Εδώ στην εσχατιά τής γης
στην ράχη του πολέμου, τής σφαγής
πέτρες και κόκαλα.
Κι ο άνεμος φέρνει αλισάχνη
τα δέντρα να σκεπάζει, πάχνη
χορτάρια, βότσαλα.
Έλα ψυχή μου, δες τον ήλιο
που βασιλεύει μες στο σπήλιο
δίχως εφέ και κρόταλα.
Πάνω στης νύχτας το μανουάλι
γίνε κερί και λάμψε πάλι
δακρυσμένα, σιγαλά.