Τέσσερα ποιήματα που του άρεσαν πολύ: Βιγιόν, Μαλλαρμέ, Γέητς

Ο Γιάννης Βαρβέρης, ευπατρίδης της Ποιήσεώς μας, γνώριζε σε βάθος την αγγλική και την γαλλική ποιητική Γραμματεία. Η μνήμη του ήταν τεράστια – μπορούσε να σου απαγγείλει με άψογη προφορά, ποιήματα που τα ζούσε. Παρουσιάζω εδώ, κάποια από τα ποιήματα που έζησα την απαγγελία τους από τον ίδιον, σε θρυλικές για μένα συναντήσεις, στο καφέ κάτωθεν της πολυκατοικίας του, στο εστιατόριο «Κεντρικόν» και αλλού.
Με τον Ηλία Λάγιο, κάναμε «κόντρες» μνημοτεχνικής με διαιτητή τον Γιάννη μας. Διόρθωνε λέξεις που μας ξέφευγαν, σαν να είχε τα ποιήματα τυπωμένα μέσα του. Λάτρευε τον Villon, τον έλεγε «Ρεμπέτη των Παρισίων». Μιλούσε με θαυμασμό για την ευλυγισία του δεκατρισύλλαβου στίχου του. Για τον Μαλλαρμέ έλεγε πως ο συνδυασμός της πλαστικότητας και της μουσικότητας στον στίχο του τον κάνει μοναδικό. Όσο για τον Γέητς, τόνιζε την συνδυαστική δεινότητα μεταξύ του αποκαλυπτικού και του χθόνιου στοιχείου στην ποίησή του,την αχλύ των θρύλων, την (αυτό)ειρωνεία του και τον σαρκασμό.

Οι μεταφραστικές αυτές δοκιμές, σε ποιήματα που ο ποιητής του «Ανθρώπου Μόνου» –ενός έργου μοναδικής και συγκλονιστικής, πρόσωπο προς Πρόσωπο, συνομιλίας ανθρώπου και Θεού– αγαπούσε και γνώριζε από στήθους, ας είναι κερί στην Μνήμη του.

Τέσσερα ποιήματα που του άρεσαν πολύ: Βιγιόν, Μαλλαρμέ, Γέητς

Φρανσουά Βιγιόν

  XVII. ΕΠΙΤΑΦΙΟ

ΕΝΘΑΔΕ ΚΕΙΤΑΙ ΣΕ ΤΟΥΤΟ ΤΟ ΓΙΑΤΑΚΙ
ΑΠΟ ΕΡΩΤΑ ΣΑΓΙΤΑ ΣΚΟΤΩΜΕΝΟ
ΑΜAΛΑΓΟ ΕΝΑ ΣΚΟΛΙΑΡOΠΑΙΔΟ:
ΦΡΑΝΣΟΥΑ ΒΙΓΙΟΝ ΤΟ ΛΕΓΑΝΕ, ΤΟ ΔΙΚΑΣΜΕΝΟ.
ΔΕΝ ΕΙΧΕ ΧΩΜΑ ΣΠΙΘΑΜΗ, ΕΙΧΕ ΜΟΙΡΑΣΜΕΝΟ
ΟΛΟ ΤΟ ΕΧΕΙ ΤΟΥ ΑΠΟ ΔΩΘΕ ΚΙ ΑΠΟ ‘ΚΕΙ:
ΣΚΑΜΝΙ, ΤΡΑΠΕΖΙ, ΤΟ ΞΕΡΟΚΟΜΜΑΤΟ ΜΟΥΧΛΙΑΣΜΕΝΟ.
ΓΙ’ ΑΥΤΟΝΕ ΨΑΛΤΕ ΣΤΟΝ ΘΕΟ ΕΥΧΗ.

                                  Ε Υ Χ Η

Κύριε, αιώνια ανάπαυση στο φως,
Δώσε σε τούτον τον συφοριασμένο.
Μήτε της γης μια σπιθαμή, μήτε στρωμένο
Πλούσιο τραπέζι χάρηκε ο φτωχός.

Σπανός είτανε, δίχως τρίχα, φαλακρός
Γυάλιζε ωσάν αυγό ξεφλουδισμένο.
Δώσε του αιώνια ανάπαυση στο φως.

Τον σπρώξαν στο μπουντρούμι με το ζόρι
Με μια κλωτσιά στα πισινά, σαν φλώρι
Κι ας ούρλιαζε: «Διαμαρτύρομαι! Σιγά!!»
Δεν τα μασάνε τα κολπάκια αυτά.
Μα χάρισέ του την τρυφή στα φωτεινά.


Στεφάν Μαλλαρμέ

ΔΩΡΟ ΤΟΥ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ

Σου φέρνω το παιδί, καρπό μιας νύχτας Ιδουμαίας!
Μαύρο και φτερωματωμένο, χλωμό και μαδημένο,
από φλεγόμενο γυαλί, χρυσό, αρωματισμένο,
από του πάγου σκυθρωπά παράθυρα, αλλοίμονο! Ωραία
Η αυγή πλημμύρισε, γύρω απ’ τον λύχνο, Αγγέλου παρουσία.
Δάφνες και φοινικιές! Όμως σαν φανέρωσε το λείψανο, απουσία
σ’εκείνον τον πατέρα συσπασμένο ξόανο
σ’ένα χαμόγελο εχθρικό κι ανώφελο,
η άγονη κυανή μοναξιά γέμισ’ ανατριχίλα.
Ώ λίκνο, εσύ, της κόρης σου μέσα σε φυλλωσιά
αθωότητας,των κρύων σου ποδιών, δέξου μια γέννα φοβερή:
Κι όπως έγινες φωνή μεστή μ’ήχους βιολιού κι οργάνου αρχαίου
θα πιέσεις το στήθος σου με δάχτυλο μαραμένο
απ’ όπου η γυναίκα λευκοντυμένη Σίβυλλα αναβλύζει
για χείλη όπου η δίψα του παρθένου γαλανού ποτίζει;

Ουίλιαμ Μπάτλερ Γέητς

ΟΙ ΓΡΑΜΜΑΤΑΝΘΡΩΠΟΙ

Γυμνές οι κεφαλές τους λησμονούν τα κρίματά τους
γέρων λογίων αξιοσέβαστες φαλακροκεφαλές
επιμελούνται, με σπουδή αναλύουν στα γραπτά τους
στίχους ωραίων παλληκαριών, γραμμένους σε σκληρές
κλίνες, τονισμένους μες στο βάσανο του έρωτά τους
για να υμνηθεί το κάλλος, αθώο κι επισφαλές.
Σέρνουνται όλοι τους∙ βήχουνε∙ κολυμπάνε στο μελάνι
με τα καινούργια τους ποδήματα ξηλώνουν το χαλί.
Ο ένας τους κρεμιέται απ’ του άλλου το γαϊτάνι
κι όλοι με των γειτόνων τους γνωστούς, γνωρίζονται πολύ.
Κύριε, άραγε τι θα ψέλλιζαν οι έρμοι τούτοι εδώ
αν ο φτωχός ο Κάτουλλος, με την δική τους περπατούσε αιδώ;
     


Η ΜΟΥΡΛΟ-ΤΖΕΝΗ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Μιας νύχτας ο αγαπητικός
όταν το θέλησε ήρθε,
και γλυκοχάραμα, ορμητικός
–μαζί μου ή μοναχός;– έφυγε ως ήρθε
πάνε κι έρχονται οι άντρες δυστυχώς.
Όλα απομένουν στου Θεού τα χέρια.

Φλάμπουρα στραγγαλίζουν τον ορίζοντα.
Οι σιδερόφραχτοι περνούν.
Θωρακισμένα άλογα χρεμετίζοντας
στης μάχης την κλεισούρα αδημονούν.
Τα πάντα στου Θεού τα χέρια.

Μπροστά τους σπίτι είναι χτισμένο
με πέτρες χρόνων παιδικών
παντέρημο κι ερειπωμένο.
Μα ξάφνου φωταγωγημένο
από την πόρτα ως την σκεπή.
Τα πάντα στου Θεού τα χέρια.

Τον άγριο Τζακ είχα εραστή.
Κι αν είν’ σοκάκι το κορμί
και το διαβαίνουν οι περαστικοί
δεν βαρυγκόμησε στιγμή
και πάντα, πάντα τραγουδεί:
Όλα στα χέρια του Θεού απομένουν.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
 

αυτόν τον μήνα οι εκδότες προτείνουν: