Τα όρια της ελευθερίας και η γένεση της προσωπικής κόλασης

Τα όρια της ελευθερίας και η γένεση της προσωπικής κόλασης

Ουίλλιαμ Μπάροουζ, Γυμνό Γεύμα, μτφρ. Γιώργος Μπέτσος, Tόπος 2010

*

Κατέβασα από τα ράφια μου πρόσφατα το Γυμνό Γεύμα του εκ των ιδρυτών του κινήματος των μπητ Ουίλλιαμ Μπάροουζ (1914-1997), έτσι από αναδρομική περιέργεια και φιλοπαίγμονα διάθεση που με οδηγούν συχνά στο τεστ της επανεπίσκεψης έργων που είχα διαβάσει στο παρελθόν. Ο Μπάροουζ χρησιμοποιεί εδώ την προκλητική αισχρολογία και το κειμενικό κολλάζ για να περιγράψει τον κόσμο των ναρκωτικών και της ομοφυλοφιλίας – τον δικό του κόσμο. Το έργο είναι όντως εμβληματικό αν και προορίζεται αποκλειστικά για γερά στομάχια. Μισό αιώνα και βάλε μετά την πρώτη έκδοσή του αξιολογείται πια όχι τόσο για τις λογοτεχνικές του αρετές, όσο για τον τότε ανατρεπτικό κοινωνικό του ρόλο. Η περιπετειώδης ζωή του Μπάροουζ δεν είναι ανεξάρτητη από την συγγραφή του βιβλίου που παρήχθη αποσπασματικά κατά την διαμονή του στο κοσμοπολίτικο λιμάνι της Ταγγέρης, στο Βόρειο Μαρόκο, στα μέσα της δεκαετίας του ’50. Ο Μπάροουζ είχε καταφύγει εκεί μετά από ποικίλες περιπλανήσεις ανά τον κόσμο σε αναζήτηση φτηνής ντρόγκας και πρόθυμων αγοριών. Προηγουμένως είχε σκοτώσει ακούσια την δεύτερη σύζυγό του (1951) στο Μεξικό παίζοντας μαζί της τον «Γουλιέλμο Τέλλο» σε κατάσταση μέθης, γεγονός που δεν είναι –όπως ομολογεί ο ίδιος– διόλου άσχετο με την έναρξη συγγραφής ενός άλλου βιβλίου του Queer (επίσης στις εκδόσεις Τόπος).
Προνομιούχο παιδί, από ευκατάστατη οικογένεια του Σαιντ Λούις του Μισσούρι, απόφοιτος του Χάρβαρντ, με μακρά διαμονή στην Ευρώπη του Μεσοπολέμου όπου παντρεύτηκε την Γερμανοεβραία Ίλσε Κλάπερ προκειμένου να την διασώσει από τους Ναζί, ο Μπάροουζ απαρνήθηκε από νωρίς τις συντεταγμένες της κοινωνικής του τάξης και επιδόθηκε σε εξερεύνηση του «υποκόσμου» και, μεταφορικά, των αδύτων της ανθρώπινης ύπαρξης. Στην Ταγγέρη, την «Πύλη της Αφρικής», συγκεντρώνονταν τον καιρό εκείνο συγγραφείς που τους είλκυε η διεπιφάνεια Ανατολής και Δύσης (είχαν διαμείνει εκεί ονόματα όπως οι Γκορ Βιντάλ, Τρούμαν Καπότε, Πωλ Μπόουλς, Τενεσί Ουίλλιαμς κ.ά). Για τον σαραντάχρονο τότε Μπάροουζ ήταν ο παράδεισος. Στο κλίμα δημιουργικής ευφορίας της βορειοαφρικανικής πόλης, όπου όλοι παρήγαγαν κι από κάτι, άρχισε να γράφει πυρετωδώς.
Για να κατανοήσουμε καλύτερα την ιστορική συγχρονία, ας σημειώσουμε ότι λίγο πριν εκδοθεί το Γυμνό Γεύμα, είχε κυκλοφορήσει το Ουρλιαχτό του Γκίνσμπεργκ, η Λολίτα του Ναμπόκοφ και επιτέλους, μετά από δεκαετίες νομικού τύπου διαμαχών η μη λογοκριμένη έκδοση του Εραστή της Λαίδης Τσάτερλι του Ντ. Χ. Λώρενς. Το Γυμνό Γεύμα θα φύτρωνε στο εύφορο έδαφος της αμφισβήτησης, ενός είδους λατρείας της υποκουλτούρας αλλά και της αναδυόμενης κριτικής/κινηματικής πλαγιοκόπησης της μεταπολεμικής βιομηχανικής κοινωνίας.
Ίσως για όλους αυτούς τους λόγουs, το Γυμνό Γεύμα ανήκει στην κατηγορία των βιβλίων ή γενικότερα των έργων τέχνης που περιβάλλονται από ένα θρύλο. Συχνά η ποιότητα αυτής της κατηγορίας των έργων τίθεται σε παρένθεση. Αυτό που κυριαρχεί είναι οι συνθήκες πραγμάτωσής τους, οι πολεμικές που τα συνόδευσαν, η επίδρασή τους στο ευρύτερο κοινό και ενδεχομένως οι πολιτισμικές ανατροπές που γέννησαν. Ειδική βαρύτητα αποκτά με τον καιρό η ίδια η ζωή του συγγραφέα αλλά και οι προθέσεις του. Στην περίπτωσή μας, τις προθέσεις του ακριβώς είχε επικαλεστεί ο Μπάροουζ όταν κατηγορήθηκε για αναίτια αισχρολογία, βαναυσότητα, έλλειψη καλού γούστου, άνοιγμα του ανθρωπίνου βόθρου, τυχάρπαστη συρραφή, κουραστικές επαναλήψεις, αποσπασματικότητα και δόλιες υπερβολές. «Μα αυτό ακριβώς ήθελα να κάνω», απαντούσε, κάτι που σύμφωνα με τους κριτικούς της μαρξιστικής σχολής υποδήλωνε ένα πολύ συγκεκριμένο σύνολο ιδεολογικών παραδοχών. Βέβαια, σύμφωνα με την σχολή της «Νέας Κριτικής» (εν οίς και ο Τ. Σ. Έλιοτ) οι προθέσεις του συγγραφέα δεν έχουν κανένα λόγο ως προς το αισθητικό αποτέλεσμα ή την κατανόηση του λογοτεχνικού έργου. Το κείμενο είναι η μοναδική πηγή νοήματος.  
Όπως και να χει, ως εμβληματικό κείμενο και θεμέλιο του κινήματος των μπητ, το Γυμνό Γεύμα δεν είναι διόλου ανεξάρτητο από τις συνθήκες παραγωγής του. Άλλωστε οι συνιδρυτές του κινήματος Άλλεν Γκίνσμπεργκ και Τζακ Κέρουακ είχαν βάλει το χέρι τους τόσο κατά την διαδικασία παραγωγής του βιβλίου –από αποσπασματικά κείμενα και επιστολές με την τεχνική της «λεκτικής συναρμολόγησης»–, όσο και κατά την μακρά πορεία του χειρογράφου από εκδότη σε εκδότη ένθεν κακείθεν του Ατλαντικού μέχρι την πρώτη του έκδοση το 1959 στο Παρίσι από την Olympia Press (που εξέδιδε μεταξύ άλλων τα έργα του «καταραμένου» Χένρι Μίλλερ αλλά και του Σάμιουελ Μπέκετ).

Η πλοκή είναι στοιχειώδης. Κεντρικός ήρωας του βιβλίου είναι το alter ego του Μπάροουζ, ο Ουίλλιαμ Λι. Ο ήρωας μοιάζει να συγκολλά βινιέτες καθώς περιφέρεται από εμπειρία σε εμπειρία, από ουσία σε ουσία, από ερωτικό σύντροφο σε ερωτικό σύντροφο. Με έκκεντρη αίσθηση του χιούμορ και αυτοσαρκασμό, ο Μπάροουζ περιγράφει με έντονα χρώματα τις περιπέτειες και κυρίως τις φαντασιώσεις του με μια γλώσσα τόσο φορτωμένη από «κακές λέξεις» που συχνά σου προκαλεί τα γέλια: μοιάζει με μικρό παιδί που απειλεί την γιαγιά του πως θα πει εκατό φορές τη λέξη «γαμώτο» κι εκείνη σταυροκοπιέται. Μέσω διαρκούς ανάδευσης του υλικού και συχνών επαναλήψεων, παρακολουθούμε τον ήρωα να παίζει κρυφτούλι με τους μπάτσους, να ταξιδεύει προς αναζήτηση φτηνών ουσιών, να εκπορνεύει και να εκπορνεύεται ενώ καθ’ οδόν συναντά διάφορους χαρακτήρες που θα γίνουν έκτοτε εμβληματικοί στην άντεργκραουντ πρόζα και την ποπ κουλτούρα (μεταξύ τους ο κυνικός Δρ. Μπένγουεϊ). Ο Μπάροουζ χρησιμοποιεί ποικίλες μεταφορές για να αποδώσει τον κόσμο μας. Η Ταγγέρη μεταβάλλεται σε Διαζώνη, ενώ οι ΗΠΑ αποδίδονται ως Φρήλαντ – ένα είδος κόλασης όπου η ελευθερία έχει καταλύσει όλες τις κοινωνικές σταθερές- ενώ εμφανίζεται παρακαλώ και η Ισλάμ Α.Ε., ένα είδος εμπορευματοποιημένης παραδοσιακής κοινωνίας. 
Εφιαλτική αλληγορία και σαρκαστική αυτοαναφορά, το Γυμνό Γεύμα που επανακυκλοφόρησε στην Αμερική το 2001 με ποικίλες προσθήκες και σχόλια από τους εκδότες, προκάλεσε διαμάχες και πολεμικές κυρίως λόγω της άμετρης κοπρο-σπερμολογίας του. Εύκολα μπορεί να κατανοήσει κανείς στις μέρες μας και τις δύο πλευρές, από τον αποθεωτικό Νόρμαν Μέιλερ μέχρι το φιλολογικό ένθετο των Times που το υποδέχτηκαν με τον μονοσύλλαβο τίτλο «Ωχ!». Σε κάθε περίπτωση η παρούσα εμπλουτισμένη έκδοση απευθύνεται κατ’ εξοχήν σε όσους ενδιαφέρονται για την πολιτισμική και κοινωνική ιστορία του δευτέρου ημίσεως του εικοστού αιώνα. Άλλωστε η ελληνική μετάφραση καταφέρνει να συλλάβει την εφιαλτική ατμόσφαιρα και την ιδιωματική γλώσσα του πρωτοτύπου.
Παρά την περιπετειώδη ζωή του ο Μπάροουζ πέθανε πλήρης ημερών, εν μέσω των όπλων (μεγάλη μανία του) και των κατοικιδίων του στο Λόρενς του Κάνσας, όπου είχε αποτραβηχτεί το 1981, έχοντας στρέψει τις πλάτες του στους ανταγωνισμούς και τις κοσμικότητες της Νέας Υόρκης. Στα γνωστότερα έργα του περιλαμβάνονται το Queer, οι τριλογίες Nova Express, και Red Night Trilogy όπως και το The Western Lands.


ΒΡΕΙΤΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΣΤΟΝ ΙΑΝΟ:
Γυμνό Γεύμα
του Ουίλιαμ Σ. Μπάροουζ

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: