«Τον Παράδεισο δύσκολα τον αντέχει κανείς»

Σχέδιο από το εξώφυλλο των εκδόσεων Seagull
Σχέδιο από το εξώφυλλο των εκδόσεων Seagull

Λέτα Σεμαντένι, «Ταμανγκούρ», μτφ. Τέο Βότσος, Loggis 2024





Η γεννημένη το 1946 Ελβετίδα Λέτα Σεμαντένι, γράφει κυρίως ποίηση, είτε στα ραιτορομανικά [λατινογενή μειονοτική γλώσσα, μια από τις τέσσερις επίσημες της Ελβετίας} είτε στα γερμανικά. Για το Ταμανγκούρ, το μοναδικό της ως τώρα μυθιστόρημα, τιμήθηκε το 2016 με το Ελβετικό Βραβείο Λογοτεχνίας. Για το σύνολο του έργου της, της απονεμήθηκε το 2023 το λεγόμενο Μεγάλο Λογοτεχνικό Βραβείο της Ελβετικής Συνομοσπονδίας. Από το μικρό αυτό, πλην πυκνό μυθιστόρημα μπορούμε να εικάσουμε πως μάλλον αξίζουν στην συγγραφέα οι πιο πάνω διακρίσεις.

Έχουμε μπροστά μας ένα «ψυχαναλυτικό» παραμύθι συγκροτούμενο από επιδέξια συναρμοσμένες αφηγηματικές βινιέτες, για ένα μικρό χωριό χαμένο στις Άλπεις, ένα παιδί, μια γιαγιά, και τις απώλειες που προσπαθούν να αφήσουν πίσω τους. Αν και η εξιστόρηση θυμίζει παραμύθι, προγραμματικά δεν υπάρχει κεντρικός μύθος για να το υποστηρίξει. Είναι καλύτερο λοιπόν να πούμε πως πρόκειται για ενός είδους πεζοποίημα. Ή πάλι για μια άχρονη συλλογή από επεισόδια επιδέξια αρθρωμένα κατά την βούληση της τριτοπρόσωπης αφηγήτριας, η οποία μπαινοβγαίνει στο φυσικό τοπίο και την καρδιά των ανώνυμων πρωταγωνιστριών: της γιαγιάς και του παιδιού, συν μερικών περιφερειακών φίλων και γειτόνων, ανάμεσά τους μιας τρελούτσικης και ερωτιάρας φίλης της γιαγιάς, της Έλζα. Θα πρέπει ωστόσο να προσθέσουμε στους δευτερεύοντες ήρωες και τα φαντάσματα των νεκρών που στοιχειώνουν κάθε τόσο τον νου των ηρωίδων.
Το παιδί μυείται στον κόσμο μέσω των ζώων, της φύσης, των εποχών, κυρίως όμως μέσω του παράξενου κόσμου των μεγάλων. Η Έλζα, ας πούμε, αφηγείται εμμονικά ερωτικές ιστορίες, βράζει ένα παντελόνι της σε μια χύτρα για να φύγουν κάποια ύποπτα ανδρικά ίχνη, ενώ αναπολεί την αναδυόμενη τότε ερωτική ζωή της παλιά, κάπου στην Αφρική και σε κάποιο ελληνικό νησί, πιθανώς την Πάτμο. Στον παρόντα χρόνο ζει με τον Έλβις, έναν σιωπηλό, αδιάφορο τύπο, που μάλλον τον περιμάζεψε για συντροφιά αλλά αυτός της τρώει τις οικονομίες της. Ομοίως, η γιαγιά του κοριτσιού δεν το βάζει κάτω. Μονολογεί πως κάποιοι άντρες της έκλεψαν τον χρόνο της, και μόνο ο παππούς τής τον έδωσε πίσω πλουσιοπάροχα. Της ξεφεύγουν κακεντρεχή σχόλια για τον περίγυρο του χωριού όπου γίνεται το έλα να δεις - ένα είδος ζήλιας για τους ερωτικούς χυμούς της ζωής που η ίδια δεν μπορεί πια να γευθεί. Λαχταρά ωστόσο ένα σωρό πράγματα, απολαμβάνει το φαγητό, δεξιώνεται περιοίκους, και βλέπει μετά μανίας αστυνομικές ταινίες στην τηλεόραση που ξορκίζουν το κακό και αποδιώχνουν τους εφιάλτες.
Από τα εν λόγω, δύστροπα απ’ τη φύση τους όνειρα, η γιαγιά ξέρει να αντλεί ευτυχία - έννοια θεμελιώδη στη ζωή των ανθρώπων, σύμφωνα με την συγγραφέα. Ο παππούς έχει φύγει πια. Μανιώδης κυνηγός σε όλη τη διάρκεια της ζωής του, βρίσκεται τώρα, ο δειλός, στο Ταμανγκούρ, τον Παράδεισο των κυνηγών», όπου σκοπεύει να πάει να τον βρει η γιαγιά όταν έρθει η ώρα. Σκυλοβαριέται πάντως ο παππούς εκεί πάνω, αν κρίνουμε από το ότι επισκέπτεται τακτικά τους αγαπημένους του με τη μορφή μιας μπόρας ή ενός κεραυνού.

Υπάρχουν όμως κι άλλες απώλειες, ειδικά για τη μικρή, που τη φορτώνουν με πόνο κι ενοχές. Πρώτα απ’ όλα το αδερφάκι της που κύλησε, μαζί με το ποτάμι, ως τη μακρινή Μαύρη Θάλασσα, όταν μια φορά έσκυψε για να πιάσει και να του προσφέρει ένα βατραχάκι. Είναι ακόμη οι γονείς της μικρής που έχουν φύγει για απροσδιορίστους λόγους, ίσως σε συνέχεια του πιο πάνω δράματος, αναθέτοντας την ανατροφή της στους παππούδες. Παρ’ όλα αυτά όμως τα δραματικά συμβάντα, η αφήγηση δεν ανάγει το πένθος, το τραύμα ή την ενοχή σε κεντρικά της θέματα. Επομένως μοιάζει σαν να βαδίζει πάνω στις πατημασιές της απώλειας όχι για να την ερμηνεύσει αλλά για να μιλήσει για τη ζωή έτσι όπως αναπόφευκτα βιώνεται.
Ενδιαφέροντες άνθρωποι εδώ είναι εκείνοι που «…επειδή έχουν χάσει την ισορροπία τους… νιώθουν τις δονήσεις καλύτερα απ’ τους άλλους». Πρόκειται για όσους, στα μάτια του παιδιού, έχουν όμορφη γλώσσα, επιφυλάσσουν εκπλήξεις και προτείνουν μια ανανεούμενη ματιά στον κόσμο. Η καρδιά της γιαγιάς πάλι μοιάζει σαν «μεγάλο δάσος με πυκνά χαμόκλαδα, με δέντρα χαμηλά και δέντρα θεόρατα, όπου μπορείς να κάνεις τη βόλτα σου ή και να χαθείς». Ακόμη μαθαίνουμε πως η λαχτάρα έχει «… μικρά, κοφτερά νύχια που σε κρατούν διαρκώς σε κίνηση». Προς τα πού άραγε; Μάλλον ως το Ταμανγκούρ. Η ψυχή πάλι είναι κατά την μικρή «…πλάσμα της συνήθειας», ενώ η γιαγιά της βαριέται τους ανθρώπους, μιας και γνωρίζει εκ των προτέρων τι έχουν να πουν και πιστεύει στις λελογισμένες δόσεις μίσους, αισθήματος ικανού να κατανικήσει την ανία, να θερμάνει και οξύνει τις αισθήσεις, να ενισχύσει την αιμάτωση του εγκεφάλου. «Τι θα ήταν ο άνθρωπος χωρίς μίσος;», λέει. «Δεν θα υπήρχε τέχνη, δεν θα υπήρχαν βιβλία και συζητήσεις, δεν θα υπήρχε ένα καλό ψητό, καμία συμφιλίωση, κανένας καυγάς …..Μονάχα αρμονία». Προοπτική μάλλον απεχθής για την γιαγιά που θεωρεί πως «για τον Παράδεισο έχουμε χρόνο». Άλλωστε, το μόνο που καταφέρνει η αρμονία είναι «να σε κάνει τεμπέλη και χοντρό». Αλλού μιλά στη μικρή για τη μνήμη. Έχει, λέει, την ιδιότητα να συγκρατεί πράγματα που φαντάζουν ασήμαντα, που όμως αρνούνται επίμονα να περάσουν μέσα από το κόσκινο του χρόνου, σαν μικρά «άγκιστρα που γαντζώνονται στο πλέγμα». Ίσως γι’ αυτό το λόγο, «η μνήμη απέχει πολύ απ’ την αλήθεια.., χαρίζει όμως ευτυχία. Αρκεί να μπορείς πού και πού να διαγράφεις κάτι».

Η αφήγηση διαθέτει γνήσια ποιητικότητα και παρηγορητικό βάθος. Ενδεικτικά: «Τα όνειρα έχουν ένα αυθάδη τρόπο ν’ ανακατεύουν τους χρόνους, τους τόπους και τα πράγματα και να τα ξαναράβουν μεταξύ τους». Αλλού: «Η καρδιά πρέπει να εξασκείται αδιάκοπα, πρέπει να συγκλονίζεται – να τεντώνεται μέχρι τα όριά της προκειμένου να διατηρεί τη φόρμα της». Οι αναμνήσεις «… κείτονται σκόρπιες σαν κοιμισμένα ζώα που σου φράζουν τον δρόμο. Πρέπει να τα αποφεύγεις… αλίμονο αν τα ακουμπήσεις με την άκρη του ποδιού και ξυπνήσουν». Το ίδιο το Ταμανγκούρ, είναι «εκεί όπου στην πραγματικότητα δε θέλεις να πας, γιατί τον Παράδεισο δύσκολα τον αντέχει κανείς όσο δεν έχει πεθάνει ακόμα».
Η ιστορία θα μπορούσε να ξετυλίγεται σε τόπους [και χρόνους] μακρινού, πλην όμως η ορεινή γεωγραφία του χώρου προέλευσης της Σεμαντένι είναι σαφής. «Το χωριό είναι ένας τόπος γεμάτος σκιές, φωλιασμένος κάτω χαμηλά, ανάμεσα στα βουνά. Χαραγμένο ακόμη βαθύτερα μουγκρίζει το ποτάμι, φουσκωμένο και αστραφτερό, οδεύοντας προς τα σύνορα». Έχουμε δάση, κοιλάδες, ορεινά ρέματα, κυρίως όμως τα θεαματικά βουνά που κλείνουν τον ορίζοντα του ελβετικού καντονιού κι από όπου αν αποδράσεις με το αυτοκίνητο μιας φίλης θα είναι για να διαβείς τα σύνορα και να βρεθείς στην Ιταλία. Εκεί πηγαίνουν συχνά οι κυρίες και τα παιδιά για να ψωνίσουν, να γευθούν αστακό και γλυκίσματα, οι δε άντρες για να πάνε στο μπουρδέλο, «όπως είναι τοις πάσι γνωστό». Ο απρόσμενος ρεαλισμός γειώνει, αν και στα μάτια του παιδιού η ενήλικη ζωή θα εκκρεμεί για πολύ ακόμη.
Βρίσκεσαι στο παραμυθητικό αυτό τοπίο όχι για να εντρυφήσεις σε κλασσικού τύπου πλοκή, αλλά για να παρατηρήσεις, μέσα από μια τριτοπρόσωπη αφήγηση χαμηλόφωνη ―πότε υπό το βλέμμα του μικρού παιδιού και πότε της γιαγιάς του― τον κόσμο. Εντέλει, στο καλομεταφρασμένο αυτό βιβλίο, η Λέτα Σεμαντένι μας καθοδηγεί προς μια ασταθή ισορροπία μεταξύ πραγματικού και ονειρικού, σε ένα πεδίο μεταξύ της απτής υλικότητας των φαινομένων και αποφθεγματικών σκέψεων ή εντέχνως υποδηλούμενων συναισθημάτων.

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: