Ο ποιητής της πόλης μας

Ο Γιάννης Κοντός από τον Νίκο Οικονομίδη
Ο Γιάννης Κοντός από τον Νίκο Οικονομίδη

Ο Γιάννης, ένας σπουδαίος ποιητής της Γενιάς του 70, ήταν πάντα πολύ γενναιόδωρος με όλους τους συνοδοιπόρους του, ιδίως με τους νεότερους.Σαν ποιητής και γενικά άνθρωπος της Τέχνης βοηθούσε όλους τους νέους στα πρώτα τους βήματα. Πάντα έβρισκε τρόπο να τους προωθήσει, να τους γνωρίσει σε χώρους ώστε να βοηθηθούν.
Δρούσε σαν φίλος και σαν δάσκαλος στις συζητήσεις για Τέχνη και πώς μπορεί ένας νέος ποιητής, ηθοποιός, ζωγράφος, συγγραφέας να κάνει τα πρώτα βήματα στην Τέχνη του.
Έδινε «μαθήματα» με την στάση της ζωής του. Εργάτης της ποίησης, ξυπνούσε νωρίς, χαράματα και έγραφε με ωράριο, μετά πήγαινε στην δουλειά του, στον εκδοτικό οίκο που εργαζόταν (κύρια στον Κέδρο για πολλά χρόνια).
Έκανε παρέα με πολλούς ομότεχνούς του αλλά και με ανθρώπους άλλων τεχνών μουσικούς, ζωγράφους, ηθοποιούς, ρωτούσε και μάθαινε πολλά. Μετά χρησιμοποιούσε πολλές λέξεις, ονόματα, γεγονότα και νοήματα για ζωγραφική, κινηματογράφο, θέατρο στην ποίησή του!
Δυστυχώς δεν πρόσεχε την υγεία του. Φοβόταν πολύ, δεν μιλούσε ποτέ για αυτό.

Όταν εμείς στις παρέες που βρισκόμαστε, λέγαμε κάτι για εξετάσεις, φάρμακα που λαμβάναμε διέκοπτε αμέσως και απότομα και έλεγε «αφήστε τα τώρα αυτά, ας μιλήσουμε για ….».
Αχ βρε Γιάννη!!! Όλα αυτά τα τελευταία χρόνια, μεσημέρια κυρίως, συναντιόμαστε μία φορά την εβδομάδα ή κάθε 15 μέρες σε διάφορα στέκια. «Τίβολι», «Κεντρικόν», «Καπετάν Μιχάλη» στο κέντρο ή στο Χαλάνδρι στον «Ιορδάνη» όταν είχε φύγει από τον εκδοτικό οίκο που δούλευε τελευταία.
Οι φίλοι καλλιτέχνες που συναντιόμασταν ήταν ο Κώστας Μουρσελάς, ο Γιάννης Βαρβέρης, ο Νίκος Δαββέτας, ο Γιώργος Λαζόγκας, ο Παναγιώτης Μέντης, ο Γιώργος Βέης, ο Γιώργος Μαρκόπουλος, ο Αντώνης Φωστιέρης, ο Γιώργος Μανιώτης και άλλοι.
Τελευταία φορά που τον είδα σπίτι του, πριν μπει στο νοσοκομείο, ήταν τον Οκτώβριο του 2014. Είχα πάει να πάρω ένα κείμενό του για κατάλογο μιας ομαδικής έκθεσης στην γκαλερί «Χρυσόθεμις» στο Χαλάνδρι, που είχα την επιμέλεια, αφιερωμένη στα 400 από τον θάνατο του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου.
Εκεί μου είπε και το εξαιρετικό για το πόσο εύκολα του «έβγαιναν», με την πρώτη γραφή, τέτοια κείμενα για ποιητές, ζωγράφους, για Τέχνη γενικά!
Μετά από χρόνια το καταλαβαίνω αυτό καλύτερα. Τί κάνει η εμπειρία!
Εκεί λοιπόν στο σπίτι του ήταν σε άσχημη κατάσταση. Δεν μπορούσε να περπατήσει σχεδόν. Νόμιζε πως είχε κήλη, αλλά η υγεία του ήταν πολύ χειρότερη….
H Μάγια, η γυναίκα από την Γεωργία, που φρόντιζε την μητέρα του μέχρι που πέθανε συνέχιζε να μένει στο κάτω όροφο της διπλοκατοικίας, φροντίζοντας και τον Γιάννη τότε.
Και έπαιξε σημαντικό ρόλο στην ζωή του. Στάθηκε δίπλα του, πιστή ως το τέλος του.
Χαρακτηριστικά θυμάμαι τα μεσημέρια που τρώγαμε έξω, εκεί προς το τέλος έπαιρνε πάντα στο τηλέφωνο (δεν είχε και δεν απόκτησε ποτέ κινητό) την Μάγια και της έδινε οδηγίες, να ανοίξει τον θερμοσίφωνα, να ετοιμάσει το ένα ή το άλλο. Σε λίγο θα γυρνούσε σπίτι. Και η Μάγια έμεινε δίπλα του όλες τις μέρες που ήταν στο νοσοκομείο από τον Νοέμβρη του 2014 ως τις 22 Γενάρη του 2015 που «έφυγε».
Τον είδα για τελευταία φορά εκεί, στο Αττικό Νοσοκομείο. Ένα Σάββατο του Γενάρη.
Με γνώρισε, ρώτησε πολλά, μιλήσαμε λίγο και ύστερα τα έχασε και ήθελε να σηκωθεί να φύγει. Μου φώναζε να τον πάρω από εκεί. Έλεγε ασυναρτησίες …. Στενοχώρια να βλέπεις ένα τέτοιο μυαλό, έναν τέτοιο ποιητή να φέρεται έτσι…   Τέσσερεις μέρες μετά πέθανε…
Η Μάγια για μήνες πολλούς μετά που πήγαινα να την δω ή μιλάγαμε στο τηλέφωνο έκλαιγε γοερά, όταν θυμόταν πώς «έσβησε» ο Γιάννης στα χέρια της. Δεν άντεξε και δύο χρόνια μετά «έφυγε» κι εκείνη.  
Δίχως να είμαι βέβαια ειδικός στην ποίηση και πιο πολύ στην κριτική της, νομίζω πως ο Γιάννης ήταν ένας «θεατής και αναγνώστης» της καθημερινής μας ζωής και κατέγραψε τις ανάγκες των απλών ανθρώπων που ζουν ανάμεσά μας με ένα πολύ προσωπικό τρόπο ( «μια καθημερινότητα … που τείνει στο υπαρξιακό» όπως εύστοχα μου είχε πει κάποτε ο κοινός μας φίλος Γιώργος Μαρκόπουλος.)
Απλές λέξεις, που όλοι χρησιμοποιούμε, αλλά που στα ποιήματα του Γιάννη έπαιρναν μια τεράστια μορφή – διηγούνταν πολύ ζωντανά ολόκληρη ιστορία. Πάντα τα ποιήματά του έχουν κάποιο θέμα, εικόνες και ζωγραφιές.
Έχει έντονα πολιτικά στοιχεία. Είναι ποιητής της πόλης, του Αθηναϊκού τοπίου. Επίσης σημαντικό ρόλο παίζουν και τα ζώα στην ποίησή του!

Σαν εικαστικός θα μιλήσω για τον ρόλο της ζωγραφικής στο έργο του ( όπως επίσης του κινηματογράφου και του θεάτρου, που μπορούν άλλοι καταλληλότεροι να πουν). Αγάπησε πολύ τους ζωγράφους. Έχει γράψει πολλά ποιήματα όπου αναφέρεται σε χρώματα, ονόματα καλλιτεχνών, είδη ζωγραφικής, εικαστικούς όρους. Πολύ συχνά με ρωτούσε για ονόματα χρωμάτων που του άρεσαν πολύ όπως το ουλτραμαρίν, το κίτρινο της Νάπολης, το κόκκινο του καδμίου, το πράσινο του χρωμίου ή το μπλε του κοβαλτίου.
Σε μα «συνέντευξη» που του είχα πάρει το 2003 για το λεύκωμα Στίχοι στο καβαλέτο στο οποίο εργαζόμουν τότε, με εικαστικοποίηση ποιημάτων του Γιάννη και άλλων οκτώ ποιητών, μου είχε εκμυστηρευτεί τους αγαπημένους του ποιητές , όπως οιΜίλτος Σαχτούρης και Τάκης Σινόπουλος και αυτούς που τον είχαν επηρεάσει πιο πολύ, όπως οι Γιώργος Σεφέρης και Νίκος Εγγονόπουλος ( «που τον ξαφνιάζει...», όπως είχε πει.) Επίσης μου είχε μιλήσει για τους ζωγράφους που αγαπούσε: Αλέκος Φασιανός, Δημήτρης Μυταράς, Γιάννης Τσαρούχης από Έλληνες και Μαρκ Σαγκάλ, Πάμπλο Πικάσο, Σαλβαδόρ Νταλί και όλη την γκάμα του Μοντερνισμού. Ακόμη και τα πιο αγαπημένα του χρώματα, που ήταν το πράσινο, το κόκκινο.

Τέλος, για να μην κουράζω τον αναγνώστη, να πω δυο λόγια για τα πορτραίτα του Γιάννη που φιλοτέχνησα. Είχα πάει τότε, το 2003, σπίτι του. Φάγαμε, ήπιαμε και μετά γυρίσαμε μαζί όλα τα δωμάτια, να μου δείξει τους χώρους του. Όλοι οι τοίχοι γεμάτοι ασφυκτικά με φωτογραφίες και πίνακες ζωγραφικής, χαρισμένους από τους δεκάδες φίλους του. Χιλιάδες βιβλία σε βιβλιοθήκες και σκόρπια σε στοίβες παντού. Πάρα πολλά συλλεκτικά αντικείμενα, όπου υπήρχε οριζόντια επιφάνεια. Ήταν μια κατάσταση τόσο ασφυκτική που θα σε έπνιγε, αν δεν είχε τόσο ωραία και όμορφα πράγματα γύρω-γύρω. Και δυο-τρεις μεγάλες πολυθρόνες όπου καθόταν και έγραφε.Εκεί του έκανα μερικά σχέδια, όπου πόζαρε είτε γράφοντας, είτε όχι, τα οποία μετά στο εργαστήριό μου τα ολοκλήρωσα με χρώμα και με διάφορα υλικά.

Αυτά είχα να πω για τον Γιάννη Κοντό τον ποιητή, τον φίλο, τον δάσκαλο που θα τον θυμόμαστε με αγάπη πάντα!

ΣΧΕΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: