο Βήμα που, εκ των υστέρων διαβάζοντάς τα, ομολογώ πως τα βρίσκω διδακτικά. Ενοχλούν τις βιοτεχνίες δερμάτων στην παραγωγική τους εμμονή αποκλειστικά σε one size χειρόκτια.
Τη διεσπαρμένη, επαναλαμβανόμενη πολλαπλότητα των δημοσιογραφικών κειμένων μου ωστόσο, «συμπυκνώνω» και «μεταφέρω» ―με μια «εργασία» ανάλογη των ονείρων― μόνο στην ποίηση. Αυτό είναι που δεν μου συγχωρεί το συνάφι: γράφω πολύ και γράφω παντού, καλά. Δεν υποκρίνομαι τον καταφρονεμένο γιατί με έχει ταπεινώσει η γραφή, όπως ομολογεί ο Χειμωνάς.
Στην αρθρογραφία βρίσκομαι διαρκώς σε πόλεμο με όπλο την ειρωνεία, τις επιτελεστικές μου αντιφάσεις και την κατ’ αίσθηση βεβαιότητα που αντλώ από το σώμα ― στο οποίο περιλαμβάνω ακόμα και τη συνείδησή μου.
Η ποίηση όμως, ως απόφανση αλήθειας που δεν λέει το όνομά της, ως «αλήθεια» δηλαδή, με άλλο όνομα («ψέμα»), η ποίηση «χαμένη στους θάμνους», όπως την εννοεί ο Στίβενς, είναι το μέτρο και του σημερινού ελάχιστα φιλολογικού και καθ’ όλα δημοσιογραφικού κειμένου μου στο Βήμα.
Το έχω ξαναπεί: βλέπω τη γλώσσα και μέσα της βλέπομαι. Κι αυτό που βλέπω είναι η ανάγκη να διαβάλλω τους θεσμούς και να εκθέτω τον εαυτό μου με ένα «Ecce homo» για αρχάριους.
Η «μεγάλη άρνηση», είναι ο τρόπος.
Έτσι επιβιώνω στη σούπα της συνεργασίας και της συναίνεσης. Έτσι υποδέχομαι «τες συμβουλές της νύχτας, με τους συμβιβασμούς της και με τες υποσχέσεις της».
Μπορούμε όμως να κρίνουμε τον κριτικό ή κρίνοντας οδηγούμαστε σε κύκλο φαύλο;
Ο Έλιοτ, για παράδειγμα, διερωτάται «ποια είναι η χρήση, ή οι χρήσεις της λογοτεχνικής κριτικής» (Τ. Σ. Έλιοτ, Δεν είναι η ποίηση που προέχει, εκδ. Πατάκη 2003 (βλ. το δοκίμιο: «Για να κρίνουμε τον κριτικό», 1961), ομολογώντας ότι καμία ικανοποιητική απάντηση δεν βρίσκει. Διερωτάται επίσης, για το κατά πόσο «ο κριτικός μπορεί να αλλάξει το γούστο τού κοινού για τον έναν ή τον άλλον ποιητή». Και αφού αποφανθεί ότι «ο κριτικός δεν μπορεί να δημιουργήσει γούστο», υπενθυμίζει στην τελευταία παράγραφο του κειμένου του ότι με τη δική του «λογοτεχνική κριτική» ασχολήθηκε εξετάζοντάς την «''ως’' λογοτεχνική». Πράγμα που μου επιτρέπει να υποθέσω ότι την εξετάζει ως λογοτεχνία και όχι ως κριτική. Διότι τίποτα περισσότερο δεν θα μπορούσε να συγκρατήσει κανείς από αυτή την κρίσιμη παρατήρηση παρά το «ως» ενός κειμένου και όχι το «τι» του κειμένου.
Δεν γράφουμε βάζοντας μια τελεία εν όψει της αξιολόγησης του κειμένου μας εκ των υστέρων, αλλά συνεχίζουμε ένα κείμενο από εκεί που τελείωσε «ως» να μην έχει τελειώσει και, προφανώς, να μην είχε ποτέ βραβευτεί.
Δεν γράφουμε κριτικές, άρθρα, μυθιστορήματα ή ποιήματα ως «ίδιοι» με σκοπό να γράψουμε πεζογραφία ή ποίηση, αλλά γράφουμε όταν δεν είμαστε αυτοί που νομίζουν πως είμαστε και που, καμία φορά, το νομίζουμε «φουσκωμένοι» κι εμείς.
Ο Έλιοτ έγραψε κριτική ως ποιητής ώστε να μην αφομοιωθεί από τον κριτικό κατ’ επάγγελμα —τον οποίο άλλωστε θεωρούσε έναν «αποτυχημένο δημιουργό». Και αφού αναφερθεί στον «κριτικό με γούστο» —«συνήγορο των συγγραφέων», όπως τον αποκαλεί—, ο οποίος «δεν καλείται στη δικαστική έδρα», και τέλος, αφού αποκλείσει ένα τρίτο είδος «κριτικού» (τον «ακαδημαϊκό» ή τον «θεωρητικό»), καταλήγει στον δικό του τρόπο να ορίσει την κριτική με έναν παράδοξο ορισμό του Φ. Χ. Μπράντλεϊ για τη μεταφυσική: «Η ανεύρεση λαθεμένων αιτιών για ό,τι πιστεύουμε γύρω από το ένστικτο, ενώ η επιθυμία μας να βρούμε τις αιτίες αυτές προδίδει εξίσου ένστικτο».
Ο Έλιοτ δυναμιτίζει εκ των προτέρων τα κριτήρια με κανονιστικές προθέσεις, αναθέτοντας την απόφανση στο ένστικτο και για την ακρίβεια στη «σχέση» ενστίκτου και θεσμού.
«Για μας, υπάρχει μόνο η προσπάθεια. Τα υπόλοιπα δεν είναι δική μας δουλειά», σημειώνει ο Έλιοτ.
Οπότε, «ένα έργο κριτικής», επιμένει ο ποιητής, «κινεί το πραγματικό ενδιαφέρον και όχι μόνο την περιέργεια μιας μελλοντικής γενεάς, μόνον εάν εξακολουθεί να χρησιμεύει στους μελλοντικούς αναγνώστες γι’ αυτό που είναι, αν έχει δηλαδή βαθύτερη αξία έξω από το ιστορικό του πλαίσιο».
Ο Έλιοτ ασφαλώς έχει διαβάσει τον Προυστ: «Τα ωραία βιβλία γράφονται σε ένα είδος ξένης γλώσσας», την οποία, προσθέτω, δεν μιλάει πάντα ο κριτικός, διότι σπάνια γράφει ωραία βιβλία αφού ως επί το πλείστον τα βιβλία του είναι οι αναδημοσιεύσεις των κριτικών του. Άλλωστε, «γράφω» δεν σημαίνει μόνο «εκφράζομαι». Σημαίνει πρωτίστως μεταναστεύω στην ξένη χώρα της ξένης γλώσσας στην οποία οφείλω να γράψω τα «ωραία βιβλία». Γράφω και περνάω τα λάθη μου κατά την εκμάθηση αυτής της ξένης γλώσσας στη ζωή μου και όχι στο χαρτί της εκλογής μου ως μέλος επιτροπών. Και ασφαλώς δεν γράφω, όταν «κρίνω», προκειμένου να ανταποκριθώ στο θεσμό.
Κι όποιος με ρωτήσει σε τι επιτέλους συνίσταται η γραφή, θα απαντήσω με την απορία που διατυπώνει η Βιρτζίνια Γουλφ: «Ποιος μιλάει για γραφή; Ο συγγραφέας ενδιαφέρεται για άλλα πράγματα».
Δε λέω, οι Επιτροπές με διασκεδάζουν, όπως και η Επιτροπή καλλιστείων στους «Βιτελόνι» του Φελίνι. Αλλά επειδή το «κάλος» του εσωτερικού μου κόσμου είναι εγνωσμένο σε όσους τουλάχιστον φιλοκαλούν μετ’ ευτελείας, γιατί να πω πως δεν με ενδιαφέρει η βράβευση τόσο, όσο και η πασαρέλα στο παραθαλάσσιο ξενοδοχείο του Ρίμινι; Αρκεί ο Φελίνι να την έχει σκηνοθετήσει.
Βλέπω λοιπόν τη γλώσσα και ως εκ τούτου, δεν με εκπλήσσει η συστηματική αποσιώπηση του έργου μου από Επιτροπές. Αντίθετα, με έχει ευνοήσει στο μέτρο που οι κρίσεις τους δηλώνουν ένα συνεχιζόμενο «μανή, θεκέλ, φάρες», στον τοίχο του Υπουργείου που τις διορίζει με υπουργικά κριτήρια.
Και επειδή έχω αποδεχτεί την αποσιώπηση σαν το τίμημα του ονόματός μου, έμαθα να γράφω καλύτερα και για τις πολιτικές της εχθρότητας αλλά και της φιλίας.
Για μένα, η πολιτική (οι θεσμοί) και οι πολιτικοί (οι θεσμόπληκτοι) είναι υπόλογοι μάλλον σε μια Οπτική παρά στη Δικαιοσύνη.
Η Οπτική είναι η μεγάλη διάκριση αξιών (ως χρωμάτων). Το κίτρινο που «δεν έχει» ο Βαν Γκογκ όταν γράφει παραπονούμενος στον αδελφό του Τεό. Ή, η «λευκή επιφάνεια» την οποία αδειάζει ο Μπέικον. Ή, το κόκκινο του κρέατος της «κοινής ζώνης ανθρώπου και κτήνους».
Το μάγουλο του πολιτικού δεν κοκκινίζει. Το χλομό μάγουλο τού κατά φαντασίαν Κήνσορα της Επιτροπής, δεν με αφορά. Φρουρός του θεσμού γίνεται εκείνος ο άχρωμος, μύωπας προ της θύρας του νόμου στον Κάφκα. Η μόνη μάχη που δίνει είναι για να παραμένει στη μουντάδα του θυρωρείου.
Έχω και έχετε να πούμε πολλά για τα χρώματα και την αχρωματοψία. Αλλά τη φορά αυτή με μια γλώσσα που είναι συγχρόνως και ο δείκτης εξουσίας του καθενός.
Διότι ο σχηματισμός των συντακτικά και γραμματικά ορθών προτάσεών σας, ή η κατάθεση των πορισμάτων και των επιχειρηματολογημένων ταυτολογιών σας για τα εγγράμματα άτομα που είσαστε, κυρίως οι φιλολογικές σας κοινοτοπίες, είναι το μειονέκτημα.
Και παρότι δεν αναγνωρίζω δύο είδη γλωσσών αλλά δύο πιθανές εκδοχές της ίδιας γλώσσας, και επιπλέον, όσο περισσότερο αυτή η μία γλώσσα υποδέχεται τους συνειρμούς και τις πιθανότητές της, τόσο περισσότερο προσεγγίζει, όχι τη φιλολογία, αλλά την παρτιτούρα του Στοκχάουζεν ή το δειγματολόγιο με τα χρώματα της «Χρωπεί». Ως κριτήρια λοιπόν, προτείνω τα χρώματα και τις νότες μάλλον, παρά τις έννοιες.
Μέσα στη γλώσσα σας ξεφεύγουν πολλά, αλλά κυρίως, αφήνετε να σας ξεφύγει εκείνο που οφείλει να λέγεται: ότι αυτό που «αναρτάται» στο πινάκιο είναι ήδη μια περιπλοκή, όπως κάθε ετυμηγορία. Αυτό το αντιπαρέρχεστε.
Αλλιώς πώς θα είσαστε βέβαιοι γι’ αυτό που ανακοινώσατε;
Αλλιώς πώς θα είσαστε εσείς αξιότιμα μέλη της Επιτροπής Κρατικών Λογοτεχνικών Βραβείων;
Ο θεσμός των Κρατικών Λογοτεχνικών Βραβείων πρέπει να τροποποιηθεί ή να καταργηθεί. Τα μέλη του πρέπει να είναι οι «ασθματικοί» του Σινόπουλου ή να μην είναι.(«Είμαι γνωστός ασθματικός. Λοιπόν είναι δικό μου το λαχάνιασμα όπου τ’ ακούτε», μας γράφει ο Σινόπουλος.)
Και παρότι ως προς εσάς, δεν ξεπερνώ αυτό που επίμονα διατηρώ (την αρνητικότητα), προκειμένου να προφυλάξω το παιδί, έχω επίγνωση και της ενηλικίωσης και των ορίων.
Η παιδική ηλικία δεν θα με ξεβράσει στη σοβαροφάνεια των ενηλίκων που νομίζουν ότι χρειάζονται τον έντιμο πρότερο βίο και γι’ αυτό δεν χειρίζονται εικόνες από το πεζοδρόμιο και το οικόπεδο με τις τσουκνίδες, τόσο του Ελύτη όσο και του Χριστιανόπουλου στη «νυχτερινή» του «πατρίδα», τη Σταυρούπολη.
Να τι πιστεύω. Οι θεσμοί (η εκάστοτε Διεύθυνση Γραμμάτων και Τεχνών) να μην προτείνουν στον ανίδεο υπουργό προέδρους και μέλη για την σύσταση των Επιτροπών.
Να μην απαιτεί ο σχετικός Νόμος φιλόλογο πανεπιστημιακό για τη θέση του προέδρου.
Η κρίση τέλος, να γίνεται «στα τυφλά» και όχι κατόπιν διασκέψεων, όπως συμβαίνει με τους σομελιέ και το καλό κρασί.
Δεν υπάρχουν κριτήρια στη λογοτεχνία. Τουλάχιστον το Κράτος δεν μπορεί να θέτει κριτήρια για το καλό γούστο του αναγνώστη της λογοτεχνίας. Για τις γνώσεις του δεν συζητώ. Αριστεία και Τέχνη δεν πάνε μαζί.
Φίλες και φίλοι,
Μου κάνατε ένα μεγάλο δώρο, όπως άλλωστε και ο αναγιγνώσκων, á ma place, πριν πολλά χρόνια που με επαίνεσε βάζοντάς με στο ακριβότερο μίξερ: της Ειρωνείας
Σας ευχαριστώ!
____________________
* Ομιλία στην Πάτρα στις 17.4.2026, επ’ ευκαιρία της βράβευσης του Γιώργου Βέλτσου με το «Βραβείο Ζαν Μορεάς».