Ο αγαπημένος των εικόνων

Έργο του Δημήτρη Μυταρά από την εικονογράφηση του παιδικού βιβλίου τους  «Αριστείδης, ο μικρός ιπποπόταμος», 2001
Έργο του Δημήτρη Μυταρά από την εικονογράφηση του παιδικού βιβλίου τους «Αριστείδης, ο μικρός ιπποπόταμος», 2001

Πέντε χρόνια και κάτι μήνες πέρασαν. Ο Γιάννης Κοντός, μας χαιρετίζει –πάντα ανοιχτόκαρδα, παιδικά και μεγάθυμα– από τον ουρανό. Το ευκολότερο θα ήταν να διηγηθούμε σκηνές και περιστατικά, όσοι τιμηθήκαμε με την αγάπη και την φιλία του. Αυτά όμως ανήκουν αλλού. Και είναι για άλλη ώρα. Το δύσκολο είναι να ξαναμιλήσουμε για μία ποιητική πορεία που σφραγίζει αδιάκοπα τα ποιητικά μας πράγματα από το 1970 μέχρι σήμερα. Θα πρέπει να θυμίσουμε πως ο Γιάννης Κοντός πρωτοδημοσιεύει ποιήματα το 1965 – παρά ελάχιστο, πενήντα πέντε χρόνια πριν. Όμως η Περιμετρική, το πρώτο του ποιητικό βιβλίο εκδίδεται το 1970. Το 1970, συμβολικά θα έλεγε κανείς εμφανίζεται επίσημα με βιβλίο ένας ποιητής από τους εντονότερους στην ιδιοσυγκρασία και στο προσωπικό ύφος, της γενιάς εκείνης που – μόνη αυτή μετά τη γενιά του ΄30 –  πήρε το όνομά της από την χρονολογία αυτή: Το 1970. Θέλουμε να πούμε ότι ο Κοντός εμφανίζεται και σφραγίζει ανεπανάληπτα με την παρουσία του την γενιά αυτή από την πρώτη στιγμή της υπάρξεώς της. Και είναι ίσως η χαρακτηριστικότερη περίπτωση ποιητή αυτής της γενιάς, ο οποίος άφησε ανεξίτηλο και αδιαπτώτως αυτοανανεούμενο το στίγμα του, καταφεύγοντας σε μια συνεχή αναπαρθένευση των ποιητικών του επιτεύξεων, τέτοια που να καταπλήσσει με την ευρηματικότητα, με την εικονοποιία, και με την πολυπρισματικότητά της. Ανοίγοντας τον τόμο με τα ποιήματα μιας τριακονταετίας του Κοντού από την πρώτη του κιόλας συλλογή βρίσκει κανείς τα γερά θεμέλια αυτού που ονομάσαμε εμφανές προσωπικό στίγμα. Παραθέτουμε ενδεικτικώς: «Βρέχει. / Δέντρα, στρατιώτες, λάσπες, εμβατήρια / στήνουν ένα μνημείο για την σελήνη που ξεχάστηκε / μπρός σε δύο κλειστά μάτια. / – Μια αρβύλα συνθλίβει τη σύνθεση–  /  Πόσο αλλοιώθηκαν τα χαρακτηριστικά μας. / Οι ίσκιοι μας καρφωμένοι/ μ΄ένα μωβ λουλούδι / στον τοίχο του Φλεβάρη. / Πόσο αλλάξαμε. / Βρέχει.» (Το ποίημα «Βρέχει» από την Περιμετρική 1970).

Ο Κοντός ήταν εξ αρχής και παραμένει ένας από τους πιο ενστικτώδεις ποιητές μας. Μιλούμε για ένα άνωθεν χαρισμένο ενστικτώδες αισθητήριο, το οποίο του δίνει την καταπληκτική άνεση και ευρύτητα να μεταμορφώνει τα πάντα σε μια, μουσικού τύπου ανάπτυξη καταιγιστικού συνδυασμού από εικόνες. Κατά τούτο ο Κοντός στην ποίησή του διατηρεί όσο ελάχιστοι την μεταμορφωτική δύναμη που μπορεί να μεταποιήσει τον χρόνο, τα πράγματα και την καθημερινότητα, με μιαν ιεροπρέπεια μυημένου ασκητή: «Βρέχει, όπως στις ρωσικές ταινίες. / Ο ουρανός έσπασε. / Ρίχνει στρατηγούς και διαβόλους. / Ακούω τα παγωμένα φώτα / των αυτοκινήτων να κατεβαίνουν. / Οι καπνοί των τραγουδιών σου / δεν συγκινούν αυτόν που εξουσιάζει.  / Φέρνει κι ανάβει την νύχτα / για να ζεστάνει τα γένια του. / Φοβάσαι. / Λίγο ακόμη να κρατήσει η βροχή / θα σβήσει ένα πουλί» (Το ποίημα «Η βροχή και το παρόν» από την συλλογή Τα απρόοπτα 1975).

Η εκμετάλλευση κάθε στιγμής και οιουδήποτε «υλικού» για την ανάπτυξη αυτής της μουσικής εικονοποιητικής κλίμακας, εκμετάλλευση η οποία – το ξαναλέμε–  γίνεται με ένα ρυθμό αδιάπτωτης εσωτερικής ανανεωτικής ορμής μόνο στην πολυμήχανη ποιητική ευρηματικότητα του Γιάννη Ρίτσου μπορεί να βρει αντίστοιχό της στη νεότερη γραμματεία μας. Όμως ο Κοντός συνομιλεί γόνιμα και με το αφηγηματικό ιστόρημα του σεφερικού ύφους. Μόνο που εδώ, στο πολύχρωμο ποιητικό του πεδίο έχουμε να κάνουμε με την ιστόρηση αλλόκοτων ή αλλοιώτικα φωτισμένων μόνο από το βλέμμα του ποιητή συνδυασμών. Το φανταστικό συνεμφιλοχωρεί σε θαυμαστή εναρμόνιση με το φαινομενικό και το επινοημένο, ισορροπείται ισόποσα με το ψηλαφητό και προφανές. Η επινοητικότητα που συνομιλεί με τον Ρίτσο και η αφηγηματικότητα που αποδεικνύει τον ατέρμονο διάλογο με τον Σεφέρη, συνδυάζονται με την ολωσδιόλου απροσδόκητη εικαστική ποιητική συνείδηση του Κοντού. Θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι αυτή η συνείδηση δημιουργεί εικόνες τέτοιας εντάσεως, που αντίστοιχές της, μόνο στο σαχτουρικό κόσμο μπορούμε να συναντήσουμε: «Σε μια πόλη, χωρίς φρούτα, / μ᾽ένα σώμα στραγγισμένο και ξερό / Χαμηλοτάβανος ουρανός με πήλινα πουλιά / και δυο δάχτυλα λάσπη. Μέχρι να καταλάβεις / πού είσαι νυχτώνει. / Περνάς μέσα. Από φύλλα – ξυράφια.  / Ένα δάσος ξετυλίγεται πίσω.  / Γυναίκα πλάι σου μασάει παυσίπονα. / Το αυτοκίνητο ακουμπάει στη θάλασσα. / Πιο κει γλώσσα επίσημη και σάπια» (Το ποίημα «Ευδαιμονισμός» από τη συλλογή Στη διάλεκτο της ερήμου 1980).

Στην ποίηση του Κοντού, ισχυριζόμαστε ότι έχουμε να κάνουμε με ένα εκτενές λυρικό αφήγημα. Στην τεχνική της λυρικής αφηγήσεως – που αποτελεί εν τέλει μορφικό κατόρθωμα το οποίο εντάσσει τον ποιητή σε μιαν ανεπανάληπτη εκφραστική–  ο Σεφέρης και ο Σινόπουλος αποτελούν εκείνους απ΄ τους οποίους ο ποιητής αντλεί αφηγηματικές αφορμές. Αλλά ο βίος μετά το ΄70 έχει αλλάξει ως προς τις συνιστώσες του. Ο καταθρυμματισμός του ανθρώπινου προσώπου ο οποίος έρχεται ως απότοκο του καταναλωτικού μηδενισμού ενδυναμωμένου τις τελευταίες δεκαετίες από τα πυρομαχικά της τεχνολογικής εκρήξεως, δημιουργεί καινούργια δεδομένα.Η λυρική αφήγηση εξωτερικά μοιάζει να μην έχει συνέχεια, ακριβώς διότι η λυρική πρόκληση είναι να αφηγηθεί κανείς το αναφήγητο χάσμα μέσα στο οποίο πέφτει η ύπαρξη. Και δω ο Κοντός αποδεικνύεται ανεπανάληπτος. Με εκτινάξεις από την ελευθερόστιχη μορφή έως την καταλογάδην, φαινομενικά ψυχρή αλλά πυρετικά πολυποίκιλη εξιστόρηση μιας poésie en prose, και μέχρι το μονόχορδο ποίημα. Δύσκολα θα βρει στην μεταπολεμική μας ποίηση ο συστηματικός μελετητής της, παράδειγμα αντίστοιχης πρωτεϊκής δεινότητας στην εναλλαγή των λυρικών τρόπων:

«Δε με ξενύχτισες ποτέ. Μόνο τους ζωντανούς θέλεις να παίζουμε. Πηγαίνεις στην άκρη του ορίζοντα και ξαπλώνεις πάνω στη γραμμή. Χάδια που περιέχει το αίμα σου. Γυαλιά σπασμένα έχει από γλέντι ή φαντασίες. Σκουριά αφήνει η σκέψη στο μαξιλάρι. Τότε, τρέχει ο βολβός του ματιού μου στα δάση, μαζί με τα άγρια. Ακούγονται από τις κατεστραμμένες πόλεις μαδριγάλια του γάμου. Με δυσκολία επιστρέφω στο κρεβάτι. Τα χώματα της μνήμης το έχουν σκεπάσει. Σκάβω να βρω τη θέση μου. Σκύβω και περνάω κάτω από λέξεις”. (Το ποίημα “Στον ύπνο το χέρι ζητιανεύει», από τη συλλογή Ανωνύμου Μοναχού, 1985.) Ο ποιητής Γιάννης Κοντός έχει χαρακτηριστεί ποιητής του άστεως. Ουδέν αναληθέστερο, αν σκεφτεί κανείς τα δάση που γεμίζουν το δωμάτιό του, τα θηρία και τα φυτά που συναντά στο δρόμο μέσα σε πρωινά ή απογεύματα ρημαγμένα από χιλιάδες πρόσωπα. Θα κυριολεκτούσαμε αν τον ονομάζαμε ερημίτη της πόλεως. Ένας ερημίτης μέσα στο πλήθος όπου με ασκητική προσήλωση αναδέχεται το σκοτάδι, και τη θλίψη του υπάρχειν, σε μια εποχή ματαιοτήτων, για να την μεταπλάσσει σε ασημένια τάματα: «Κομμάτια νύχτας πέφτουν στη φωτιά / και γίνονται μέρα». (Από την συλλογή Η στάθμη του σώματος, 2010). Κατά τούτο συνομιλώντας με όλη την λυρική μας παρακαταθήκη από τον Σολωμό και τον Κάλβο μέχρι και τους κορυφαίους μεταπολεμικούς, αποτελεί ένα σπουδαίο λυρικό ανάστημα.

Ώρες θα μπορούσα να διηγούμαι για τον Άνθρωπο Γιάννη Κοντό που γνώρισα και έζησα, εικοσιπέντε συναπτά έτη, μέχρι και το τελευταίο τετράμηνοτου Νοσοκομείου, μέχρι και τις τελευταίες μέρες του σ’ αυτόν τον κόσμο. Όμως είπαμε: Αυτά για αλλού. Πρώτιστο χρέος είναι να μιλήσουμε για το έργο του, και πάνω απ’όλα να το μελετούμε. Το κερί που άναψα την ημέρα του φευγιού του καταθέτω εδώ , μαζί με τα λόγια μου που δεν παραγεμίζουν το κενό, την απουσία. Έτσι τ’ανθρώπινα. Στις γιορτές, τον κούρδιζα: «Την ευχή σου Γιάννη!» «Την έχεις, μικρέ!», απαντούσε ιερατικώς. Άμποτε!

ΣΧΕΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
 

αυτόν τον μήνα οι εκδότες προτείνουν: