Αχνή Σκιαγραφία της Θλίψης και της Ακανόνιστης Προόδου της Λήθης

Αχνή Σκιαγραφία της Θλίψης και της Ακανόνιστης Προόδου της Λήθης



Dogs are Shakespearean, children are strangers.
Let Freud and Wordsworth discuss the child,
Angels and Platonists shall judge the dog
DELMORE  SCHWARTZ



α. Διακλαδώσεις της μνήμης, διελκυστίνδες διαρκείας με τα δευτερόλεπτα που χάνονται, η διαλεκτική των διακυμάνσεων, ιδού και πάλι οι διαλείψεις της καρδιάς, για τις οποίες έκανε λόγο ο Marcel Proust, στη δική του μνημειώδη αναίρεση και ανάκτηση του Χρόνου, πείθοντάς μας, την φράξια μιας φράξιας εκείνης της γενιάς που ναι μεν δαπανήθηκε στις λόχμες (Μακρής) πλην όμως δεν έστερξε να χάσει πασχάλια και αυγά μες την πολλή συνάφεια (Καβάφης) καθόσον είχε αντιληφθεί ήδη από την αμούστακη εμπλοκή της με την περιπέτεια της ποίησης πως η ζωή δεν έχει πώμα (Καρούζος) ναι, πείθοντάς μας ότι ελισσόμενοι ανάμεσα στα μεγάλα αγκωνάρια και στους άφθαρτους βράχους της Καταγωγικής Περιοχής μας δεν αποκλείεται να στέρξει μια κάποια, έστω απροσδιόριστη και elusive, αρχικά, λύτρωσις να μας επισκεφτεί και να μας ευλογήσει, ούτως ώστε κάτι να ψελλίσουμε κι εμείς, κάπως να κατορθώσουμε την διατύπωση της αγωνίας που με τόσα και τόσα roller coaster απειλών μάς κατέτρυχε, πάει να πει επιλέγοντας ως οδοδείκτες και καταλύτες τους δύο Marcel, τους Proust & Duchamp, ξετσουτσουρευτήκαμε μες στην εκαστότητά μας και δέσαμε απ’ την άλλη το ατσάλι της φιλίας, κυμαινόμενοι, βάλε μισόν αιώνα τώρα, ανάμεσα στο εγώ και το εμείς, ήτοι παίζοντας, καθώς λέγει ο αείζωος φίλος και συνομιλητής μας, ο Γιάννης Τζώρτζης, μπακότερμα στα λάχανα.

β. Σκύβοντας ξανά, για τέταρτη φορά, στο Αναζητώντας τον Χαμένο Χρόνο --μια προσευχή ανά δεκαετία--, ακολουθώντας μάλιστα την αντίστροφή σειρά (εκκίνηση από τον Ανακτημένο Χρόνο, τερματισμός με τη Μεριά του Σουάν) θέλησα, και το έκανα, να καταγράψω ένιες ψυχοβιολογικές επιπτώσεις που προκάλεσε το εν λόγω σκύψιμο, η εν λόγω προσευχή, καθώς και ένιες σωματικές τοιαύτες, καθώς και σκέψεις, ακόμα και ενύπνια, που λοξοδρομούσαν συχνά από την προυστική μελέτη παρότι από αυτήν ξεκινούσαν ― συνέλαβα φέρ’ ειπείν, τον εαυτό μου να έχει αναπάντεχα επιδοθεί, διαβάζοντας, σε γέλωτες ομηρικούς, σε φαλσταφικές γελάρες, όχι σε προσήκουσες στιγμές είναι η αλήθεια, μολοντούτο με μιαν ασυγκράτητη γελωτομανία, η οποία μου έφερε στον νου την του Emmanuel Levinas (12.1.1906-25.12.1995) μαρτυρημένη γελωτομανία που τόσες και τόσες φορές τον έφερε σε δυσχερή θέση καθώς έδινε διαλέξεις ή δίδασκε σε αμφιθέατρα, ή πάλι συνειδητοποιούσα έξαφνα ότι επί εικοσιτετράωρα είχα κάνει πέρα το διατροφικό μου πρόγραμμα, επιμένοντας (ακουσίως και με αλόγιστη αφηρημάδα) να σιτίζομαι πλημμελώς και, ίσως ακόμα χειρότερα, να έχω αντικαταστήσει τη βότκα με το ουίσκι παρά το γεγονός ότι ήδη από των Φώτων του 2023 είχα προβεί στην κάθετη και ρητή αντικατάσταση του ουίσκι με τη βότκα, μια απόφαση που συνέβαλε στο να χάσω κάμποσα κιλά μέσα σε σχετικά αμελητέο χρονικό διάστημα, και τούτο διότι η πόσις ουίσκι (πάντα ιρλανδέζικου, και πάντα περιπαθώς) συνοδευόταν με ευρεία κατανάλωση φιστικιών Αιγίνης, αυγοτάραχου Μεσολογγίου, και καρμπονάρας (ιδίως αχάραγα) ενώ η αντίστοιχη πόσις βότκας (πάντα Πολωνίας) συνοδευόταν με τη λιτή απόλαυση πράσινων μήλων και, ενίοτε, αβοκάντο.

γ. Μια άλλη επενέργεια και διακλάδωση της μνήμης που επέφερε η περιπολία στο προυστικό αχανές ήταν η (όχι τόσο δυσεξήγητη όσο αρχικά μου φάνηκε) εκ νέου επίμονη ενασχόλησή μου με το έργο του νοερού μέντορά μου, του ζωγράφου/ποιητή Αλέξη Ακριθάκη καθώς και με το έργο του πεζογράφου/ζωγράφου Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη που με έχουν αμφότεροι αναστήσει και διαπλάσει σε ανύποπτο χρόνο, έχουν δε διαμορφώσει και τους άλλους της ωραίας παρέας, καθιστώντας μας όλους, με την πάροδο των δεκαετιών, διανοούμενους άνευ χαρτοφυλακίου, σα να λέμε snipers των Γραμμάτων και των Τεχνών, γεγονός το οποίο, καίτοι δεν είναι άμοιρο αντιξοοτήτων (κυρίως οικονομικής φύσεως), εντούτοις μάλλον ωφέλησε τη διαδικασία έκφρασης των όσων κατέκλυζαν ψυχή και τσερβέλο, το cerebellum ημών των θρασυτάτων μειρακίων που βγήκαμε, με συνοπτικές διαδικασίες (βλ. Θάνος Σταθόπουλος, Η διασκευή του εαυτού μου στις 06:30, εκδ. Ίκαρος), στο κουρμπέτι από τα φλεγόμενα δεκαέξι μας και, δόξα τω Θεώ, παραμένουμε στο εν λόγω κουρμπέτι χωρίς πολλές παράπλευρες απώλειες, η αλήθεια είναι.

δ. Κι ύστερα, Κυριακή ήτανε, 22 Φεβρουαρίου, εφέτος, 2026, της Καθαράς Δευτέρας παραμονή, Σαρακοστής κατώφλι, η λεγόμενη (από εμέ) Ντρίμπλα Bitov, ήτοι το προμεταμοντέρνο έπος Οίκος Πούσκιν, του Andrei Bitov (27.5.1937-3.12.2018), ένας αίνος στον οίνο της λογοτεχνικής σύμπλεξης των ιστοριών (stories) με την Ιστορία (History), έργο που, ενώ δεν το βαραίνει η σκιά του Proust, δεν θα είχε, θαρρώ, τη μελωδική ένταση που το συνέχει εάν δεν είχε προηγηθεί το προυστικό επίτευγμα, έργο επίσης που, όπως και το Αναζητώντας, με οδήγησε σε δαιδάλους της παιδικής και εφηβικής μου ηλικίας, στις παλλόμενες σχέσεις με τον αείμνηστο πατέρα μου, στις παρτίδες σκάκι που παίζαμε όταν ήμουν στα δεκαπέντε μου, κι αυτός στα σαράντα τέσσερα, στην Πορταριά, στη δροσερή σκιά που άπλωναν ευπρόσδεκτα τα πλατάνια και οι κυδωνιές, ενώ φλυαρούσε κελαρυστά το νερό από την πέτρινη βρύση, και μας έφερνε χαμογελώντας η μητέρα βανίλια υποβρύχιο, μερακλίδικο καφεδάκι, καμιά φορά κι ένα ουζάκι που το συνόδευαν αντσούγιες, ντομάτα τριαντάφυλλο, ελίτσες, κι ήταν θεσπέσια εκείνη η πρώιμη εφηβική απόλαυση του ούζου, ω ναι, προοίμιο ήταν μελλοντικών αμέριμνων κρασοκατανύξεων, ενίοτε έως υπερβολής, αλλά πάντα δίχως μεταμέλειες μάταιες, μα χρεωμένες στρατηγικά στην καβαφική εκδοχή της νοήσεως, αν μ’ εννοείς – ιδού: Κ’ η αποφάσεις μου να κρατηθώ, ν’ αλλάξω / διαρκούσαν δυο εβδομάδες το πολύ, ως εκ τούτου, λοιπόν, προσφέρω τώρα στον εαυτό μου μια βότκα, ένα πράσινο μήλο, και την ποιητική πεποίθηση του Delmore Schwartz (προσεχώς περισσότερα, ίσως και πολύ περισσότερα, γι’ αυτόν) ότι οι σκύλοι είναι σαιξπηρικοί, ότι τα παιδιά είναι παράξενα, κι ότι ας αφήσουμε τον Freud και τον Wordsworth με τα παιδιά να καταπιαστούν και τα παιδιά να μελετήσουν ενόσω οι άγγελοι και οι πλατωνιστές θα κρίνουν τα σκυλιά (ιδίως, ας μου επιτραπεί να συμπληρώσω, τα σκυλιά στην ποίηση του αείμνηστου φίλου μας, του Γιώργου Κακουλίδη).

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: