O τίτλος ίσως θυμίζει Περηφάνεια και προκατάληψη. «Είναι ανεκτή (υποφερτή), αλλά όχι αρκετά όμορφη για να με δελεάσει», γράφει η λεζάντα της εικόνας που σχεδίασε ο Τσαρλς Έντμουντ Μπροκ το 1895, για έκδοση του ομώνυμου αγαπημένου (και στην Ελλάδα) έργου της Τζέιν Όστεν του 1813.
Χρονολογήσεις και προκαταλήψεις
Η υπεροπτική αλαζονεία και ο σνομπισμός του κ. Ντάρσι, στο έργο της Όστεν, τον οδηγεί σε περιφρόνηση και προκατάληψη απέναντι στην Ελίζαμπεθ, για να της ζητήσει να χορέψουν, δημιουργώντας μια αντιπάθεια ανάμεσά τους. Μου μοιάζει με τη στάση των (κυρίως) πέραν του Ατλαντικού ειδικών ―και διάφορων επιρροών τους αλλού― στην προέλευση και (τοπωνυμιακή κυρίως) χρονολόγηση των ναυτικών μεσαιωνικών πορτολάνων χαρτών όταν προκύπτει οτιδήποτε σχετικό με τη βυζαντινή περίοδο όπως π.χ. η σημαντική, νομίζω, χαρτογραφική περιγραφή της Άννας Κομνηνής στην Αλεξιάδα. Η (βυζαντινή) παρέμβαση της Κομνηνής στα «χρονολογικά» των αινιγματικών πορτολάνων χαρτών και η χαρτογραφική αδιαφορία ή η αντίδραση που προκαλεί σε καθιερωμένα στερεότυπα, έχει μεγάλο ενδιαφέρον. Φαίνεται να σχετίζεται γενικότερα με τις πτυχές του (αμφιλεγόμενου) βυζαντινισμού που έχει εισχωρήσει στο κεφάλαιο αυτό της χαρτογραφίας. Το πρόβλημα δημιουργείται από την ατελή ανάγνωση του χάρτη, μόνο ως απεικόνιση θεματικών πληροφοριών από τον ανθρωπογενή γεωγραφικό κόσμο, παραμερίζοντας (ή αγνοώντας) τη θεμελιώδη στους χάρτες γεωμετρική συνιστώσα τους, ορατή ή αόρατη. Σε αυτό το πλαίσιο βασίζονται τα παρακάτω ― και ο τίτλος του κειμένου που παραπέμπει παιγνιωδώς στο ακόμα ζωντανό έργο της Όστεν.
1Στην εξέλιξη της χαρτογραφίας και των χαρτών αποτελούν ξεχωριστή κατηγορία οι σχεδιασμένοι σε περγαμηνές μεσαιωνικοί (ναυτικοί) πορτολάνοι χάρτες (να μη συγχέονται με τους “πορτολάνους”, βιβλία–οδηγούς της θάλασσας). Απεικονίσεις ακτογραμμών και λιμένων (= porto) της Μεσογείου· της θάλασσας–λίκνο αυτής της χαρτογραφικής τυπολογίας (εδώ, Appendix 4, σελ. 174). Εκτός “γραμμής” της περιόδου, η προέλευση των πορτολάνων χαρτών παραμένει αινιγματική. Τον μεσαίωνα επικρατούσαν οι χριστιανικής προέλευσης (συμβολικές κυρίως) αναπαραστάσεις ΟΤ – Orbis Terrarum (Χάρτης #87) καλύπτοντας και τις τρεις φάσεις της περιόδου: πρώιμη, μέση και (σχεδόν) ύστερη. Η πλειοψηφούσα συναίνεση των ειδικών έχει υποδείξει ως παλαιότερο σωζώμενο πορτολάνο χάρτη, τον λεγόμενο της Πίζας (την Πιζάνα)· φέρεται ως γενουατικής προέλευσης. Η διαδεδομένη χρονολήγησή της τοποθεταίται στα τέλη του 13ου αιώνα, ενώ μία μελέτη τη μεταφέρει (με τοπωνυμικά επιχειρήματα) στον επόμενο.
Η πριν από μια δεκαετία (2015-2016) έρευνα χρονολόγησης της περγαμηνής, με άνθρακα–14, για την Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας (BnF) ―εκεί φυλάσσεται η Πιζάνα ως Carte Pisane, από τον 19ο αιώνα― υπέδειξε (κατά 95%) παλαιότητα 810 ± 30 χρόνων και την περίοδο μεταξύ 1170-1270, μετά από την απαραίτητη βαθμονόμηση (εδώ). Στην ίδια περίοδο κατέληξε και η φασματοσκοπική ανάλυση της μελάνης και των χρωστικών ουσιών στην περγαμηνή, ενώ η παρουσία λίγων μεταγενέστερων του 1270 τοπωνυμίων οδήγησε στη διεύρυνση της περιόδου μέχρι το 1290 ― εδώ η σχετική με την Πιζάνα βιβλιογραφία (κατάλογος CNRS/BnF) με επιλεγμένη αναφορά και στην ελληνική μελέτη (εδώ).
Από τις χρονολογήσεις αυτές λείπει όμως “κάτι” χαρτογραφικά θεμελιώδες: η χρονολόγηση της γεωμετρίας του ναυτικού χάρτη! Δηλαδή η ηλικία της ακτογραμμής (Χάρτης #6), η οποία μεταφέρθηκε ―πόθεν;― για να σχεδιαστεί στην περγαμηνή και μετά να σημειωθούν τα τοπωνύμια. Και το ερώτημα τίθεται ευθέως: ανήκει και η μορφή της ακτογραμμής, δηλαδή η γεωμετρίας της, στην ίδια περίοδο με την περγαμηνή, το μελάνι, τους χρωματισμούς και τα τοπωνύμια; ή μήπως είναι προγενέστερη;
2Τα ερωτήματα αναδύονται από τον πυρήνα της χαρτογραφίας: ο χάρτης δεν αποτελείται μόνο από το υλικό σχεδίασης (περγαμηνή, μελάνη και χρωστικά), ούτε από θεματικά στοιχεία του περιεχομένου του (τοπωνύμια). Αποτελείται και από τα γεωμετρικά στοιχεία του περιεχομένου. Και επειδή η απεικόνιση της ακτογραμμής είναι βασικό στοιχείο της χαρτογραφικής γεωμετρίας, η ηλικία του όλου χάρτη είναι ατελής χωρίς τη χρονολόγηση της. Άραγε ποιος θα μπορούσε να βεβαιώσει ότι η ηλικία της ακτογραμμής της Πιζάνα βρίσκεται εντός της περιόδου του αιώνα που προσδιόρισε η χρονολόγηση περγαμηνής, μελάνης, χρωστικών και τοπωνυμίων; Η αγνόηση της γεωμετρίας προδίδει ελλειπή προσέγγιση της στοιχειώδους έννοιας του χάρτη, το περιεχόμενο του οποίου αναλύεται εξ ορισμού σε «γεωμετρικό» και «θεματικό» (εδώ, Appendix 1, σελ. 170).
Τα ερωτήματα, περί της γεωμετρίας πληθαίνουν, όπως π.χ. το εύλογο: υπήρξε άραγε πορτολάνος χάρτης προγενέστερος της Πιζάνα, ο οποίος μπορεί να μην έχει βρεθεί, αλλά αναφέρεται ρητά σε κείμενο, ως τέτοιος; Μεταφέρθηκε άραγε στην Πιζάνα παλαιότερη διαθέσιμη ακτογραμμή, σχεδιασμένη πριν την περιόδο 1170–1270 (μέχρι τέλους του 13ου αιώνα); Μα και βέβαια αναφέρεται (ρητά μάλιστα) η ύπαρξη προγενέστερου πορτολάνου χάρτη, χωρίς να έχει βρεθεί: σε βυζαντινό κείμενο του μέσου μεσαίωνα, γραμμένο το 1148 από γυναίκα, στην αττική κοινή, πριν τη χρονολόγηση της Πιζάνα. Είναι το γνωστό έργο Αλεξιάς της Άννας Κομνηνής, πρωτότεκνης κόρης πορφυρογέννητης του Αλέξιου Α΄ Κομνηνού. Κατά την έγκυρη Τρεκάνι: «αποτελεί ένα από τα εξοχότερα έργα της μεσαιωνικής ελληνικής ιστορίας και μία από τις πλέον διακεκριμένες μαρτυρίες για το βυζαντινό κράτος, όπως αναγεννήθηκε υπό τον Αλέξιο Α΄».
Εκεί λοιπόν, στο ΙΓ΄ βιβλίο, η Άννα Κομνηνή γράφει ότι, το φθινόπωρο του 1107, ο πατέρας της Αλέξιος Α΄ χρησιμοποίησε χάρτη με απεικόνιση των ιλλυρικών και απέναντι ιταλικών ακτών και των λιμένων τους. Τον έστειλε με οδηγίες στον ναύαρχο Κοντοστέφανο υποδεικνύοντας το πρακτέο του βυζαντινού στόλου κατά των Νορμανδών στα στενά του Ότραντο: […]
Διαγνοὺς δὲ ὅτι οὐχ ὅπη προσήκει τὸν ῥωμαϊκὸν στόλον ὁ Κοντοστέφανος προσώρμισε, καὶ διὰ τοῦτο αὐτὸν οἱ νότοι ἀπείργουσιν εὔθετον τοῖς Κελτοῖς μᾶλλον τὸν πλοῦν παρεχόμενοι, διαγράψας τὴν τῆς Λογγιβαρδίας ᾐόνα καὶ τοῦ Ἰλλυρικοῦ καὶ τοὺς παρ’ ἑκάτερα διακειμένους λιμένας, ἀπέστειλε τῷ Κοντοστεφάνῳ ὑποδείξας ἐν γράμμασι καὶ ὅπη δεῖ προσορμίσαι τὰς ναῦς καὶ ὅθεν οὐρίου τύχοι τοῦ πνεύματος κατὰ τῶν διαπλῳζομένων Κελτῶν ἐξορμῶν. […]
Πρόκειται για μια ρητή και (τεχνικά) σαφή αναφορά σε χάρτη (= διαγραφή) και μάλιστα πορτολάνο, εφόσον απεικονίζονται ακτές «Λογγιβαρδίας ᾐόνα (= ακτή) καὶ τοῦ Ἰλλυρικοῦ» και λιμάνια «παρ’ ἑκάτερα διακειμένους λιμένας», ενδεχομένως προσανατολισμένο, με ανεμολόγιο, αφού αναφέρονται «οἱ νότοι» (= νότιοι άνεμοι). Και στη λατινική απόδοση του αποσπάσματος (επιμέλεια: Μπάρτχολντ Γκέοργκ Νίμπουρ 1878, εδώ, σελ. 211), η διαγραφή
αποδίδεται ως “tabula”
μετάφραση της λέξης πίναξ (= χάρτης) ― όρος σε χρήση στην Ελλάδα μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα): […] adversum esse, tabulam
Longibardicae Illyricaeque orae, in qua utriusque portus notati erant, Contostephano permisit litteris admonens, et quibus in locis ad ancoras naves eum deligare […]
3Σε μεταγενέστερες μεταφράσεις, στα ιταλικά, τα γερμανικά, τα αγγλικά, τα γαλλικά και τα νεοελληνικά, η «διαγραφή» ακτών και λιμένων αποδίδεται πάντα ως χάρτης, σαφέστατα ναυτικός και πορτολάνος. Η ιταλική μάλιστα μετάφραση του Τζιουζέπε Ρόσσι, 1849 (εδώ και εδώ, σελ. 398), αποδίδει στο συγκεκριμένο απόσπασμα τον χάρτη “pergamena” (= περγαμηνή), το υλικό (δέρμα) σχεδίασης των μεσαιωνικών πορτολάνων χαρτών: […] inviógli una pergamena sopra cui delineate erano ambe le piagge, illirica e longobarda, a lei di prospetto, ed i porti dall’una e dall’altra parte d’ entrambe, instruendolo con lettera […]. Στη γερμανική του E. Όστερ, 1868 (εδώ σελ. 26-27), ο χάρτης αποκαλείται “genauen Karte” (= ακριβής χάρτης) λιμένων και αγκυροβολίων των ιταλο-ιλλυρικών ακτών: […] und erringt mit Hülfe einer genauen
Karte
über die Hafen und Ankerplätze der italienisch-illyrischen Küsten manche Vortheile.
[…]. Στην ιδιαίτερα έγκυρη αγγλική (σχεδόν πίστη) μετάφραση της Ελίζαμπεθ Nτας, 1928 (εδώ, VII), ως χάρτης αποδίδεται η διαγραφή (…“διαγράψας”…) του Αλέξιου προς Κοντοστέφανο: […] he drew him a map of the
coasts of Lombardy and Illyricum, with the harbours
οn either side. This he sent to him, adding written instructions. The harbours on either side. This he sent to him, adding written instructions […]. Στη γαλλική του Μπερνάρ Λεμπ, 1945 (εδώ, σελ. 113, 4) επαναλαμβάνεται η λέξη χάρτης ακτών και λιμένων: […] il dessina une carte des côtes de Longobardie et d’Illyrie avec les ports qui se trouvent sur chacune et il l’envoya à Kontostéphanos, en lui indiquant par écrit […]. Η μεταγενέστερη δημοφιλής αγγλική του Έντγκαρ Ρόμπερτ Άστον Σιούτερ, 1969 (εδώ, σελ. 337) είναι κατά λέξη μεταφορά εκείνης της Ντας (τουλάχιστον η παράγραφος που μας ενδιαφέρει …) ― οι “εξηγήσεις” δίνονται στον πρόλογο. Και στη νεοελληνική μετάφραση από την Αλόη Σιδέρη, τόμ. Β΄, Βιβλίο ΙΓ΄, VII, εκδ. Άγρα, 1991, σ. 145 ―ακολουθεί κυρίως τού Λεμπ―, ο Αλέξιος σχεδίασε χάρτη με τις ακτές και τους λιμένες: […] σχεδίασε έναν χάρτη των ακτών της Λογγιβαρδίας και της Ιλλυρίας με τα λιμάνια που υπάρχουν από εδώ κι από κει και τον έστειλε στον Κοντοστέφανου […].
Η νεοελληνική μετάφραση του πρωτοτύπου από πάροχο τεχνητής νοημοσύνης προσέφερε μικρή μεν, αλλά σημαντική έκπληξη: τη χρήση της λέξης “ακτογραμμή”, το θεμελιώδες χαρτογραφικό κλειδί της γεωμετρίας των πορτολάνων χαρτών: […] Όταν κατάλαβε ότι ο Κοντοστέφανος δεν είχε αγκυροβολήσει τον ρωμαϊκό (βυζαντινό) στόλο στο κατάλληλο σημείο —με αποτέλεσμα οι νότιοι άνεμοι να τον εμποδίζουν, διευκολύνοντας παράλληλα τον πλου των Κελτών (Νορμανδών)— σχεδίασε την ακτογραμμή της Λογγιβαρδίας και του Ιλλυρικού, σημειώνοντας τα λιμάνια και στις δύο πλευρές. Στη συνέχεια, έστειλε τον χάρτη στον Κοντοστέφανο, υποδεικνύοντάς του γραπτώς πού έπρεπε να ελλιμενίσει τα πλοία και από ποιο σημείο θα είχε ούριο άνεμο, ώστε να επιτεθεί στους Κελτούς που διέπλεαν την περιοχή. […]
Τα προηγούμενα δείχνουν με σαφήνεια ότι πορτολάνος χάρτης υπήρχε στο Βυζάντιο, ήδη από τις αρχές του 12ου αιώνα, όχι μόνο ως έννοια αλλά και ως χαρτογραφική εφαρμογή ρητού γεωμετρικού (ακτογραμμικού) περιεχομένου. Πριν τη μεταγενέστερη Πιζάνα, της οποίας το νωρίτερο όριο χρονολόγησης έχει μετρηθεί περισσότερο από μισό αιώνα μετά, αλλά με μια «εν μέρει» χρονολόγηση, μόνο των υλικών και των τοπωνύμιων, όχι όμως της γεωμετρίας, του βασικού χαρτογραφικού στοιχείου της απεικόνισης.
4Από τα αρκετά ερωτήματα που θα μπορούσαν να τεθούν, τρία προκύπτουν αυθόρμητα: α) Ο χάρτης που έστειλε στον ναύαρχό του ο Αλέξιος Α΄ ―ήταν παρών στην εκστρατεία― σχεδιάστηκε πρωτογενώς, από τον αυτοκράτορα ή έναν χαρτογράφο του, in situ και από προσωπική εποπτεία της γεωγραφικής περιοχής; β) Είχε φέρει τον χάρτη μαζί του ο Αλέξιος από την Κωνσταντινούπολη και αντέγραψε από αυτόν την περιοχή ενδιαφέροντος για να τον αποστείλει με ναυτικές οδηγίες στον Κοντοστέφανο; και γ) Γιατί οι σύγχρονοι ιστορικοί της χαρτογραφίας ―αγγλοσαξωνικής (κυρίως) προέλευσης ή επιρροής― δυσκολεύονται να αναγνωρίσουν ή υποβαθμίζουν την ύπαρξη και χρήση βυζαντινού ναυτικού πορτολάνου χάρτη στις αρχές του 12ου αιώνα, κατά την αφήγηση της Άννας Κομνηνής;
Για τα δύο πρώτα ερωτήματα, νομίζω ότι οι απαντήσεις δεν είναι καθοριστικές προκειμένου να αμφισβητηθεί αυτή καθ’ εαυτή η ύπαρξη πορτολάνου χάρτη στις ναυτικές επιχειρήσεις του Αλέξιου Α΄ εναντίον των Νορμανδών, στις αρχές του 12ου αιώνα, στα στενά του Ότραντο. Πολύ σημαντικότερη είναι η απάντηση στην τρίτη ερώτηση, δεδομένης της γενικής αμφισβήτησης της αξιοπιστίας της Αλεξιάδoς, στο σύνολο της, από την πρόσφατη αγγλόφωνη ιστοριογραφία. Έχει ενδιαφέρον να τονιστεί ότι στη σύγχρονη βιβλιογραφία της μεσαιωνικής ιστορίας της χαρτογραφίας ακόμα και η υπόδειξη πιθανού βυζαντινού ίχνους στη χρήση πρώιμων ναυτικών πορτολάνων χαρτών αντιμετωπίζεται με σιωπή, ευγενή «συγκατάβαση» και δυσπιστία. Αντιπροσωπευτικά χαρακτηριστικό είναι το σχόλιο ―«διακριτικό» μεν, αποδομητικό νοήματος δε― της Έβελιν Έντσον (2007), εδώ, σελ. 42. Σημειώνει τη χαρτογραφικού περιεχομένου αναφορά της Άννας Κομνηνής στην Αλεξιάδα ως εξής: «αν μπορούμε να δεχτούμε την περιγραφή της Άννας ως έχει, αυτή θα ήταν η παλαιότερη περιγραφή ενός ναυτικού χάρτη και του συνοδευτικού πορτολάνου».
Αυτό το «ως έχει», at face value στο αγγλικό κείμενο της Έντσον ―ιδιωματική έκφραση υποβόσκουσας αμφιβολίας―, αντανακλά τη συνολική αμφισβήτηση της Αλεξιάδoς,
εφόσον το έργο της Άννας Κομνηνής χαρακτηρίζεται «από την έντονα μεροληπτική, φιλοβυζαντινή και οικογενειακή του οπτική, η οποία το μετατρέπει σε ένα έργο προσεκτικά επιμελημένου πανηγυρικού χαρακτήρα και όχι σε μια αντικειμενική ιστορική περιγραφή». Η απάντηση σε σχετικό ερώτημα (στα αγγλικά) προς καθιερωμένο πάροχο τεχνητής νοημοσύνης υποδεικνύει τους παράγοντες που οδηγούν σύγχρονους μελετητές σε αρνητική κριτική απέναντι στο έργο και τη συγγραφέα:
α) «Ακραία οικογενειακή μεροληψία· υμνείται ο πατέρας μέσω δημιουργίας μύθου της βασιλείας του· παραλείπονται σκόπιμα ή διαμορφώνονται πληροφορίες απαλλαγής από αποτυχίες: αθέτηση υποσχέσεων προς Σταυροφόρους».
β) «Εχθρότητα και προπαγάνδα· έντονη αντιπάθεια προς Δυτικούς (Λατίνους)· αποκαλούνται βαρβάροι και οι Σταυροφόροι παρουσιάζονται έντονα μεροληπτικά και αρνητικά· έτσι η Βυζαντινή Αυτοκρατορία μοιάζει θύμα προδοσίας τους».
γ) «Καθυστερημένη συγγραφή· σαράντα χρόνια μετά σε αναγκαστική μοναστική (τιμωρητική) απομόνωση, και πολλά ενδιάμεσα γεγονότα επέτρεψαν αφηγηματική αναδιαμόρφωση συμβατή στους πολιτικούς της στόχους, δημιουργώντας χρονολογική σύγχυση».
δ) «Παραπλανητικοί ισχυρισμοί μαρτυριών αυτοπτών μαρτύρων· αναφέρονται μεν συνομιλίες με απόμαχους, πολλές όμως πηγές είχαν εκλείψει· υποψία χρήσης εγγράφων ή μεροληπτικών αναμνήσεων παρά πρωτογενών έμπειρων».
ε) «Παρανόηση στρατιωτικών θεμάτων· περιγραφές μαχών [το μεγαλύτερο μέρος του κειμένου] συχνά συγκεχυμένες, ίσως λόγω γραπτών αναφορών και αδυναμίας κατανόησης στρατιωτικής στρατηγικής».
στ) «Εναλλακτικές περιγραφές· λιγότερο ακριβείς κατά τη χρονολογική σειρά· προσωπικές υποκειμενικές εκτιμήσεις».
Παρά την πολύπτυχη κριτική (ενδεικτική του «κλίματος», έως έωλη, όπως π.χ. τα σημεία γ, δ και στ), η επεξεργασία του παρόχου τεχνητής νοημοσύνης αποδέχεται (αντιφάσκοντας), ότι η Αλεξιάς: «αποτελεί μια κρίσιμη πηγή υψηλού κύρους» και «δεν θεωρείται έργο φαντασίας, αλλά πνευματικό προϊόν, χρησιμοποιούμενο ευρέως για τις πληροφορίες που παρέχει σχετικά με τη βυζαντινή κουλτούρα, την πολιτική και τη στρατιωτική στρατηγική υπό τη δυναστεία των Κομνηνών, αλλά μόνο όταν διασταυρώνεται και ερμηνεύεται στο πλαίσιο της».
Από τη σύνοψη της (αγγλόφωνης) βιβλιογραφίας, την οποία συλλέγει και ταξινομεί ο πάροχος τεχνητής νοημοσύνης ―με δυνατότητες διείσδυσης σε μέγα πλήθος κειμένων―, προκύπτει ότι κανένας από τους παραπάνω (αρνητικούς) παράγοντες αξιολόγησης της Αλεξιάδος, ακόμη και αν ίσχυαν, δεν θα μπορούσε να αμφισβητήσει σοβαρά τη συγκεκριμένη μαρτυρία της Άννας Κομνηνής, που αποτελεί το χαρτογραφικό ενδιαφέρον μας εδώ. Την ύπαρξη βυζαντινού πορτολάνου χάρτη στις αρχές τους 12ου αιώνα ― ακόμη και νωρίτερα. Είναι εξαιρετικά απίθανο να το ανέσυρε από την φαντασία της ή να «χειραγώγησε» ένα τόσο τεχνικό ναυτικό γεγονός χαρτογραφικού τύπου, που περιγράφει με ακρίβεια, σαν να ήταν ένα γνωστό τρέχον ζήτημα στο Βυζάντιο.
Αλλά ακόμα και ετεροχρονισμένη να είναι η αναφορά της, στην περίοδο συγγραφής του έργου της το 1148 (σαράντα χρόνια μετά τα γεγονότα του 1107-1108, στα Στενά του Ότραντο), πάλι πιστοποιείται η παρουσία πορτολάνου χάρτη στο Βυζάντιο, μια γενιά το νωρίτερο όριο χρονολόγησης της Πιζάνα (1170).
5Η όποια «επιφύλαξη» για το έργο της Άννας Κομνηνής (μάλλον αποτέλεσμα μιας στερεότυπης ιστοριογραφικής προκατάληψης απέναντι στη βυζαντινή περίοδο, όπως είναι π.χ. ο βυζαντινισμός) δεν μπορεί να ισχύσει για την τεχνική και μοναδική χαρτογραφική αναφορά περί της βυζαντινής ναυτικής χρήσης πορτολάνου χάρτη, πριν την Πιζάνα, όπως περιγράφεται στην Αλεξιάδα. Η αποκαλυπτική χαρτογραφική επισήμανση της Άννας Κομνηνής μου φαίνεται πολύ δύσκολο να μπορεί να πέσει «θύμα» των όποιων βαθύτερων λόγων υποτίμησης ή υποβάθμισης των επιτευγμάτων της βυζαντινής τεχνολογικής κουλτούρας και των κατακτήσεών της.
Η «αποκάλυψη» στηνΑλεξιάδα
ενός βυζαντινού πορτολάνου χάρτη, στις αρχές του 12ου αιώνα, δεν πρέπει να αποτελεί έκπληξη· τέτοιου τύπου «εργαλεία» είναι γνωστά στο Βυζάντιο ακόμα και δύο αιώνες πριν τον Αλέξιο Α΄ Κομνηνό. Στον Πορφυρογέννητο πορτολάνο του, ο Τζορτζ Χάξλεϊ (εδώ) περιγράφει το Σταδιοδρομικό από το Περί Βασιλείου Τάξεως το (α΄ μισό του 10ου αιώνα, επί Κωνσταντίνου Ζ΄ Πορφυρογέννητου), στο δεύτερο βιβλίο (ΙΙ.45). Τη μετρημένη θαλάσσια όδευση του βυζαντινού στόλου, από την Κωνσταντινούπολη μέχρι την Κρήτη (για την ανάκτησή της), κατά το, προς νότο, γεωγραφικό πλάτος του ανατολικού Αιγαίου και των Κυκλάδων (και εδώ, σελ. 13).
Επιστρέφοντας στην Πιζάνα: Μετά τη χρονολόγηση υλικών και τοπωνυμίων (1170-1270 έως 1290), η χρονολόγηση του (κύριου) γεωμετρικού περιεχομένου της, της ακτογραμμής, θα ολοκλήρωνε τη χαρτογραφικά συνολική χρονολόγηση της. Είναι γνωστό και ευρέως αποδεκτό ότι οι γεωμετρικές διαδικασίες αποτύπωσης των ακτών της Μεσογείου στο πεδίο, προκειμένου να απεικονιστεί το κλειστό σχήμα της ακτογραμμής, δεν ήταν τότε δυνατόν να γίνει ενιαία, στο σύνολο της. Γινόταν μόνον κατά τμήματα (εδώ, Appendix 2, σελ. 171). Στη συνέχεια οι επιμέρους αποτυπώσεις των ακτογραμμών συνενώνονταν σε συνεχή γραμμή, από έμπειρους χαρτοτέχνες και χαρτογράφους, σε εξειδικευμένα εργαστήρια σημαντικών ναυτικών παράκτιων πόλεων της Μεσογείου, στα οποία σχεδιάζονταν οι χάρτες ― γνωστά στον μέσο μεσαίωνα. Η καλή ποιότητα της ακτογραμμικής απεικόνισης ήταν αποτέλεσμα ποιοτικής αποτύπωσης, προφανώς σε περιοχές μεγαλύτερου εμπορικού και στρατιωτικού ενδιαφέροντος για τη ναυσιπλοΐα.
6Η μορφολογική ανάλυση της ακτογραμμικής ποιότητας της Πιζάνα έγινε το 2018 (εδώ) με την εφαρμογή γνωστών στη γεωχωρική μηχανική μεθόδων σύγκρισής της με το σημερινό ακτογραμμικό πρότυπο, τηρώντας τους αναλυτικούς χαρτογραφικούς κανόνες. Το αποτέλεσμα ανέδειξε τον υψηλό βαθμό ακτογραμμικής εγγύτητας της Πιζάνα με το αντίστοιχο σημερινό πρότυπο, σε πολύ συγκεκριμένες γεωγραφικές περιοχές της Μεσογείου. Μεγαλύτερη ακτογραμμική εγγύτητα εντοπίστηκε στην περιοχή των Στενών του Ότραντο, του ανατολικού Αιγαίου και της Κρήτης. Στις αντίστοιχες δηλαδή γεωγραφικές περιοχές που σημειώνεται στην Αλεξιάδα και στο Περί Βασιλείου Τάξεως, με χρονική αναφορά, αντίστοιχα, τις αρχές του 12ου και το α΄ μισό τού 10ου αιώνα.
Τα ευρήματα της χαρτομετρικής ανάλυσης υποδεικνύουν χρονολογήσεις της (γεωμετρικής) ακτογραμμικής απεικόνισης της Πιζάνα νωρίτερες του χρονικού ορίου τού 1170, που προέκυψε από την υλική και τοπωνυμιακή έρευνα· παραπέμπουν σε εύλογη μεγάλη πιθανότητα προγενέστερης βυζαντινής εμπλοκής στην ακτογραμμική σύνθεση. Με βάση τα παραπάνω και δεδομένης της (φερόμενης) γενουατικής προέλευσης της Πιζάνα, έχει ενδιαφέρον να σημειωθούν οι πολύ ιδιαίτερες σχέσεις Γένουας-Κωνσταντινούπολης (εδώ, Appendix 4, σελ. 174). Αναπτύχθηκαν, κυρίως σε πρώτη φάση, από τα τέλη του 11ου αιώνα, μετά την Α΄ Σταυροφορία, μέχρι το 1204 (Δ΄ Σταυροφορία). Τότε αποδόθηκαν από τους Βυζαντινούς στους Γενουάτες σημαντικές προνομιακές εμπορικές και άλλες αξιοσημείωτες παροχές για ποικίλες δραστηριότητές τους μέσα στην Κωνσταντινούπολη και την αυτοκρατορία (συνθήκες του 1155 και 1169). Οι γεωγραφικές περιοχές της ακτογραμμής της Πιζάνα με την μεγαλύτερη εγγύτητα στο (πραγματικό) ακτογραμμικό πρότυπο της Μεσογείου «έπαιξαν» μεγάλο ιστορικό ρόλο για το Βυζάντιο κατά τη διάρκεια της πρώτης φάσης των βυζαντινό-γενουατικών σχέσεων (1094-1204). Αν υπήρξε κάποιο βυζαντινό «συνεργατικό πεδίο» με τη γενουατική συμβολή στην ακτογραμμική σύνταξη της Πιζάνα, αυτό θα συνέβη μεταξύ του τέλους του 11ου αιώνα και του αιώνα που ακολούθησε. Χωρίς αυτό να αποκλείει και προγενενέστερους χρόνους, με βάση τη βυζαντινή γνώση και χρήση των θαλάσσιων σταδιασμών και της δεδομένης βυζαντινής ναυτικής ισχύος στη Μεσόγειο, αιώνες πριν τη ναυτική άνοδο των Αράβων, των λατινικών (ιταλικών) ναυτικών πόλεων και των Νορμανδών στη Σικελία.
Κατά τη δεύτερη φάση των βυζαντινο-γενουατικών σχέσεων, από το 1261 με τη Συνθήκη του Νυμφαίου μέχρι την Άλωση, τα μέσα του 15ου αιώνα, το Βυζάντιο ήταν πλέον γεωγραφικά περιορισμένο γύρω από την «Θεοφύλακτον Πόλιν» και οι περιοχές μεγαλύτερης ακτογραμμικής εγγύτητας της Πιζάνα δεν διαδραμάτισαν πλέον σημαντικό ρόλο για τους Βυζαντινούς. Η συμβολή τους τώρα ήταν η μεταφορά των ελληνικών γνώσεων στην Δύση (Χάρτης #23, Χάρτης #81).
Θα ήταν παράληψη να μην επισημανθεί επιπλέον ότι από την ανάλυση των αριθμητικών τιμών που δίνονται στα γεωγραφικά πλάτη και μήκη τοποθεσιών από τον Πτολεμαίο στη Γεωγραφία του, προκύπτει εγγύτητα στα σημερινά ακτογραμμικά πρότυπα (εδώ και εδώ) των ίδιων περιοχών ενδιαφέροντος. Αυτό αποτελεί ισχυρή ένδειξη της σημασίας που είχαν αυτές οι περιοχές και στην ύστερη αρχαιότητα, για την απεικόνιση της Μεσογείου. Υποδεικνύουν το «κλασικό» (ελληνιστικό και ελληνορωμαϊκό) ίχνος στη μεσαιωνική διαμόρφωση της ακτογραμμικής απεικόνισης στην Πιζάνα.
Όπως θα άξιζε να εκφραστεί η ευχή για ένα αίσιο τέλος της «δυστροπίας» που δημιουργούν στο συγκεκριμένο χαρτογραφικό μας θέμα οι αδικαιολόγητες (σήμερα) προκαταλήψεις απέναντι στα βυζαντινά ιστορικά ζητήματα. Ένα ώριμο happy end δηλαδή, όπως της Ελίζαμπεθ και του κ. Ντάρσι στην Περηφάνεια και προκατάληψη της Τζέιν Όστεν!