Mais toi, ne veux-tu pas, voyageuse indolente,
Rêver sur mon épaule en y posant ton front?
Alfred de Vigny
α. Κάνει λόγο για ξεραΐλα της ψυχής, ο αφηγητής Marcel στον τέταρτο τόμο (Σόδομα και Γόμορρα) του Αναζητώντας τον Χαμένο Χρόνο του Proust. Και κάνει, επίσης, λόγο για το πλάσμα, τη μορφή, που εμφανίστηκε αναπάντεχα και λυτρωτικά στην κάμαρά του –πλάσμα, άραγε, ή, καλύτερα, φάσμα; – προκειμένου να τον φέρει αντικριστά με τον εαυτό του, να τον αποδώσει στον εαυτό του, να τον ωθήσει απαλά στο να αναβιώσει στιγμές χαμένες στους λαβυρίνθους του χρόνου, να στοχαστεί με αφορμή το φευγαλέο και το εφήμερο των γεγονότων, να συνειδητοποιήσει, έστω θολά και μπερδεμένα στην αρχή, ότι είναι αδιάκοπα διαφεύγουσα, ναι, elusive είναι, ω! η πραγματικότητα, και επίσης μην ξεχνάς, μάτια μου, ότι ο Nabokov διατεινόταν πως η πραγματικότητα είναι ενδεχομένως η μοναδική λέξη που οφείλουμε πάντοτε να τη γράφουμε εντός εισαγωγικών, διότι, εμπλέκεται με το όνειρο η πραγματικότητα, και με τον ρεμβασμό και με την αναπόληση, διαθλάται, ιριδίζει, γεμίζει μαρμαρυγές, αλλοιούται, μετασχηματίζεται, μοντάρεται, είναι κατασκευή η πραγματικότητα, επινόηση είναι όπως και ο εαυτός, μεταπλάθεται, λαχταράει τη λεγόμενη βεβαιότητα του θαύματος, και την ανταμώνει, κάτι ξέρει ο γράφων από θαύματα, κάτι ξέρει.
β. Η διαλεκτική νους/καρδιά, από τη μια, κι από την άλλη η διαλεκτική μνήμη/φαντασία, βεβαίως, εμμένουμε σ᾽ αυτή τη διαλεκτική, ενοικούμε εκεί διότι από εκεί αναβρύζει η βαθύτερη ανθρωπινότητά μας, εκεί ελλοχεύει, με το μαχαίρι στο χέρι, η φόνισσα της εγώτητας, όχι, δεν πρόκειται για εξωραϊσμό, με το έτσι θέλω, των πραγμάτων, αλλά για την πάταξη του εγωισμού, για τη διάλυση/διύλιση, μυχίως, των τωόντι γεγονότων μες στο εργαστήρι της καρδιάς και στο στούντιο της φαντασίας, για τη δεξίωση εντός μας του όντως είναι του άλλου, χαλί να γίνουμε να μας πατήσει ο άλλος, η μεταμοντέρνα Αλμπερτίν, αίφνης, που γι᾽ αυτήν στέργει το είναι μου όλο να γίνει άλλο, ν᾽ απαλλαχτεί από το ελεεινό πια άχθος της διεκδίκησης, να γίνει το όλο μου είναι διάκονος των βουλήσεών της, των θέλω των δικών της, να κάνει το είναι μου όλο θελήματα και αγγαρείες αγόγγυστα, με το χαμόγελο στα χείλη και με το τριανταφυλλάκι στην κομβιοδόχη.
γ. Για δες πώς έχει το πράγμα, πώς συντελείται και σκάει κι απογειώνεται και σε βρίσκει το θαύμα, μακριά από γνώριμες διόδους του νου, πέρα από πύργους ελέγχου του έλλογου και της επεξεργασίας δεδομένων, δίχως να κουρταλεί η χρεία τις θύρες τού επέπρωτο, καθώς όλες οι πιθανότητες παίζουν στο καζίνο των συναισθημάτων, όλα τα ενδεχομένως πάλλονται παρόντα και σφριγηλά: λεπτομέρειες αλήθειας, διαβάζουμε τη σελίδα 115 του εν λόγω τέταρτου τόμου, ξένες στο θέμα, άχρηστες καθαυτές, γι᾽ αυτό και πιο απαραίτητες για να μας αποκαλύψουν τη βεβαιότητα του θαύματος, καθώς η ειρημένη μεταμοντέρνα Αλμπερτίν, στον ώμο του λατρέψαντος λατρεύοντος ερήμην της λατρευτή της, αποκοιμιέται ιδανικά κι ηδονικά ενόσω αυτός της διαβάζει χαμηλόφωνα, όπως του ζήτησε, αποσπάσματα από το υπέροχο βιβλίο Marcel Proust / Η Αναζήτηση του Χαμένου Χρόνου / Θέματα, πρόσωπα και σκηνές που ετοίμασε η Κλαίρη Μιτσοτάκη για τις εκδόσεις Άγρα, στη σελίδα 475 του οποίου απαντά η φράση έχουμε να κάνουμε μ᾽ ένα ιλιγγιώδες καλειδοσκόπιο, φράση που ο Ζάννας, στη σελίδα 90 του τόμου Η Αλμπερτίν αγνοούμενη (ο έκτος του Αναζητώντας τον Χαμένο Χρόνο, ας σημειωθεί) αποδίδει ως ερχόμαστε τότε αντιμέτωποι μ᾽ ένα ιλιγγιώδες καλειδοσκόπιο, κι ο λατρευτής αναμιμνήσκεται ασμένως ότι, μάλλον λόγω κρυπτομνησίας, χρησιμοποίησε τούτη τη φράση, άνευ εισαγωγικών και ως τίτλο, στο βιβλίο που είχε γράψει το 1997 για τον William Seward Burroughs, και πάραυτα, με το μολύβι του, χαράσσει ένα Ω! Ω! Ω! στο περιθώριο της σελίδας 475 του έργου της Μιτσοτάκη.
δ. Και το θαύμα είναι τα κλειστά της μάτια και το θεσπέσιο μειδίαμά της καθώς κοιμάται γερμένη τώρα, ακριβώς όπως το γράφει ο Alfred de Vigny, ταξιδιώτισσα ράθυμη, ονειρεύεσαι, στον ώμο μου ακουμπώντας το μέτωπο, και το θαύμα είναι ωσαύτως το μέτωπο, λευκό, λείο, αλαβάστρινο, και τα δάχτυλά της, μακριά, ελαφρώς στρεβλά απ᾽ τις παρελθούσες αθλήσεις, το μπέιζμπολ και το χόκεϊ, αφιερωμένα τώρα στο γράψιμο με το κίτρινο στυλό διαρκείας που της δώρισε ο λατρευτής της, ο ερήμην της λατρευτής της, και ο ες αεί, εις το διηνεκές, ο αενάως ευγνώμων, καθόσον αυτή, ακουσίως αλλά και απροϋπόθετα, τον απάλλαξε από την ξεραΐλα της ψυχής, τον ευλόγησε με την απρόσμενη εμφάνιση και παρουσία της στη ζωή του, γούσταρε να περιπλανηθούν οι δυο τους στην οδό Νιγρίτης και στην οδό Σπετσών και στην οδό Επτανήσου και στην οδό Ιθάκης και στην οδό Αριστοτέλους και στην οδό Σταυροπούλου και σε τόσες άλλες οδούς που επιμελώς έχουν καταγραφεί στο ειδικό σημειωματάριο όπου καταγράφονται όλα όσα μαζί του έστερξε εκείνη να κάνει, κι ας μην στέργει, ας μην εννοεί να συμμεριστεί την εμμονή του με τον Burroughs και την εμμένειά του στο έργο και την προσωπικότητα του πυραυλοκίνητου David Foster Wallace, δε βαριέσαι, δεν τρέχει τσάι, το ζήτημα είναι το θαύμα και το θαύμα είναι ο ρυθμός της μελωδικής ανάσας της καθώς το κούτελό της έχει γείρει στον ώμο του, καθώς ο ύπνος της είναι κήπος, καθώς είναι σύμπαν η άλως της, κι αυτός ψελλίζει ανεπαισθήτως Εσύ μόνο μού φάνηκες σαν εκείνο που πάντα κανείς αναζητά, ναι, toi seule me parus ce qu’on cherche toujours.