Ο ποιητής και δοκιμιογράφος Διονύσης Καψάλης (εφεξής συγγρ.) εντόπισε στο Αρχείο Καβάφη πέντε κόλλες αναφοράς με υδατόσημο Gouvernement Egyptien, στο recto των οποίων ο εικοσιεξάχρονος το 1889 Καβάφης αντέγραψε το τρίτο μέρος του δοκιμίου τού Ρ. Λ. Στίβενσον «Old Mortality (Παλαιά θνητότης)» (1884 και 1887). Το δοκίμιο δημοσιεύεται ολόκληρο στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου (σελ. 63-79) σε αριστοτεχνική μετάφραση του συγγρ. που συμπληρώνει την αντιγραφή μέρους του από τόν Καβάφη. Ο «εξόχως καλλιγραφικός χαρακτήρας» διά χειρός Καβάφη (σελ. 56-61) γίνεται αφορμή να στραφεί ο συγγρ. στην ερώτηση «Πόσο τυχαία ήταν η επιλογή αυτού τού κειμένου για τον Καβάφη;». «Κάθε άλλο παρά τυχαία», απαντά και χαρακτηρίζει το καβαφικό ιδιόγραφο «έμμεσο επιτύμβιο και βουβή επιτάφια καλλιγραφία» (σελ. 21).
Η «Παλαιά θνητότης» στεγάζεται στη συλλογή δοκιμίων τού Στίβενσον Memories and Portraits (Αναμνήσεις και προσωπογραφίες), 1909, που θα εγνώριζε ο Καβάφης εφόσον ο Στίβενσον βρισκόταν μεταξύ τών δοκιμιογράφων τής βιβλιοθήκης του, όπως μαρτυρεί ὁ Μιχάλης Περίδης (σελ. 22, σημ. 1). Η «Παλαιά θνητότης» γράφει ο συγγρ. «είναι μια αυτοπροσωπογραφία σε επιτύμβιο κάτοπτρο, μια περιδιάβαση στο περίφημο Παλαιό Νεκροταφείο Κάλτον τού Εδιμβούργου με τις ατέλειωτες σειρές τάφων επιφανών και αφανών Σκώτων» (σελ. 24-25).* Ειδικά, «το τρίτο μέρος, που τόσο επιμελώς, με τόση εμφανή φροντίδα, το αντέγραψε ο Καβάφης, δεν είναι παρά ένα εγκιβωτισμένο μέσα στο δοκίμιο ταφικό μνημείο, ένας επιτάφιος θρήνος» προς αγαπημένο πρόσωπο που ο Στίβενσον δεν κατονομάζει. Έρχεται όμως ο συγγρ. και μετά από έρευνα και συσχετισμούς διαπιστώνει ότι πρόκειται για τον επιστήθιο από τα χρόνια τού πανεπιστημίου στο Εδιμβούργο φίλο τού Στίβενσον, τον Τζέιμς Ουόλτερ Φέριερ (1850-1883)· οδηγήθηκε στην ταύτιση αυτή διότι ο έπαινος του Στίβενσον εφαρμόζει στα χαρακτηριστικά τού Φέριερ. Ο συγγρ. δηλαδή, αντί να ερμηνεύσει τον Στίβενσον με τον Φέριερ, ερμηνεύει τον Φέριερ με τον Στίβενσον σαν σε παραβολικό κάτοπτρο.
Κατόπιν, στην πολυσέλιδη περιήγηση του συγγρ. στην Ελληνική κοινωνία Αλεξανδρείας και στα Κοινοτικά Κοιμητήριά της στο Σάτμπι, στους Ράλληδες, τους Σκυλίτσηδες, τους Σοκόληδες, αυτούς τους νέους που κυριάρχησαν στον πρώιμο Καβάφη, εμφανίζεται «το τρυφερό ανακάλημα νεκρού φίλου… του αγαπητού και μόνου αληθούς φίλου μου», τού Μικέ Ράλλη, συμμαθητή τού Καβάφη στην Εμπορική Σχολή «Ερμής», τρία χρόνια μικρότερου, που πέθανε από τυφοειδή πυρετό σε ηλικία μόλις 23 ετών, την 1η Οκτωβρίου 1889 ― ἐν τῷ μηνί Ἀθύρ** (σελ. 31). «Ίσως», γράφει ο συγγρ., «η αντιγραφή του “Old Mortality“ ήταν ο τρόπος τού εικοσιεξάχρονου Καβάφη, το δικό του επιτύμβιο ‘ἐλεγεῖον’ και ο συγκινημένος λόγος τού Στίβενσον του χρησίμευσε ως το δραστικό αντίδοτο (σελ. 45)… Δεν θ’ απομακρυνόμασταν από την καβαφική συναισθηματική και διανοητική επικράτεια, αν εκλαμβάναμε την αντιγραφή σαν ένα βουβό επιτάφιο, μιαν άσκηση επιτύμβιας καλλιγραφίας, για τον χαμένο φίλο της νεότητάς του» (σελ. 51).
Το τελευταίο κεφάλαιο τού βιβλίου είναι αφιερωμένο στα «αισθήματα τρυφερότητας, φροντίδας και ανιδιοτέλειας, όσα μέτρησαν στη ζωή τού εικοσιεξάχρονου Καβάφη, και μοιάζει να έχουν διακριτικά αναχωνευτεί στις μορφές νεαρών εραστών, σύγχρονων («Ωραία λουλούδια κι άσπρα ως ταίριαζαν πολύ») είτε Αρχαίων («ο Μύρης· Αλεξάνδρεια του 340 μ.Χ.»), που εμφανίζονται όλο και συχνότερα στον ύστερο Καβάφη, σχεδόν πάντα όμως σε απόσταση αναπνοής από τήν απώλεια, τον θάνατο και τη σκέψη της θνητότητας» (σελ. 48), όπως εξάλλου συμβαίνει και στους ήρωες της ήττας
του Ρ. Λ. Στίβενσον, Δόκτορα Τζέκιλ και κύριο Χάιντ.*** Αυτές τις «ιστοριογενείς και ιστορικοφανείς μορφές» που κατοικούν στην ποίηση τού Καβάφη και έρχονται από την κατ’ εξοχήν «ανοιχτή» κοινωνία τού 3ου αιώνα π.Χ. (Dodds), εντάσσει ο συγγρ. σε λογοτεχνικές αποδράσεις προς την ιστορική περιοχή, που απαντούν στην στροφή τού 19ου πρός τόν 20ό αιώνα εντός του σώματος τής ιστοριογραφίας (σελ. 23).
Ο συγγρ. στήνει το στημόνι και το υφάδι του βιβλίου σκανάροντας ταυτότητες, φωτογραφίζοντας, και φωτίζει με προβολείς θεάτρου πρόσωπα που ανεβαίνουν στη σκηνή και δεν κατονομάζονται ούτε από τον Στίβενσον ούτε από τον Καβάφη· μετατρέποντάς τα από φυσικά σε λογοτεχνικά πρόσωπα, «έτσι βρέθηκαν να συγγενεύουν άθελά τους στο αυθαίρετο ληξιαρχείο της λογοτεχνικής φαντασίας: ο Τζέιμς Οὐόλτερ Φέριερ καί ὁ Μικές Ράλλης» (σελ. 46).
Αναρωτιέμαι λοιπόν δικαιολογημένα σε ποια λίστα έργων του θα συμπεριλάβει ο συγγρ. την Επιτύμβια καλλιγραφία· στην Ποίηση ή στα Δοκίμια;
*Όταν το 1998 επισκέφθηκα στο Εδιμβούργο on the steps of R. L. Stevenson, το απέραντο Παλαιό Νεκροταφείο τού Κάλτον με τάφους από γκρίζα πέτρα, όπου φώλιαζαν υγρασία, βρύα και λειχήνες, είδα στο βάθος έναν και μοναδικό από λευκό μάρμαρο σταυρό να ασπρίζει· ήταν ο τάφος Ἕλληνα κατοίκου Εδιμβούργου.
**Βλ. το πορτρέτο του ιστορικού Καβάφη στο Χ. Μπακιρτζής, «Ἐν τῷ μηνί Ἀθύρ. Σχόλια στο ποίημα του Καβάφη», Πεζά κείμενα με τίτλο Αρχαιολογικαί Μελέται, β΄ έκδοση συμπληρωμένη με άλλες ιστορίες, Άγρα 1993, 53-71.
***Ch. Bakirtzis, “À la manière de... Taking a page from European Literature. The final chapter in the Strange Case of Dr Jekyll and Mr Hyde”, Εικονοστάσιον, περιοδική έκδοση τού Κέντρου Εικονολογίας της Ιεράς Μονής Χρυσορρογιατίσσης, τχ. 8, Ιούνιος 2017, 64-71.