Ταξίδι δωματίου, όπως ορχήστρα δωματίου

Ραφαήλ: «Η Φορναρίνα» (Μαργκερίτα Λούτι), 1518-19, Ανάκτορο Μπαρμπερίνι, Ρώμη
Ραφαήλ: «Η Φορναρίνα» (Μαργκερίτα Λούτι), 1518-19, Ανάκτορο Μπαρμπερίνι, Ρώμη

Ξαβιέ ντε Μαιστρ, «Ταξίδι μέσα στο δωμάτιό μου» ― Μιχάλης Μοδινός, «Η Υπόθεση της Ερυθράς Βασίλισσας»

«Είμαι συνειδητός αρνητής του ταξιδιού, ένας λάτρης των δεκαπέντε τετραγωνικών μέτρων του γραφείου μου, όπως εκείνος ο παλιός ευγενής, ο Ξαβιέ ντε Μαιστρ». Σε πρόσφατη κριτική του, ο Αλέξης Ζήρας κοντοστέκεται σε αυτή την φράση ενός από τους ήρωες/ αφηγητές της συλλογής διηγημάτων μου Η Υπόθεση της Ερυθράς Βασίλισσας, αιφνιδιασμένος τρόπον τινά από την αντίστιξη με την ευρεία γεωγραφική γκάμα του βιβλίου αλλά και του ευρύτερου «κοσμοπολιτικού», όπως έχει χαρακτηρισθεί, έργου μου. Φυσικά, ο έμπειρος και οξυδερκής κριτικός, σπεύδει να διευκρινίσει, ότι είναι αυτονόητη η διάκριση συγγραφέα αφηγητή και μάλλον αφομοιωμένη από τον ενεργό σύγχρονο αναγνώστη ― ωστόσο θέτει το ζήτημα και ορθώς.
Το εν λόγω διήγημα τιτλοφορείται «Ο μακρύς δρόμος για την Μοντάνα» και πρωτοδημοσιεύθηκε στις φιλόξενες ηλεκτρονικές σελίδες του Χάρτη. Η πραγματικότητα δε είναι ότι όσο και αν έχω δουλέψει διαχρονικά πάνω στο θέμα της φυγής, της ξενότητας, του «Άλλου», αλλά και του ταξιδιού ως τέτοιου ήδη από τα πρώτα δοκιμιακά βιβλία μου πριν από τέσσερις δεκαετίες, η νοσταλγία των δώδεκα τετραγωνικών μέτρων του γραφείου μου πάντα υπήρχε. Και υπάρχει λόγος. Άλλωστε ακόμη και τον Μπωντλαίρ τον έστειλε ο πατέρας του στην Ινδία, αλλά δεν έφτασε ως εκεί [μόνο ως την Νήσο του Μαυρικίου] και επέστρεψε άρον άρον από τις ζεστές θάλασσες των Τροπικών στην ζεστασιά του γραφείου του, όπου και, ευτυχώς για μας, άνθισαν Τα Άνθη του Κακού.
Οφείλω λοιπόν ορισμένες διευκρινήσεις, ως προς τον προαναφερθέντα προπάτορα του εκούσιου και λυτρωτικού εγκλεισμού, Ξαβιέ ντε Μαιστρ, (1763-1852), με αφορμή το βιβλίο του Ταξίδι μέσα στο δωμάτιό μου, μεταφρασμένο με συνέπεια και κέφι από τον Μανώλη Στρατάκη. Όπου, με δυο λόγια, ο αναγκαστικός περιορισμός για ενάμιση μήνα στο δωμάτιό του, λίγο μετά τη Γαλλική Επανάσταση, εξελίσσεται σε μια ενδιαφέρουσα φιλοσοφική περιπέτεια για τον συγγραφέα.

Ταξίδι δωματίου λοιπόν ― κάτι σαν να λέμε ορχήστρα δωματίου. Η περιπλάνηση σε μικρούς οικείους χώρους αποτελούσε πάντα μια αναγκαστική διέξοδο μια διέξοδο για πολλά ανήσυχα πνεύματα. Πού να τρέχεις τώρα σε υγρές ζούγκλες κι ανήλια φαράγγια, να διαπλέεις ταραγμένες θάλασσες και να διασχίζεις άνυδρες ερήμους, να κοιμάσαι σε στρώματα γεμάτα τσιμπούρια και ψύλλους, να σε κλέβουν απολίτιστοι πανδοχείς και να σε απειλούν ορδές αγρίων, σμήνη κουνουπιών και ύαινες… Αφήστε πια το κόστος του ταξιδιού πάνω στη ράχη μουλαριών για να διασχίσεις τις Άλπεις ή δρομάδων για να φτάσεις στην πολυπόθητη όαση. Έπρεπε να ξοδέψεις μια περιουσία για να οργανώσεις μια περιήγηση και, παρά το ότι οι ανταμοιβές ήταν πολλές και η δόξα σε ανέμενε με την επιστροφή στην πατρίδα, όφειλες να βάλεις στην παλάντζα κόστη και πιθανά οφέλη.
Κατά κανόνα βέβαια έγραφες και ένα τόμο ταξιδιωτικών εντυπώσεων ― ή ίσως πολλούς και καθοριστικούς, όπως έπραξε ο μέγας γεωγράφος, φυσιοδίφης και προπάτορας της οικολογίας Αλέξανδρος φον Χούμπολντ λίγα χρόνια μετά τον Ντε Μαιστρ. Θα έδινες ίσως διαλέξεις για τις πηγές του Νείλου και τις υψομετρικές διαβαθμίσεις της χλωρίδας στην Βενεζουέλα μπροστά σε ένα φιλοθεάμον κοινό, ειδικά αν υπήρχαν απαιτητικοί χρηματοδότες πίσω από την αποστολή σου, όπως η Βασιλική Γεωγραφική Εταιρεία ή η Ακαδημία Επιστημών του Βερολίνου. Αλλά ήδη στα τέλη του αιώνα του Διαφωτισμού, οι μεγάλες ανακαλύψεις έτειναν να ολοκληρωθούν, τα κενά του παγκόσμιου χάρτη γέμιζαν ταχύτατα και σύντομα ο περιηγητής θα γινόταν απλός τουρίστας. Ασφαλέστεροι και κοντινότεροι προορισμοί προσέφεραν αναψυχή και αλλαγή παραστάσεων ― αν και οι ταλαιπωρίες και τα έξοδα δεν υστερούσαν. Ο Ξαβιέ ντε Μαιστρ, παιδί του Διαφωτισμού, αν και αντεπαναστάτης ―όπως και ο διάσημος πολιτικός αναλυτής αδελφός του, ο Ζοζέφ― υποχρεώθηκε να μείνει το 1790 έγκλειστος για 42 μέρες στο μάλλον ευρύχωρο δωμάτιό του στο Τορίνο, μετά από μια παράνομη μονομαχία. Θα μετέτρεπε την διαμονή αυτή σε περιπέτεια, ανακαλύπτοντας στα συνηθισμένα καθημερινά πράγματα, που ελάχιστη σημασία τους είχε δώσει ως τότε, απρόσμενες ηδονές.
Οι ημερολογιακές του σημειώσεις, στη μορφή 42 σύντομων κεφαλαίων θα εκδίδονταν σε βιβλίο από τον αδελφό του, το 1794, και η έκφραση «ταξίδι στο δωμάτιό μου» θα παρέμενε έκτοτε στο φιλολογικό λεξιλόγιο ως λέξη-κλειδί. Διόλου άδικα. Πρόκειται για μια ευφυή, σαρκαστική αναστροφή των ως τότε (αλλά και ως τις μέρες μας) επικρατούντων προτύπων περί της περιπετειώδους φύσης του ταξιδιού, της ηρωικής φύσης των ταξιδευτών κλπ. κλπ. Ο τόνος είναι ειρωνικός και αποκαθηλωτικός των τρεχουσών παραδοχών ήδη από την πρώτη φράση. Δηλώνει ευχαρίστηση από τον εγκλεισμό του ενώ αξιολογεί ό ίδιος τις παρατηρήσεις που έκανε ονομάζοντάς τις ενδιαφέρουσες. Το μόνο πράγμα που χρειάζεται κανένας για να κάνει ένα ταξίδι είναι «μια μικρή γωνιά όπου να μπορεί να αποσυρθεί και να κρυφτεί από όλο τον κόσμο». Μάλιστα ο Ντε Μαιστρ φτάνει να θεωρεί βέβαιο ότι ο οποιοσδήποτε εχέφρων άνθρωπος οφείλει να υιοθετήσει το σύστημά του. Ο κύριος λόγος φυσικά είναι ότι ένα τέτοιο ταξίδι δεν κοστίζει τίποτα. Επίσης ότι δεν εγείρει ζήλιες και ανταγωνισμούς. Δεν απειλεί με νέες αρρώστιες ενώ μπορεί και να θεραπεύσει κάποιες παλιές. Χώρια η ασφάλεια που παρέχει. Οπότε προχωρεί στην μεγάλη παρότρυνση:

«Πάρτε θάρρος λοιπόν, αναχωρούμε. Ακολουθήστε με, όλοι εσείς που ο θάνατος της αγάπης, η αδιαφορία για τη φιλία, σας κρατούν μέσα στο διαμέρισμά σας, μακριά από την μικρότητα και την προδοσία των ανθρώπων. Όλοι οι δυστυχείς, οι άρρωστοι και οι βαριεστημένοι του σύμπαντος ας με ακολουθήσουν, όλοι οι τεμπέληδες ας εγερθούν.»

Και η φαντασία απελευθερώνεται ταυτόχρονα με τον σαρκασμό προς όσους κοκορεύονται γιατί επισκέφτηκαν τη Ρώμη ή το Παρίσι. Και τι δεν μπορεί κανείς να απολαύσει στο δωμάτιό του... Την φωτιά που σιγοκαίει, το σκυλί του που δεν πρόκειται ποτέ να τον προδώσει, ένα λιτό πλην απολαυστικό γεύμα. Μπορεί να επανεκτιμήσει τις χάρες της αναπαυτικής του πολυθρόνας, να στοχαστεί πάνω στις στιγμές ευτυχίας που προσφέρει κατά περίπτωση το κρεβάτι, επί τη ευκαιρία μάλιστα προτείνεται στον αναγνώστη το κλινοσκέπασμα να είναι απαραιτήτως σε αποχρώσεις του ροζ και του λευκού ―κάτι που στην περίπτωση του συγγραφέα ανακαλεί μια ανάβαση στις πλαγιές των Άλπεων και τα ροδαλά μάγουλα της αγαπημένης του― της ωραιότερης γυναίκας στο Τορίνο, όπως την αποκαλεί. Οι παντόφλες και οι προσεγμένες πιτζάμες μπορούν να προσφέρουν γαλήνιες στιγμές, τα μαξιλάρια του σοφά να υπενθυμίσουν επαγωγικά τα παλιότερα εφηβικά όνειρα για περιπέτειες, έρωτες και δόξα ή να εγείρουν τον πόθο της ισχύος και της κυριαρχίας, αφήστε πια την έλξη που θα ευχόσουν να ασκούσες στις ωραιότερες των γυναικών.

Η σημαντικότερη πηγή αναγνωστικών απολαύσεων στο βιβλίο είναι ωστόσο οι στάσεις που κάνει ο ντε Μαιστρ κατά το μακρύ ταξίδι από την πολυθρόνα στο κρεβάτι, μπροστά στους πίνακες και τις γκραβούρες που κοσμούν τον παρακείμενο τοίχο. Μια αγνή βοσκοπούλα στις πλαγιές των Άλπεων θα του εγείρει τον πόθο για την απλή ζωή, μακριά από τον αχό της πόλης και του πολιτισμού, στην αγκαλιά και τη φροντίδα της αγαπημένης του. Μόνο που ο πόλεμος μαίνεται κάτω στις κοιλάδες. Οι δυνάμεις των εξεγερμένων, ένα μόλις χρόνο μετά την Γαλλική Επανάσταση, απειλούν τους νομιμόφρονες υπερασπιστές του Παλαιού Καθεστώτος ― οπότε ο συγγραφέας νοιώθει την ανάγκη και το καθήκον να προστατέψει την βοσκοπούλα του. Μπροστά σε ένα αντίγραφο πορτρέτου της ερωμένης του Ραφαήλ, της Φορναρίνα, έχουμε ίσως τις πιο ενδιαφέρουσες σελίδες του βιβλίου. Η εν λόγω κυρία, φέρεται ότι κατέστρεψε τον μεγάλο αναγεννησιακό ζωγράφο μέσω των απιστιών της αλλά και της ικανότητας να συντηρεί έναν εκ μέρους του εξοντωτικό ερωτικό πόθο που τον οδήγησε στο θάνατο. Ποικίλες θεωρίες έχουν διατυπωθεί διά μέσου των αιώνων για την ιστορία αυτή από συγγραφείς και φιλοσόφους ― πρόσφατα, ακόμη και η υπόθεση εργασίας ότι ο μόλις 37χρονος Ραφαήλ πέθανε από κάτι σαν τον κορωναϊό, καθώς ο οργανισμός του ήταν εξασθενημένος από τις αγρυπνίες στις αγκάλες της αγαπημένης, τυφλός από ζήλια και έρωτα μπορώ να υποθέσω.

Ο ντε Μαιστρ στοχάζεται λοιπόν μπρος στο αντίγραφο της Φορναρίνα και την εγκαλεί που δεν άφησε τον ζωγράφο στην ησυχία του για να πραγματοποιήσει το επόμενο αριστούργημά του. Ωστόσο, παρατηρώντας καλύτερα τις καμπύλες και αφημένος πια στη γοητεία της γυναίκας, νιώθει το «ζώον να αναδεύει» εντός του και να κυριαρχεί επί της νόησης και της λογικής ―«ψυχή» την αποκαλεί προγραμματικά. Τον κατανοεί τον δύστυχο Ραφαήλ, τον κατανοεί απολύτως. Έχει δηλώσει εξ αρχής τη φιλοσοφική του θεώρηση όπου το ζώον μέσα μας αντίκειται ολοσχερώς στην ψυχή και η διαπάλη αυτή διαπερνά όλο το βιβλίο. Ενώ κάνει τις ευγενέστερες των σκέψεων και στοχάζεται πάνω στα πλεονεκτήματα της απόσυρσης από τον δημόσιο χώρο, ο νους και τα βήματά του ταξιδεύουν ανεξέλεγκτα στα ιδιαίτερα διαμερίσματα κάποιας κυρίας ντε Οκαστέλ, υποτιθέμενα πρώην ερωμένης του, που ασχολείται αποκλειστικά με τους καθρέφτες και την εμφάνισή της. Το ζώον (το έτερον, όπως εναλλακτικά το ονομάζει) έχει και πάλι νικήσει την ψυχή. Το χειρότερο; Είναι μάλλον βέβαιος ότι όσες όμορφες της πόλης έστρεφαν ίσως το βλέμμα τους στο πέρασμά του, ήταν στο ζώον που απευθύνονταν, όχι στο πνεύμα του.

Υπάρχουν και πολλά άλλα ενδιαφέροντα στο βιβλίο, επαγωγικά δομημένα πάνω στις εντυπώσεις και τις απολαύσεις του δωματίου. Υπάρχουν στοχασμοί που απευθύνονται στον νεκρό πατέρα του και κοινωνικές προσεγγίσεις της φτώχειας στην Ιταλία της εποχής, με αστέγους και σφιχταγκαλιασμένα παιδάκια να τουρτουρίζουν στους φράκτες πολυτελών παλατιών όπου δίνονται χοροί και δείπνα. Οι πλούσιοι ελάχιστη σημασία δίνουν σε αυτούς τους άτυχους όταν ποτισμένοι με σαμπάνια, όλο γέλια και χαρές καλούν τον αμαξά τους για να επιστρέψουν οίκαδεν. Ωστόσο υπάρχουν και οι σεμνοί, φιλάνθρωποι πολίτες που χωρίς να το γνωστοποιούν πουθενά ξυπνούν από νωρίς για να ενισχύσουν και ανακουφίσουν τους άτυχους του βίου. Σε μια περίσταση θυμώνει με τον εαυτό του που ασυλλόγιστα φέρθηκε με αγένεια σε ένα ζητιάνο που είχε φτάνει ως το κατώφλι του. Και σε άλλο κεφάλαιο έρχεται στη θέση του πιστού του υπηρέτη για τους μισθούς που του οφείλει.

Παρά τις κοινωνικές του ευαισθησίες πάντως, ο ντε Μαιστρ είναι αρνητικός με την Επανάσταση και δεν χάνει ευκαιρία για να το δείξει. Λογικό ― άλλωστε η οικογένεια είναι φιλοβασιλική και ο αδελφός του Ζοζέφ θα κάνει εξαιρετική καριέρα ως συντηρητικός πολιτικός φιλόσοφος. Ωστόσο, αλλού είναι η δύναμη του βιβλίου: στην σεμνότητα που προτείνεται στον αναγνώστη, και στην αφύπνιση των αισθήσεων ώστε να αντληθούν όλες οι πιθανές χαρές από απλά καθημερινά πράγματα που συνηθίζουμε να αγνοούμε ― όταν δεν τα περιφρονούμε. Ακόμη, στην δεκτικότητα, η οποία προτείνεται ως η βασική σκευή για ένα οποιοδήποτε ταξίδι. Και πράγματι, πόσοι θα μπορούσαν να ισχυρισθούν ότι αποκόμισαν κάτι από τις ταξιδιωτικές εμπειρίες τους στα καθ’ ημάς, ειδικά στα χρόνια της επίπλαστης ευημερίας προ της χρεωκοπίας, όταν δεν έμεινε γωνιά της γης που να μην καταπατήθηκε κυριολεκτικά από στίφη Νεοελλήνων; Πόσοι απ’ αυτούς αποκόμισαν άραγε κάτι; Και πόσοι σχετικοποίησαν τη θέση της χώρας μας ως ομφαλού της γης;

Δεκτικότητα, λοιπόν, αν πρόκειται να ταξιδέψετε ανάμεσα στους τοίχους του σπιτιού σας ή ακόμη, σε πιθανώς καλύτερα χρόνια, ως τη Γροιλανδία, πριν την πάρει ο Τραμπ. Ας μην θεωρούμε πληκτικό τον άμεσο περίγυρο, μας λέει ο Ντε Μαιστρ. Επιπλέον ας αφηνόμαστε στην επαγωγική μέθοδο. Όλο το σύμπαν μπορεί να ανακατασκευασθεί από μια χούφτα άμμου. Μια καλοψημένη φρυγανιά και το άρωμα του καφέ μπορούν να διεγείρουν ποικίλες αισθήσεις, ενώ οι ευγενέστερες σκέψεις μπορούν να εγερθούν από παλιότερες εμπειρίες και ενοράσεις. Αφήστε πια την Φορναρίνα, την κάθε Φορναρίνα, που μπορεί να οδήγησε στο θάνατο τον Ραφαήλ, αλλά μπορεί να γεννήσει μύρια συμπεράσματα για τον δυισμό ύλης και πνεύματος, για την άπιστη φύση του εραστή ή για τις ευεργεσίες των ονείρων ― που, βρ’ αδελφέ, τζάμπα είναι.

Έτσι κι αλλιώς, πάντως, κι ο ίδιος ο Ντε Μαιστρ ήταν αρκετά ταξιδεμένος, γι’ αυτό ίσως ήταν σε θέση να επανεκτιμήσει τις ιδιαίτερες χάρες του δωματίου του και της για άλλους πληκτικής καθημερινότητας. Το εύρος και το βάθος, το «εαυτόν» και το «έτερον» συνδιαλέγονται ισοτίμως και αυτό είναι το μεγάλο κέρδος. Ιδού λοιπόν η εξομολόγησή μου ως προς μια βασική πηγή έμπνευσης, κι ας τρέχει διαρκώς η δικιά μου Ερυθρά Βασίλισσα απλώς για να διατηρήσει τον βιολογικό της θώκο.

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: