Τριχοδέσμιον το ερυθραίον


1H σημερινή συλλογική πρόσληψή μας για τη θάλασσα μοιάζει μάλλον να περιορίζεται στο Αιγαίο Πέλαγος. Αυτό φαίνεται να έχει γενικότερα επικρατήσει στο τρέχον γεωγραφικό συλλογικό «αντιληπτικό» μας. Και σε μια, λίγο πιο προωθημένη περίπτωση (κυρίως από οικογενειακές προσφυγικές αντηχήσεις) το Αιγαίου μπορεί να φαντάζει ως η θαλάσσια διεπαφή με τον Εύξεινο Πόντο και την Ανατολική Μεσόγειο. Μπορεί (αισιόδοξα) να στρέφεται και ολίγον δυτικά, προς την υπόλοιπη Μεσόγειο, περνώντας κάπως ανεπαίσθητα από το Ιόνιο Πέλαγος… Σπανιότερα, μπορεί να “αγγίξει” αφηρημένα και τον Ωκεανό ―κατά τη Μιλησιακή του έννοια―, όταν διαπερνάει φευγαλέα το μυαλό μας η παγκόσμια μεγάλη σύγχρονη υπερπόντια ναυτιλίας μας…

Το παραπάνω γεωγραφικό σχήμα της αντίληψης των νέων Ελλήνων για τον κόσμο της θάλασσας μοιάζει με ό,τι απεικόνιζε ο χάρτης του Αναξίμανδρου (περ. 610-547 π.Χ.), είκοσι επτά αιώνες πριν. Όταν μετά τα Ομηρικά Έπη οι Μιλήσιοι πρώτοι, με το γράφειν τὴν γῆν τους τον 6ο αιώνα π.Χ., τακτοποίησαν την οικουμένη σε κυκλικό δίσκο. Τρεις ήπειροι, Ευρώπη, Ασία, Αφρική (Λιβύη τότε) και ένα ζεύγος θαλασσών ανάμεσά τους, η Μεσόγειος και ο Εύξεινος Πόντος συμπλήρωναν με το Αιγαίο Πέλαγος τον κόσμο τους. Οι τρεις θάλασσες αποτελούσαν διαχρονικά τα πρώτα πεδία ναυτικής δράσης των Ελλήνων. H γεωγραφική αυτή ελληνοκεντρική διάταξη της τότε γνωστής οικουμένης ήταν προσανατολισμένη κατά τους τέσσερις βασικούς μυθικούς ανέμους Βορέα, Νότο, Ζέφυρο και Εύρο. Έπνεαν αντίστοιχα από τη διεύθυνση του Πολικού Αστέρα, την Αφρική, τις Ηράκλειες Στήλες, στο δυτικό άκρο της Μεσογείου και τη Βαβυλώνα, στο ανατολικό άκρο της Ασίας, σε σημερινή απόσταση των δύο τόπων περ. 4.600 χλμ. Ένας μυστηριώδης Ωκεανός, απροσδιόριστης έκτασης, απλώνονταν πέραν της περιμέτρου του Μιλησιακού δίσκου. Η δυτική ήταν η πρώτη περιοχή του με όνομα (Ατλαντικός). Οφείλεται στον ποιητή από την Μεγάλη Ελλάδα Στησίχορο (περ. 630-555 π.Χ.) και στο έργο του Γηρυονηίς, με τον τερατόσωμο Γηρυόνη του δέκατου Ηράκλειου άθλου ― από όπου και το τοπωνύμιο “Ηράκλειες Στήλες”. Ίσως για αυτό ο Ατλαντικός Ωκεανός ακούγεται γνωστότερος στους Έλληνες σήμερα, από ότι οι άλλοι σχεδόν «άγνωστοι» Ωκεανοί…
Κατά το Αναξιμάνδρειο γεωγραφικό σχηματισμό, η Μεσόγειος χώριζε την Ευρώπη από την Αφρική. Ο Νείλος ποταμός την Αφρική από την Ασία και την Ασία από την Ευρώπη ο Τάναϊς ποταμός, ο σημερινός Δον (Χάρτης #47), βόρεια του Καυκάσου, εκβάλλοντας στο βόρειο άκρο της Μεώτιδος λίμνης (σήμερα Αζοφική), εκεί όπου υπήρξε η ομώνυμη αποικία της Μιλήτου (Χάρτης #40). Κατά άλλη εκδοχή, το όριο Ευρώπης–Ασίας αποτελούσε ο Φάσις ποταμός, νότια του Καυκάσου ―στην Κολχίδα― εκβάλλοντας στον Εύξεινο Πόντο (σήμερα ποταμός Ριόνι στη δυτική Γεωργία). Και τα τρία “όρια” των ηπείρων της τότε οικουμένης συνδέονταν με τις δύο θάλασσες, Μεσόγειο και Πόντο (Χάρτης #12).
Στο σχεδιάγραμμα του κόσμου του Αναξίμανδρου “δεν υπάρχει” η Ερυθρά Θάλασσα ούτε άλλη επιμέρους ονομασία του περιβάλλοντος Ωκεανού προς τα εκεί, στον Νότο…
Ίσως εδώ αξίζει να σημειωθεί η εντυπωσιακή εννοιολογική χαρτογραφική «ομοιότητα», δεκατρείς αιώνες αργότερα του πρώτου Μιλησιακού δίσκου της οικουμένης, του Ισίδωρου της Σεβίλης (περ. 560-636), με τη συμβολική απεικόνιση Orbis Terrarum (OT), του πρώιμου δυτικού μεσαίωνα,.

Αριστερά: Η Μιλησιακή οικουμένη του Αναξίμανδρου, των τριών ηπείρων (Ε: Ευρώπη, Α: Ασία, Λ: Λιβύη/Αφρική), δύο θαλασσών (Μεσόγειος, Εύξεινος Πόντος) και δύο ποταμών-ηπειρωτικών ορίων (Τάναϊς και Νείλος). Δεξιά: Η μεσαιωνική οικουμένη ΟΤ, του Ισίδωρου, των τριών ηπείρων, μιας θάλασσας και δύο ποταμών. Σύνθεση: Β.Λ.
Αριστερά: Η Μιλησιακή οικουμένη του Αναξίμανδρου, των τριών ηπείρων (Ε: Ευρώπη, Α: Ασία, Λ: Λιβύη/Αφρική), δύο θαλασσών (Μεσόγειος, Εύξεινος Πόντος) και δύο ποταμών-ηπειρωτικών ορίων (Τάναϊς και Νείλος). Δεξιά: Η μεσαιωνική οικουμένη ΟΤ, του Ισίδωρου, των τριών ηπείρων, μιας θάλασσας και δύο ποταμών. Σύνθεση: Β.Λ.



2Ο κυκλικός δίσκος της οικουμένης του επόμενου Μιλησιακού γράφειν τὴν γῆν από τον Εκαταίο (περ. 550-476 π.Χ.), στο συναφές έργο του Γῆς περίοδος, διατηρεί τη γεωγραφική τακτοποίηση του Αναξίμανδρου, διευρύνοντας την οικουμένη προς την Ασία, κατά 1,5 φορές, μέχρι τον Ινδό ποταμό ― σημερινή απόστασή του από τις Ηράκλειες στήλες περ. 7.000 χλμ.
To ανατολικό και νοτιοανατολικό τμήμα της περιμέτρου του δίσκου αποκλίνει μορφολογικά από το Αναξιμάνδρειο κυκλικό σχήμα, περιλαμβάνοντας τώρα περισσότερη γεωγραφική πληροφορία. Κολπώσεις σχηματίζονται στο εκεί τμήμα του Ωκεανού. Βορειοανατολικά η Κασπία, γνωστή αργότερα ως μεγάλη λίμνη στη περιγραφή του Ηροδότου (περ. 484- 425 π.Χ). Νότια η Ερυθρά Θάλασσα σε στενόμακρη κόλπωση με έναν μικρότερο κόλπο νοτιοανατολικότερα, τον Περσικό, διαμορφώνει τη μεγάλη χερσόνησο που «γεφυρώνει» την Αφρική με την Ασία ― η γνωστή σήμερα τριγωνική Αραβική, η μεγαλύτερη στον κόσμο.
O Εκαταίος αναφέρει συχνά, ως «Αραβία», τη μεσημβρινή ζώνη μεταξύ του Νείλου και του “Αράβιου Κόλπου” ― όπως αποκαλεί την Ερυθρά ή Ερυθραία Θάλασσα, τη στενόμακρη έξοδο στον Ωκεανό. Στη διευρυμένη προς την Ασία (κατά περ. 2.400 χλμ.) ελληνοκεντρική χαρτογραφία του Εκαταίου, η Ερυθρά, η Μεσόγειος και ο Εύξεινος Πόντος σχηματίζουν τα θαλάσσια όρια των τριών ηπείρων της τότε οικουμένης.
Αμέσως μετά, ο Ηρόδοτος (γνώστης του έργου του Εκαταίου) εγκαινιάζει τη μετα-Μιλησιακή περίοδο του ελληνικού γράφειν τὴν γῆν, με διακριτή αναφορά της Ερυθράς Θάλασσας καθιερώνοντάς την, από τότε, στην ελληνική γεωγραφική σκέψη. Ο Ηρόδοτος ―οκτώ ετών όταν πέθανε ο Εκαταίος― στο μεγάλο ιστορικό του έργο περιέγραψε, με «γεωγραφικό» τρόπο, τον γνωστό κόσμο του 5ου αιώνα. Από την ιστορική του περιγραφή προέκυψε το σχεδιάγραμμα, γνωστό ως «χάρτης του Ηροδότου».
Θα ακολουθήσει εξελικτικά η ανάπτυξη της χαρτογραφίας, που οφείλεται στη γεωγραφική συνιστώσα της Εκστρατείας του Αλέξανδρου, στους ανώνυμους και τους σπουδαίους επώνυμους Έλληνες χαρτογράφους της ελληνιστικής περιόδου, μέχρι τη σημαντική τομή της χαρτογραφίας του Πτολεμαίου με τη Γεωγραφία του, τον 2ο αιώνα μ.Χ. (Χάρτης #86).

Με τον Ηρόδοτο το «κέντρο βάρους» της οικουμένης μετατοπίζεται από την Ελλάδα και το Αιγαίο προς τα ανατολικά, στην (εγγύς) Ασία, μέχρι τη Βακτριανή και τον Ινδό ποταμό. Στις περιοχές που οι νέες γεωγραφικές γνώσεις δημιούργησαν τις σχηματικές αλλαγές στην απεικόνιση των νοτιοανατολικών περιοχών της περιμέτρου του δίσκου του Εκαταίου. Η Περσία (κυρίως) και η Αραβία περιγράφονται τώρα καλύτερα, όπως και η Ερυθρά/ Ερυθραία Θάλασσα με τον ευρύτερο προς τα ανατολικά της γεωγραφικό χώρο.
Ο Ωκεανός εκεί θα είναι (μετά τον Ατλαντικό) η δεύτερη περιοχή που θα ονομαστεί, άλλοτε ως Ερυθρά Θάλασσα και άλλοτε ως Aνατολικός Ωκεανός (Δυτικός, για τους Κινέζους), μέχρι να καθιερωθεί ως Ινδικός στις αρχές του 16ου αιώνα. Ο Ηρόδοτος αναφέρει ως σημαντικές πηγές του, για την περιοχή της Ερυθράς, δύο περίπλοες: μια φοινικική με εντολή του φαραώ Νεκώ Β΄ (βασιλ. περ. 610-595 π.Χ.) ―αμφισβητούμενη από τους Στράβωνα και Πτολεμαίο― και κυρίως τον περίπλου του Σκύλακα, λίγο προγενέστερο του Ηροδότου.
Ο ελληνικός 5ος αιώνας π.Χ., ανάμεσα σε πολλά που χάρισε στην ανθρωπότητα μέχρι σήμερα, σύστησε στους Έλληνες την Ερυθρά/Ερυθραία Θάλασσα και τον Ωκεανό νότια της Ασίας, που έφερε πολλές φορές το ίδιο όνομα.

Αριστερά: Η Μιλησιακή οικουμένη του Εκαταίου επαυξημένη προς ανατολάς μέχρι τον Ινδό ποταμό, με εμφανή τη μορφοποίηση νέων γεωγραφικών γνώσεων στα νοτιοανατολικά. Η οικουμένη του Ηροδότου, μέχρι τη Βακτριανή και με τη σχηματική διαμόρφωση της Ερυθράς (κόλπος και θάλασσα) ως φυσικό όριο Λιβύης/Αφρικής και Ασίας. Σύνθεση: Β.Λ.
Αριστερά: Η Μιλησιακή οικουμένη του Εκαταίου επαυξημένη προς ανατολάς μέχρι τον Ινδό ποταμό, με εμφανή τη μορφοποίηση νέων γεωγραφικών γνώσεων στα νοτιοανατολικά. Η οικουμένη του Ηροδότου, μέχρι τη Βακτριανή και με τη σχηματική διαμόρφωση της Ερυθράς (κόλπος και θάλασσα) ως φυσικό όριο Λιβύης/Αφρικής και Ασίας. Σύνθεση: Β.Λ.

3Η Εκστρατεία του Αλέξανδρου συνέβαλε σημαντικά στην απόκτηση και συσσώρευση νέων γεωγραφικών γνώσεων για το νότιο θαλάσσιο περιβάλλον της Περσίας, την Ερυθρά, τις αραβικές και ινδικές ακτογραμμές του Νότιου Ωκεανού, στο πλαίσιο και της ναυτικής στρατηγικής του. Σχέδιο του Αλεξάνδρου ήταν η θαλάσσια εμπορική σύνδεση της αυτοκρατορίας του από την Ινδία μέχρι την Αίγυπτο. Αυτό θα γινόταν μέσω της Ερυθράς Θάλασσας στην ευρεία τότε γεωγραφική της έννοια (συμπεριλαμβάνοντας την σημερινή Ερυθρά, τον Κόλπο του Άντεν, τον Περσικό Κόλπο και τον δυτικό Ινδικό Ωκεανό). Λέγεται ότι και ο περιηγητής Πυθέας συμμετείχε στο σχέδιο, στη Δύση αυτός: θα προετοίμαζε, με τον περίπλου του, την επόμενη ―δυτική― εκστρατεία του Αλέξανδρου στο άλλο άκρο του Ωκεανού, στον Ατλαντικό. Το σχέδιο δεν ολοκληρώθηκε, λόγω του θανάτου του στο τέλος του 4ου αιώνα. Όμως η φήμη του Αλέξανδρου στην Ερυθρά ήταν μεγάλη, όπως «υποδεικνύει» η μέχρι σήμερα (αραβική) ονομασία του στενού θαλάσσιου περάσματος, στο νότιο άκρο της Ερυθράς, «Μπαμπ Ισκεντέρ» ―μεταξύ της μικρής νήσου Περίμ (γνωστής ως «Διοδώρου Νήσος») και των ακτών της Υεμένης― που παραπέμπει ευθέως στον Αλέξανδρο (Ισκεντέρ).
Στις γεωγραφικές γνώσεις που παρήγαγε η Εκστρατεία και στα συναφή επιτεύγματα των διαδόχων του Αλέξανδρου οφείλεται, κατά μεγάλο μέρος, η ανάπτυξη της ελληνιστικής γεωγραφίας και χαρτογραφίας που θα ακολουθήσει (Χάρτης #80) όπως και η ρωμαϊκή της συνέχεια. Για τη λεπτομερέστερη γνωριμία του ελληνικού κόσμου με την Ερυθρά, στο τέλος της προ Χριστού περίοδο, αποτελεί σταθμό το σχετικό έργο του Αγαθαρχίδη (2ος αιώνας π.Χ.).
Ο Στράβων (63 π.Χ.-23 μ.Χ.) ονόμαζε «Αράβιο Κόλπο» την Ερυθρά Θάλασσα, στο εγγύτερο περιβάλλον του ναυτικού γεωγραφικού χώρου της Ελλάδας. Τον 1ο αιώνα μ.Χ. αντιπροσωπευτικό ελληνικό έργο εστιασμένο στην Ερυθρά ―γραμμένο στην ελληνική κοινή― αποτελεί ο περίφημος Περίπλους τῆς Ἐρυθράς Θαλάσσης (εδώ). Οι μεταφράσεις του επηρέασαν τη μεταγενέστερη ευρωπαϊκή γεωγραφία και χαρτογραφία. Σε σχετικό χάρτη, με τον ίδιο τίτλο, στο Πάρεργον (τον Άτλαντα του Αρχαίου Κόσμου του 1597), ο γνωστός χαρτογράφος Ορτέλιους αποδίδει τη συγγραφή του Περίπλου στον Αρριανό (περ. 95-175 μ.Χ.). Όμως η πλειοψηφούσα επιστημονική άποψη κατέληξε ότι πρόκειται για ανώνυμο ελληνικό έργο του 1ου αιώνα μ.Χ., δημοφιλές το α΄ μισό του 16ου αιώνα. Η πρώτη του έκδοση έγινε από τους Φρόμπεν της Βασιλείας την ίδια χρονιά (1533) της έκδοσης εκεί της πρώτης ελληνικής έντυπης έκδοσης της Γεωγραφίας του Πτολεμαίου χωρίς χάρτες ― του Εράσμου (Χάρτης #81). Σε σχόλιο στον χάρτη του Ορτέλιους, εκτός του Αρριανού, αναφέρονται ελληνικά και ιταλικά ονόματα, όπως των Αλέξανδρου, Ραμούζιο, Πτολεμαίου, Τραϊανού, Ηρόδοτου, Ευρυπίδη, Νεάρχου και στην απεικόνιση της Ερυθράς σημειώνονται πολλά ελληνικά τοπωνύμια, π.χ., Αρσινόη, Λευκή, Βερενίκη, Ιχθυοφάγοι, Άδουλις, Κατακεκαυμένη, Διοδώρου κ.ά. που καταγράφονται στη Γεωγραφία του Πτολεμαίου.

Ο χάρτης του Ορτέλιους (1597) που αναφέρεται στον «Περίπλου τῆς Ἐρυθράς Θαλάσσης», τον οποίο αποδίδει στον Αρριανό. Πηγή: Wikimedia Commons.
Ο χάρτης του Ορτέλιους (1597) που αναφέρεται στον «Περίπλου τῆς Ἐρυθράς Θαλάσσης», τον οποίο αποδίδει στον Αρριανό. Πηγή: Wikimedia Commons.



Στο έργο του Πτολεμαίου (περ. 100-170 μ.Χ.) Γεωγραφικὴ Ὑφήγησις, (Γεωγραφία), η Ερυθρά Θάλασσα ονομάζεται «Αράβιος (Αραβικός) Κόλπος» και «Ερυθρά Θάλασσα» η μεσημβρινή θαλάσσια περιοχή ―αργότερα θάλασσα του Άντεν, γνωστού στους Έλληνες ως «Αραβίας Εμπόριον»― πριν τον Περσικό Κόλπο και τον Ινδικό Ωκεανό. Η περιοχή απεικονίζεται σε δύο Πίνακες, στον 4ο (μικρής κλίμακας) της Αφρικής, και στον 6ο (μεγαλύτερης κλίμακας) της Ασίας. Και εδώ σημειώνεται αριθμός ελληνικών τοπωνυμίων, όπως και η περίφημη «Διοσκουρίδου Νήσος» (εδώ, σελ. 66, 73). 


Ο έκτος Πίνακας της Ασίας, με την Ευδαίμονα Αραβία και Καρμανία, από την «Γεωγραφία» του Πτολεμαίου, έκδοση De Turre της Ρώμης, 1490. Πηγή/επεξεργασία: Β.Λ.
Ο έκτος Πίνακας της Ασίας, με την Ευδαίμονα Αραβία και Καρμανία, από την «Γεωγραφία» του Πτολεμαίου, έκδοση De Turre της Ρώμης, 1490. Πηγή/επεξεργασία: Β.Λ.



Στους χάρτες, χειρόγραφους και έντυπους της Γεωγραφίας απεικονίζονται με εντυπωσιακή πυκνότητα νήσοι και νησίδες στην Ερυθρά, με ελληνικά τοπωνύμια, όπως και στην περιβάλλουσα ακτογραμμή ― αφρικανική και ασιατική (εδώ, σελ. 394, 395). Η τοπωνυμική πυκνότητα είναι ιδιαίτερα μεγάλη και στον σημαντικό ―ευρύτερα άγνωστο― λεπτομερή χάρτη της Ερυθράς του 1774, με τίτλο Mare Rubrum seu Sinus Arabicus (Ερυθρά Θάλασσα ή Αραβικός Κόλπος) του Γερμανού Κάρστεν Νίμπουρ (1733-1815), στην επιστημονική υπηρεσία του τότε βασιλείου Δανίας-Νορβηγίας. Ο χάρτης συντάχθηκε από επιτόπια μετρητική χαρτογράφηση (1762-1763) του Νίμπουρ, στο πλαίσιο των εργασιών της εξαμελούς Δανικής επιστημονικής αποστολής στην περιοχή, την εξαετία 1761-1767, υπό την αιγίδα του Φρειδερίκου E΄ (εδώ). Από αυτήν την ιστορική, φιλόδοξη και μυθιστορηματική αποστολή επέστρεψε μόνο ο Νίμπουρ στην Κοπεγχάγη!

Δεξιά: Το νότιο τμήμα του σημαντικού, λίγο γνωστού, χάρτη (αριστερά) του Carsten Niebuhr “Mare Rubrum seu Sinus Arabicus” (1762-1763), κλίμακας 1 εκ. χάρτη προς περ. 34 χλμ. εδάφους, που συντάχθηκε από επιτόπια μετρητική χαρτογράφηση, στο πλαίσιο της επιστημονικής αποστολής του βασιλείου Δανίας-Νορβηγίας. Πηγή/επεξεργασία: Β.Λ.
Δεξιά: Το νότιο τμήμα του σημαντικού, λίγο γνωστού, χάρτη (αριστερά) του Carsten Niebuhr “Mare Rubrum seu Sinus Arabicus” (1762-1763), κλίμακας 1 εκ. χάρτη προς περ. 34 χλμ. εδάφους, που συντάχθηκε από επιτόπια μετρητική χαρτογράφηση, στο πλαίσιο της επιστημονικής αποστολής του βασιλείου Δανίας-Νορβηγίας. Πηγή/επεξεργασία: Β.Λ.



Επιστρέφοντας από τους φιλόδοξους Δανούς του 18ου αιώνα στους Έλληνες, πρέπει να σημειωθεί ότι και για τους Βυζαντινούς η Ερυθρά Θάλασσα (ή ως Αραβικός Κόλπος) είχε μεγάλη γεωστρατηγική σπουδαιότητα, για το εμπόριο και την προβολή ισχύος της αυτοκρατορίας προς τον Ινδικό Ωκεανό. Αλλά και για σοβαρούς θρησκευτικούς συμμαχικούς λόγους (διπλωματικούς και προσκυνηματικούς), για την υποστήριξη των σχέσεων με την ορθόδοξη (Αξουμική) Αιθιοπία, σε αντιπαλότητα με το Σασσανιδικό Ιράν και αργότερα με το Ισλαμικό Χαλιφάτο.
Δεν είναι τυχαίο ότι το πλήρες σχετικό κεφάλαιο περί Ερυθράς, το οποίο διασώθηκε από το έργο του Αγαθαρχίδη (2ος αιώνας π.Χ.) εντάχθηκε από τον πατριάρχη Φώτιο Α΄ (820-893) στη Μυριόβιβλο. Επιπλέον, το αδιάψευστο τεκμήριο της γνώσης των Βυζαντινών για την Ερυθρά, τον θαλάσσιο δίαυλο επικοινωνίας με τον «Νότιο Ωκεανό», προκύπτει από το γεγονός ότι στην ύστερη περίοδο της Κωνσταντινούπολης «αναδύθηκε» εκεί η Γεωγραφία του Πτολεμαίου (τέλ. 13ου - αρχ. 14ου αιώνα), ως κείμενο και χάρτες, όπου και οι λεπτομερείς περιγραφές της Ερυθράς και του θαλάσσιου προς νότο περιβάλλοντός της (εδώ).


4Όπως φαίνεται από τα προηγούμενα, η τρέχουσα «αίσθηση» της σχέσης των σημερινών Ελλήνων με τη θάλασσα, όπως έχει επικρατήσει στο γεωγραφικό συλλογικό μας «αντιληπτικό», είναι μάλλον …Αναξιμάνδρεια. Διότι περιορίζεται στο Αιγαίο, τον Εύξεινο Πόντο και τη Μεσογείου (κυρίως την ανατολική) αγνοώντας την τέταρτη θάλασσα σημαντικής ιστορικής ελληνικής παρουσίας, τη στενόμακρη Ερυθρά με την αντικριστή, δυτική και ανατολική, ακτογραμμή. Τη δίαυλο προς τον Ινδικό Ωκεανό. Τη σημαντικότητα της Ερυθράς διδάσκει από τον 5ο αιώνα π.Χ. ―από τον Ηρόδοτο και μετά― η γεωγραφία και οι χάρτες, μαζί με το σύγχρονο προστιθέμενο παγκόσμιο βάρος της ισχυρής εμπορικής μας ναυτιλίας. Αρκεί να δει κανείς τα ελληνικά τοπωνύμια των αρχαίων λιμένων, στον διαδραστικό ψηφιακό χάρτη εδώ.
Η Ερυθρά ήταν διαχρονικά γνωστή στους Έλληνες. Συμπλήρωνε το ζεύγος των εγγύτερων στο Αιγαίο θαλασσών, Μεσόγειο και Εύξεινο Πόντο. Αποτελούσε θαλάσσιο πεδίο ελληνικής ναυτικής κινητικότητας και γεωγραφικής εποπτείας, ως δίαυλος συνάντησης των Ελλήνων με τον Ωκεανό σε άλλο τόπο του ―εκτός του δυτικού― στον Νότο. Ο ωκεάνιος Νότος ήταν ελκυστικός, δεν προκαλούσε τον φόβο του άγνωστου, όπως ο Ατλαντικός. Ίσως επειδή υπήρχαν οι γνωστές προσβάσιμες ακτογραμμές της Ασίας και της Αφρικής. Αλλά και το γοητευτικό μυστήριο της θάλασσας που κοκκινίζει όταν “ανθίζει” εκεί το Τριχοδέσμιον το ερυθραίον.
Η πλειοψηφούσα επιστημονική άποψη περί της ονομασίας της θάλασσας που γνωρίζουμε ως «Ερυθρά» συμφωνεί στο ότι το όνομά της οφείλεται στο χρώμα που δημιουργεί εκεί το θαλάσσιο κυανοβακτήριο trichodesmium erythraeum. Το μικροσκοπικό αυτό βακτήριο ―συναντάται κυρίως σε τροπικές και υποτροπικές περιοχές― φωτοσυνθέτει και προκαλεί μεγάλες »ανθίσεις», που μοιάζουν με άλγη, χρωματίζοντας τα θαλάσσια νερά με ερυθρόφαιο χρώμα
Μπορεί το στενό πέρασμα από τη νότια Ερυθρά στην ανοιχτή θάλασσα προς την Περσία και την Ινδία να προκαλούσε «θρήνους» και «δάκρυα», αλλά μετά μερικές μέρες πλεύσης προς τα ανατολικά ―από πέντε μέχρι δέκα μέρες― περίμενε η μαγική Διοσκουρίδου νήσος (σημερινή Σοκότρα, Σοκοτόρα στον παγκόσμιο χάρτη του Άνθιμου Γαζή, 1800). Με το απόκοσμο τοπίο της, τα περιζήτητα βότανα, τη φαρμακευτική της ενδημική πανίδα, την αλόη και τα μοναδικά δέντρα αίμα του δράκου με την κόκκινη ρητίνη/χυμό, φάρμακο και χρώμα.
Κατά τον Άραβα λόγιο (βυζαντινής καταγωγής) Γιακούτ αλ Χαμαουί (1179-1229) εδώ:


η Σοκότρα ήταν ένα μεγάλο νησί
με πλειοψηφία του πληθυσμού χριστιανούς Άραβες […] Όταν ο Αλέξανδρος ξεκίνησε για τη Συρία, ο Αριστοτέλης του έγραψε συμβουλεύοντάς τον να καταλάβει το νησί και να στείλει μια ομάδα Ελλήνων για να εγκατασταθούν εκεί για το “αίμα του δράκου” και την αλόη... Έτσι ο Αλέξανδρος έστειλε εκεί πλοία που μετέφεραν μια ομάδα Ελλήνων με τις οικογένειές τους, οι περισσότεροι από τα Στάγειρα, την πόλη του Αριστοτέλη. Τους έστειλε διά θαλάσσης μέσω της Ερυθράς Θάλασσας. Όταν έφτασαν στο νησί, νίκησαν τους Ινδούς που ζούσαν εκεί και έγιναν κυρίαρχοι ολόκληρου του νησιού. […] Όταν πέθανε ο Αλέξανδρος και εμφανίστηκε ο γιος της Μάριαμ (Ιησούς Χριστός), ειρήνη σε αυτόν!, οι Έλληνες που ζούσαν εκεί ασπάστηκαν τον Χριστιανισμό και παρέμειναν Χριστιανοί μέχρι σήμερα. Ο Θεός ξέρει ότι η Σοκότρα είναι το μόνο μέρος στην οικουμένη όπου ένας ελληνικός πληθυσμός έχει διατηρήσει τη γενεαλογία του χωρίς καμία ανάμειξη μη Ελλήνων […].

Αλλά και στη γνωστότερη Χριστιανική Τοπογραφία του, ο Κοσμάς Ινδικοπλεύστης, περιγράφει τον 6ο αιώνα τη νήσο βεβαιώνοντας ότι οι κάτοικοι μιλούσαν ακόμα ελληνικά και ότι οι Έλληνες είχαν αποικίσει τη νήσο κατά την εποχή των Πτολεμαίων στην Αίγυπτο. Ωστόσο το όνομά της, ως «Διοσκουρίδου», αναφέρεται τον 1ο αιώνα μ.Χ. και όπως φαίνεται τότε για πρώτη φορά. Σημειώνεται από τον Πτολεμαίο στη Γεωγραφία του, σε πολλούς χάρτες με καταγωγή από αυτήν και σε μεταγενέστερους. Δεδομένου ότι τον 2ο αιώνα π.Χ. η νήσος αναφέρεται από τον Αγαθαρχίδη ως «Ευδαίμων/Μακάριος», έχει ενδιαφέρον η προέλευση του ελληνικού τοπωνυμίου. Υπάρχουν δύο επικρατούσες θεωρίες (ίσως σχετιζόμενες) για την πιθανή προέλευση του ονόματος. Η πρώτη από τους δίδυμους αδελφούς Κάστορα και Πολυδεύκη, τους Διόσκουρους της ελληνικής μυθολογίας ― προστάτες των ναυτικών και της ναυσιπλοΐας στις δύσκολες θαλάσσιες διαδρομές και τόπους. Η δεύτερη από το σανσκριτικό όνομα της νήσου “Diuskadra” («Ευδαίμων» ελληνικά) παραφθαρμένο σε «Διοσκουρίδου/. Αλλού έχει προταθεί ότι το όνομα των ενδημικών δέντρων της παγκόσμιας πανίδας «αίμα του δράκου» εξακολουθεί να αναφέρεται στα τοπικά αραβικά ως το “αίμα του δέντρου των δύο αδελφών”, ένα όνομα που ενδεχομένως συνδέει τον αρχαίο ελληνικό μύθο των Διόσκουρων με το πιο εμβληματικό, κόκκινο δέντρο του νησιού.

Οι παραπάνω υποθέσεις δεν αποκλείουν και την (εύλογη νομίζω) εκδοχή της προέλευσης του ελληνικού τοπωνυμίου της νήσου, με την ενδημική θεραπευτική πανίδα, από τον ιατρό, φαρμακοποιό και βοτανολόγο Διοσκουρίδη, διάσημο κατά τον αιώνα συγγραφής του Περίπλου της Ερυθράς Θαλάσσης (1ο αιώνα μ.Χ.). Γνωστόν κυρίως (εδώ) για το πεντάτομο έργο του Περὶ ὕλης ἰατρικῆς, με τη μεγάλη επιρροή στη φαρμακολογία μέχρι το 1600. Υπάρχουν πολλά αντίγραφα του έργου του, ακόμη και του 5ου αιώνα. Θεωρείται ο μεγαλύτερος φαρμακολόγος της αρχαιότητας, η επιστημονική προσφορά του οποίου θεωρείται εφάμιλλη με εκείνη του Θεοφράστου του Ερέσιου στη βοτανική.
Η Ερυθρά δεν είναι, τελικά, μια άγνωστη και μακρινή θάλασσα για τους Έλληνες, όπως δεν είναι και το γεωπολιτικά «θερμό» νότιο στενό άκρο της, η «Πύλη των Θρήνων», προς τον Ινδικό Ωκεανό (η Μπαμπ ελ Μαντέμπ), την οποία ο Άνθιμος Γαζής σημείωσε, το 1800, ως Πόρ[τα] Βαβελμανδέλ στον παγκόσμιο χάρτη του (εδώ) και ο Νίκος Καββαδίας εκεί κοντά γνώρισε τον «μαύρο θερμαστή» που ώρες πολλές για πράγματα περίεργα μιλούσε… Ίσως, ανάμεσα σε άλλα, και για εκείνα της Διοσκουρίδου νήσου, κάποια μίλια ανατολικά τού Τζιμπουτί…




Οι τρεις θάλασσες στον ιστορικό περίγυρο της Ελλάδας και του Αιγαίου Πελάγους: Μεσόγειος, Πόντος και Ερυθρά (από «Σουέζ» μέχρι «Πόρ. Βαβελμανδέλ»), σε τμήμα του παγκόσμιου χάρτη «Άτλας – Χάρτης περιέχων Πίνακας της Οικουμένης…» του Άνθιμου Γαζή (Βιέννη 1800). Πηγή/επεξεργασία: Β.Λ.
Οι τρεις θάλασσες στον ιστορικό περίγυρο της Ελλάδας και του Αιγαίου Πελάγους: Μεσόγειος, Πόντος και Ερυθρά (από «Σουέζ» μέχρι «Πόρ. Βαβελμανδέλ»), σε τμήμα του παγκόσμιου χάρτη «Άτλας – Χάρτης περιέχων Πίνακας της Οικουμένης…» του Άνθιμου Γαζή (Βιέννη 1800). Πηγή/επεξεργασία: Β.Λ.
ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: