«Να επισκεπτόμαστε τους επιζώντες ποιητές»: Σχόλια και μαρτυρίες

«Να επισκεπτόμαστε τους επιζώντες ποιητές»: Σχόλια και μαρτυρίες

Με τον Γιάννη Βαρβέρη γνωριστήκαμε λίγο προτού να εκδοθεί η πρώτη μου ποιητική συλλογή (Τα μαστίγια, 1980). Όταν άκουσε ότι πρόκειται κι εγώ να μπω επίσημα στον χώρο της ποίησης, η χαρακτηριστική του αντίδραση ήταν: «κι εσύ τέκνον Βρούτε;» Και μόλις του χάρισα την πρώτη μου αυτή συλλογή, μου ψιθύρισε εμπιστευτικά: «Θα ξέρεις ότι εγώ λέω τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη. Δεν μασάω τα λόγια μου, αν κάτι δεν μ’ αρέσει. Δεν συγχωρώ τις πετριές που πέφτουν στο κεφάλι μου από μια κακή ποίηση». Μόνιμος σύνδεσμός μας ήταν εκείνα τα χρόνια ο ποιητής Γιώργος Μαρκόπουλος, συνάδελφός μου στην κοινή βιοποριστική μας απασχόληση σε μια βιομηχανία αλουμινοχάρτου, από την λαϊκότητα του οποίου ο Γιάννης προσπαθούσε να κερδίσει ό,τι και όπως μπορούσε. «Όχι ότι είναι το στοιχείο μου, έλεγε, αλλά σε κάποιες συγκυρίες μπορεί κάτι να μου προσθέσει». Κοινός τόπος των συναντήσεών μας ήταν το μπαρ «Ιntime» στην πλατεία Βικτωρίας και πιο συχνά το σπίτι του ποιητή Σταύρου Βαβούρη.
Ήταν αξιοθαύμαστη η επιμονή του Γιάννη Βαρβέρη να επισκέπτεται τον Σταύρο Βαβούρη (1925-2008) στο σπίτι του στην οδό Μεγάλου Αλεξάνδρου του Μεταξουργείου, να τον συντροφεύει για ώρες και πολλές φορές να τον παίρνει μαζί του, υποβασταζόμενον λόγω της αναπηρίας του, σε διάφορες κοντινές ταβέρνες. Πάντα είχα την απορία για την υπομονή του Γιάννη να συναναστρέφεται τον ουδέποτε ευχαριστημένο Βαβούρη, ο οποίος δεν χρωστούσε καλό λόγο σε κανέναν. Ήταν χαρακτηριστική η φράση του «μισώ εκείνους που με ευεργέτησαν». Ωστόσο, οι περισσότεροι από μας τον αντιμετωπίζαμε μακρόθυμα και ανεχόμασταν όλες τις ιδιοτροπίες του, για χάρη των καλών ποιημάτων που είχε γράψει και που μας είχαν αρέσει. Στο σπίτι, λοιπόν, του Βαβούρη συναντούσα συχνά τον Γιάννη Βαρβέρη, τον Γιώργο Μαρκόπουλο (γεν. 1951) και τον Χριστόφορο Λιοντάκη (1945-2019), με τον τελευταίο να μην ξεχνάει ποτέ να φέρνει μαζί του ένα μπουκάλι ουίσκι και μία κόκα-κόλα του λίτρου.
Στις συναντήσεις αυτές που ήταν πάντα νυχτερινές και κάποτε ολονύκτιες ακούγαμε συνήθως τον οικοδεσπότη να μας αφηγείται ιστορίες του βίου του με εμβόλιμες επιθετικές αναφορές κατά γνωστών και αγνώστων μου (τότε) λογοτεχνών ή να μας διαβάζει ποιήματά του και κυρίως τα ανέκδοτά του για να δει πώς ακούγονται στους τρίτους. Μια τέτοια νύχτα με σαρωτική βροχή να πέφτει στα μισόκλειστα παράθυρα του σπιτιού ακούσαμε την απαγγελία του ποιήματος «Στον αστερισμό των χρόνων και των εγκλίσεων του ρήματος έρχομαι», στο τέλος της οποίας ο ποιητής των «Ἁτρειδών» εξέφρασε την πικρία του, επειδή η Λένα Σαββίδη δεν είχε πειστεί από το ποίημα και δεν είχε δεχθεί να το εκδώσει. «Μα δεν πειράζει Σταύρο», τον παρηγορούσε ο Γιάννης, «θα μιλήσουμε στον Κάτο, τώρα πια είναι της μόδας τα ''Τραμάκια''». Και πράγματι, έπειτα από λίγο καιρό το ποίημα εκδόθηκε στα «Τραμάκια» της Θεσσαλονίκης.
Όταν οι απαγγελίες του Βαβούρη στέφονταν με την απόλυτη επιτυχία, δηλαδή με την καταλυτική αποδοχή του ακροατηρίου, τότε ακολουθούσε μουσική για να συμπληρωθεί και να αναχθεί η ομορφιά της ατμόσφαιρας στη σφαίρα του μυστηρίου. Ο Βαβούρης έπαιζε στο πικάπ δίσκους του Καρλ Ορφ ( 1895-1992), τον οποίο δεν είχαν ανακαλύψει ακόμα τα πολιτικά κόμματα και της Zarah Leander (1907-1981). Φεύγοντας από την παννυχίδα ο μόνος που δεν είχε πρόβλημα με την εργασία του την άλλη μέρα ήταν ο Γιάννης, επειδή όπως επιβεβαίωνε ο συνάδελφός του στο Υπουργείο Εξωτερικών και ποιητής Ερρίκος Μπελιές (1950-2016) είχε βρει τον κατάλληλο τρόπο να απομονώνεται στο γραφείο του και να τον «μισοπαίρνει» για λίγο. Φεύγοντας και πηγαίνοντας αρχικά προς την ίδια κατεύθυνση, εκείνος προς την Αλκιβιάδου της πλατείας Αττικής κι εγώ προς την Μακ Μίλλαν της Πατησίων, μου έλεγε: «Βλέπεις, λοιπόν, ότι πρέπει να επισκεπτόμαστε τους πρεσβύτερους ποιητές. Οι καημένοι είναι σαν ανοιχτό βιβλίο. Βλέπεις όλα τα σημεία της βιοτικής τους οδού. Έτσι ξέρεις από ποια κοινά σημεία πέρασες κι εσύ και από ποια δεν πέρασες και πολύ πιθανόν από ποια θα περάσεις αργότερα. Βλέπεις τις δυσκολίες που συναντούν στην ποίησή τους. Να επισκέπτεσαι λοιπόν αυτούς που μένουν εδώ κοντά σου, να δίνεις και να παίρνεις χαρά και να τους είσαι καλός χωρίς να αφήνεις ίχνη της καλοσύνης σου. Δεν χρειάζεται». Και με συμβούλευε σαν πιο πεπειραμένος στα λογοτεχνικά πράγματα: «Να μην τους αφιερώνεις ποιήματα. Δεν ξέρεις πότε θα εκτεθείς. Εγώ, για να βγάλω την όποια υποχρέωση, τους πάω σοκολατάκια».

Σε λίγο καιρό αργότερα εκδόθηκε η συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη Αναπήρων πολέμου (1982) παράλληλα με τη δική μου Μεταλλαγή στο απροσδόκητο. Όταν συναντηθήκαμε για να τις ανταλλάξουμε ο Γιάννης επαιρόταν για τον ευφάνταστο τίτλο του, επειδή δεν περιείχε άρθρο στη διατύπωσή του. Δεν του άρεσαν ποτέ οι τίτλοι που περιείχαν το άρθρο μέσα τους σε οποιαδήποτε πτώση. Διαβάζοντας τη συλλογή αυτή συνάντησα στη σελ. 70 το ποικίλως προαναγγελθέν σε μένα ποίημά του «Να επισκεπτόμαστε τους επιζώντες ποιητές». Δεν πρόλαβε να περάσει η πρώτη μέρα της ανάγνωσης και δέχθηκα τηλεφώνημα από τον Σταύρο Βαβούρη, που ωρυόταν: «Είδες που με έκανε ποίημα; Είδες που το έγραψε για μένα;» Προσπάθησα να τον ηρεμήσω: «Ησύχασε Σταύρο, πουθενά δεν σε αναφέρει, αλλά κι αν σε εννοεί, πού είναι ο ψόγος;» «Μα, δεν κατάλαβες», μου επιμένει, «λέει τους επιζώντες ποιητές, επειδή όπου να ‘ναι θα ψοφήσουν!»
Πέρα από την αφήγηση του ποιήματος, στις λεπτομέρειες της οποίας πολλά στοιχεία παραπέμπουν στις επισκέψεις του ποιητή στην οικία Βαβούρη, θα πρέπει να σημειώσουμε το γεγονός ότι ο Γιάννης Βαρβέρης ήταν ένας πολύ κοινωνικός άνθρωπος με πάμπολλες γνωριμίες και επομένως φυσικό ήταν να επισκέπτεται πολλά σπίτια και φυσικά σπίτια επιζώντων ποιητών μεγαλύτερης ηλικίας. Δεν ήταν ποτέ μονήρης ή σπιτόγατος, αλλά χαρακτήρας εξωστρεφής, ακούραστος στις συναναστροφές και φίλος των συναφών με τη λογοτεχνία καλλιτεχνικών εκφράσεων. Πήγαινε συχνά στο θέατρο για τις κριτικές του των θεατρικών παραστάσεων, αγαπούσε τις παρέες και τα στέκια, έμπλεκε σε ξενύχτια και ήταν η ψυχή των πειραγμάτων σε κάθε κύκλο φίλων και συνεργατών. Ήταν ετοιμόλογος και εγκεφαλικός. Την κάθε στιγμή μπορούσε να σκύψει στο αυτί σου για να σου ψιθυρίσει κάτι και να ξεσπάσεις σε γέλια παραδοχής της έξυπνης ατάκας. «Κοίτα», μου λέει μια φορά, «δεν σου μοιάζει το κεφάλι του Μπελιέ σαν αυγό με μύτη;» Ο Μπελιές τα δεχόταν καλόκαρδα και ποτέ δεν είχε παρεξηγηθεί μαζί του κι ας ήταν ένας από τους πιο εύκολους στόχους για τα πειράγματά του.
Την παρότρυνση του ποιήματός του στον πρώτο στίχο «να επισκεπτόμαστε τους επιζώντες ποιητές» επιτείνει και το αμέσως ακολουθούμενο επιχείρημα του επόμενου στίχου «αν μάλιστα τυχαίνει να μένουμε στην ίδια πόλη», όπως και η περίπτωση του Βαβούρη. Επί πλέον διευκρινίζει ότι μιλάει κυρίως για ποιητές που είναι ή μεγαλύτεροι στην ηλικία και μάλιστα σε ηλικία που είναι κοντά στο κλείσιμο του βιολογικού κύκλου ή που να έχουν κάποιο άλλο πρόβλημα υγείας και εξ αυτού να είναι πάλι ή κοντά στο κλείσιμο του βιολογικού κύκλου ή κοντά σε αδυναμία οιασδήποτε πρόσβασης στον έξω κόσμο. Να είναι γενικώς σε τραγικά μειονεκτική θέση. «Να τους βλέπουμε πού και πού», ὅπως αυτός έβλεπε πού και πού τον Βαβούρη, στην πραγματικότητα τον έβλεπε πολύ συχνά και πολύ τακτικά, εμείς όμως, οι ποιητές-αναγνώστες του ποιήματος, ας τους βλέπουμε αραιότερα. «Εκεί που ζούμε ήσυχοι», λέει, συνεχίζοντας, «βέβαιοι πως ζούνε κι αυτοί - ξεχασμένοι έστω» κι εδώ ο ποιητής ειρωνεύεται πικρά και σαρκάζει, επειδή καθόλου βέβαιο δεν είναι ότι ζούνε κατά κάποιο τρόπο, αποκομμένοι και ξεχασμένοι, γιατί εκεί έρχεται το «μαντάτο» της τελευτής τους. Και ο Βαβούρης ήταν έτσι ξεκομμένος και ξεχασμένος, ας δούμε τα ποιήματά του Λόγω της βροχής (1971), όπου κραυγάζει αγανακτισμένος και σχεδόν οδύρεται για την έλλειψη συντροφιάς και για την μη έλευση φίλων στο σπίτι του, αφού αυτός λόγω της σωματικής κατάστασής του δεν μπορούσε να εξέλθει εύκολα. Η παραίνεση λοιπόν του ποιήματος συμπίπτει και πάλι με την ιδιόμορφη βιοτική απομόνωση του Βαβούρη.

Το ποίημα μιλάει για επιζώντες ποιητές και όχι για πεζογράφους. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο Γιάννης Βαρβέρης απέφευγε τη συντροφιά των πεζογράφων ή ότι δεν έκανε επισκέψεις σ’ αυτούς. Όμως επικεντρώνοντας το θέμα του στους ποιητές, έρχεται φυσιολογικά πιο κοντά στην περίπτωση του Βαβούρη, ένα όνομα κατά το ήμισυ σχεδόν ομόηχο με το δικό του. Βέβαια πολλές κατά καιρούς επισκέψεις του ποιητή σε σπίτια άλλων ποιητών μπορεί να έχουν συνενωθεί μέσα στο ποίημα με μία φαντασιακή σύμφυση των στοιχείων τους και μια συναισθηματική ώσμωση των αναμνήσεων. Ο χαρακτήρας όμως του υπονοούμενου ποιητικού προσώπου και τα δρώμενα του οικιακού χώρου προδίδουν την βαβούρεια πηγή της έμπνευσης και της οπωσδήποτε παρατεταμένης διεργασίας της σύνθεσης του ποιήματος.
Οι στίχοι της τέταρτης στροφής «αποτραβιούνται σπίτι τους / ακούγοντας δίσκους παλιούς / γράφοντας λίγο / όλο και πιο λίγο /πράγματα μέτρια» είναι ακόμα πιο ενδεικτικοί για τη μοναχική ζωή του Βαβούρη, την καθημερινή καταφυγή του στο πικάπ και τους παλιούς του δίσκους, καθώς και την αρχόμενη δυστοκία του. «Δεν μου βγαίνουν πια τα ποιήματα εύκολα», μού παραπονιόταν συχνά ο Βαβούρης και φαντάζομαι ότι αυτό θα το έλεγε σε όλους. Ή, άλλες φορές, νοσταλγώντας αφόρητα τη θάλασσα, ομολογούσε: «Τι δυσκολία. Έκανα άσωτες απόπειρες να περιγράψω τον τρόπο που απομακρύνονται τα φώτα των πλοίων στη θάλασσα, αλλά δεν μου βγήκε κανένα καλό ποίημα».
Προχωρώντας στο εν θέματι ποίημα βλέπουμε πως η πλοκή της αφήγησης υπεισέρχεται προοδευτικά και στην ακραιφνή μυθολογία. Το ποίημα απογειώνεται για να βρει δρόμους και κατευθύνσεις στην έλλογη και άλογη ερμηνεία του βίου μας, να ακούσει μυστικές φωνές, να δει πράγματα παράλογα και φαντασιακά, να εξηγήσει με τον μοναδικό τρόπο της ποίησης αυτό που η ίδια η ζωή αφήνει ανεξήγητο και κυρίως να πείσει ότι τα περισσότερα φαινόμενα του βίου μας δεν πρόκειται ποτέ να εξηγηθούν. Δραματική και περίπλοκη είναι πάντα η σχέση του ανθρώπου με τον χρόνο, καθώς και η συνάφειά του με τον πλησίον. Η ένταξή μας στο εφήμερο παρόν, η αναμενόμενη αποβολή μας από το προσκήνιο και η μετάθεσή μας στο παρελθόν, η σύγκρουση μνήμης και προοπτικής του μέλλοντος που επιφέρει τον ζόφο είναι στοιχεία που αυτό το ποίημα τα διαπλέει και τα σημαδεύει με μια φωτεινή αφή.
Ο ποιητής βλέπει τους επιζώντες ποιητές να φεύγουν πολύ πριν από τον πραγματικό τους θάνατο. Ἡ άραχλη ζωή τους τούς αποκόπτει από τον κόσμο και τους φυλακίζει στο μίζερο σκότος της «κλεισούρας» τους. Αυτός ο προ-θάνατος είναι που συγκινεί τον Βαρβέρη και εστιάζει το θέμα του σ’ αυτή την τραγική εξέλιξη, όπου συντελείται μια παράδοξη φαινομενολογία πάνω στο πρόσωπο του επιζώντα ποιητή, που από την παρουσία κατέρχεται προς τα υπόγεια σκοτάδια της αφάνειας και της απουσίας. «Φυτρώνουνε στα βλέφαρά τους / λουλούδια τρομερά», διηγείται το ποίημα και «η επιστήμη σηκώνει τα χέρια ψηλά», ενώ «οι περαστικοί κι οι γείτονες σταυροκοπιούνται». Ο επιζών ποιητής, μη μπορώντας να εξασφαλίσει τη συμμετοχή του στον κόσμο, προσπαθεί να κοσμήσει την αγωνία της μοναξιάς του. Ανθίζει από μέσα προς τα έξω και μια χλωρίδα εσωτερικής άνοιξης εξωτερικεύεται και φύεται μέσα και έξω από τα μάτια του. Το θαύμα αυτό είναι ορατό και για τους μη ποιητές, δηλαδή στους γείτονες και τους περαστικούς, όπως διατείνεται η ενδιάθετη ώθηση της ποιητικής υπερβολής. Η ποίηση που πια δεν μπορεί να διατυπωθεί με λέξεις ξεχειλίζει από τον επιζώντα για την ώρα ποιητή σαν μια ρευστή περικοκλάδα γεμάτη φως. Θυμίζει τον κούκο της Κίνας που όταν πλησιάζει ο θάνατός του κλαίει με δάκρυα από αίμα. Ή σαν το δέντρο «μέλιγος», που όταν πρόκειται να ξεραθεί, γεμίζει με χρώματα του θανάτου στιλπνά και κόκκινα και λάμπει από πυρετό.
Έτσι και οι επιζώντες ποιητές του ποιήματος αυτού, πριν αποτεφρωθούν, υπόκεινται σε μία στιγμιαία έξαψη φωτός, η οποία τους κατακαίει ολοκληρωτικά, αφού πρώτα τους χαρίσει την ακροτελεύτια λάμψη. Η μοναξιά, η παντός είδους έλλειψη που μεταβάλλεται προοδευτικά σε αόριστη έλλειψη, η συνοδευτική μελαγχολία, η ίδια η ποίηση παραδίδει τον ποιητή της στο παρανάλωμα, γεγονός που αντιλαμβάνεται ένας άλλος ποιητής που είναι ο εξωτερικός παρατηρητής και ο οποίος εμπλέκει στο συμβάν και όλο το εμπράγματο περιβάλλον του καιομένου.

Αν και ο Βαβούρης διαλαλούσε τις διαμαρτυρίες του παντού, ο Βαρβέρης δεν παραδέχθηκε ποτέ ότι η έμπνευση του ποιήματος προέρχεται από τη φιλική του σχέση μαζί του και αυτό βέβαια ήταν το σωστό που έπρεπε να κάνει, αν και στις παρέες όλοι τον πίεζαν και τον ρωτούσαν επ’ αυτού φορτικά. Τα ποιήματα δεν χρειάζονται ποτέ διευκρινίσεις για το πραγματολογικό ή εννοιολογικό περιεχόμενό τους από τον ίδιο τον δημιουργό. Τα κατορθωμένα ποιήματα έχουν ένα αδιαφιλονίκητο προσόν που εκλύεται πάντα και με ποικίλες όψεις από τα έγκατά τους: διαφυλάσσουν και μεταφέρουν κάτι από την αναλλοίωτη ύλη του δημιουργού τους, αλλά και του αντικειμένου προς το οποίο απευθύνονται ή συμβολίζουν ή υπονοούν. Κλείνουμε με την παράθεση του ποιήματος:

Να επισκεπτόμαστε τους επιζώντες ποιητές


Να επισκεπτόμαστε τους επιζώντες ποιητές
αν μάλιστα τυχαίνει να μένουμε στην ίδια πόλη
να τους βλέπουμε πού και πού
γιατί εκεί που ζούμε ήσυχοι
βέβαιοι πως ζούνε κι αυτοί — ξεχασμένοι έστω
εκεί έρχεται το μαντάτο τους.

Οι καλοί ποιητές μάς φεύγουνε μια μέρα
όχι γιατί πεθαίνουνε
από έμφραγμα ή από καρκίνο
αλλά γιατί φυτρώνουνε στα βλέφαρά τους
λουλούδια τρομερά.
Ανοίγουνε κιτάπια στην αρχή
πάνε μετά στον οφθαλμίατρο
ρωτάνε κηπουρούς βοτανολόγους
η επιστήμη σηκώνει τα χέρια ψηλά
λόγια φοβισμένα κι αόριστα
οι περαστικοί κι οι γείτονες σταυροκοπιούνται.

Έτσι σιγά σιγά οι ποιητές μαζεύονται
αποτραβιούνται σπίτι τους
ακούγοντας δίσκους παλιούς
γράφοντας λίγο
όλο και πιο λίγο
πράγματα μέτρια.
Στο μεταξύ μες στην κλεισούρα
τα τρομερά λουλούδια αρχίζουν να ξεραίνονται
και να κρεμάνε
κι οι ποιητές δε βγαίνουν πια
μήτε για τα τσιγάρα τους στο διπλανό περίπτερο.
Μόνο σκεβρώνουνε κοντά στο τζάκι
ζητώντας την απόκριση από τη φωτιά
που πάντα ξεπετάει στο τέλος μια της σπίθα
κι αυτή γαντζώνεται
στα ξεραμένα φύλλα πρώτα
ύστερα στα ξερά κλαριά
σ’ όλο το σώμα
και τότε λάμπει το σπίτι
λάμπει ο τόπος
για μια μόνο στιγμή

κι αποτεφρώνονται.

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
ΣΧΕΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
 

αυτόν τον μήνα οι εκδότες προτείνουν: