Το μακρύ ταξίδι για την Μοντάνα

Το μακρύ ταξίδι για την Μοντάνα

Κάτι πρέπει να έχει το Γκρέιτ Φολς που ελκύει τη λογοτεχνική παραγωγή. Δεν έχω πάει ποτέ ως εκεί και δεν θα μπορούσα να γνωρίζω και πολλά πράγματα γι’ αυτή την πόλη της Πολιτείας της Μοντάνα. Υπήρχαν μόνο οι σποραδικές αναφορές της παλιάς μου αγαπημένης Φαίη ΜακΛάφλιν –πενήντα πέντε χιλιάδες κάτοικοι, άψογα ορθογωνισμένος πολεοδομικός ιστός, φαρδείς δρόμοι ζωσμένοι από παρτέρια, άφθονα πάρκα, όπως λ.χ. το Γκίμπσον Παρκ, κατά μήκος του ποταμού Μισούρι, όπου η Τέρι είχε χάσει την παρθενιά της από έναν συμμαθητή της στη βραδιά της αποφοίτησης. Υπήρχε ακόμη μια επιφανειακή έρευνα στο διαδίκτυο αλλά και η έμμεση συμβολή της πεζογραφίας ή του σινεμά, όταν ασχολούνται με τόπους που η γεωγραφική μου φαντασία κατατάσσει στους ομοειδείς ή ομολόγους, δηλαδή τους έχοντες τα χαρακτηριστικά με τα οποία έχω ενδύσει το Γκρέιτ Φολς. Λόγου χάριν Ο Γητευτής των αλόγων, τόσο ως ταινία όσο και ως βιβλίο, είναι μια πολύτιμη πηγή πληροφοριών για την Μοντάνα, αν και Προσοχή! όχι ειδικά για το Γκρέιτ Φολς. Παρ’ όλα αυτά μπορείς να αντλήσεις μια καλή αίσθηση για τη ζωή σε αυτές τις εσχατιές υπό την προϋπόθεση φυσικά ότι διαθέτεις τις ικανότητες να γειώσεις το συναισθηματικό φορτίο του έργου και να αναγνώσεις λίγο προσεκτικότερα το τοπίο με την ελπίδα ότι δεν είναι υπερβολικά προσεκτικά επιλεγμένο και άρα εξιδανικευμένο. Αν δεν έχετε δει την ταινία, δείτε την και θα καταλάβετε τι εννοώ. Ρόμπερτ Ρέντφορντ, Κρίστιν Σκοτ Τόμας, Σκάρλετ Γιόχανσον ως άτυχη παιδίσκη που έχει χάσει το πόδι της και θα αναβαπτισθεί στη ζωή εκεί στην απόμακρη κι ειδυλλιακή Μοντάνα. Δυο ευχάριστες ώρες και λίγο σωτήριο κλάμα με φόντο ποικίλα βουκολικά τοπία δεν είναι και λίγο στους καιρούς που ζούμε. Υπάρχει βεβαίως και το ομότιτλο βιβλίο του Νίκολας Έβανς, στις εκδόσεις Ωκεανίδα αν θυμάμαι καλά, όπου μπορείτε να ελέγξετε την γεωγραφική σας φαντασία. Όμως παρέκκλινα του στόχου μου.

Η μεγάλη έκπληξη σ’ ό,τι αφορά το Γκρέιτ Φολς ήρθε τον Νοέμβριο του 2000 όταν, σ’ ένα από τα ελάχιστα ταξίδια μου εκτός Ελλάδος –είμαι συνειδητοποιημένος αρνητής του ταξιδιού, ένας λάτρης των δεκαπέντε τετραγωνικών μέτρων του γραφείου μου όπως εκείνος ο Ξαβιέ ντε Μεστρ- βρέθηκα στη Βαρκελώνη σ’ ένα συνέδριο υπό την αιγίδα του Δήμου της πόλης με θέμα «Γεωγραφία και Λογοτεχνία: ο τόπος ως ήρωας». Είχε ενδιαφέρουσες εισηγήσεις και, εκτός από μυθιστοριογράφους, συμμετείχαν αρκετοί γεωγράφοι, ιστορικοί και ανθρωπολόγοι, κυρίως της γαλλικής σχολής ― αν υπάρχει ακόμα κάτι τέτοιο στις μέρες μας. Υπό άλλες συνθήκες η συνάντηση θα μ’ ενδιέφερε πολύ, αλλά απέπνεε έναν υπόρρητο ακαδημαϊσμό που έχω αγωνισθεί σκληρά να αποβάλω από τη δουλειά μου. Έπειτα, επιθυμούσα διακαώς να ικανοποιήσω την περιέργειά μου γι’ αυτή την πολυσυζητημένη μεταολυμπιακή Βαρκελώνη, τη νέα της ταυτότητα ως μεσογειακής μητρόπολης και όλες εκείνες τις παρεμβάσεις στον αστικό της ιστό που αναλύονταν στον ημερήσιο ή εξειδικευμένο τύπο και που πολύ θα θέλαμε να μιμηθούμε και στην Αθήνα εν όψει της Ολυμπιάδας του 2004 – κάτι που τώρα πια, το γνωρίζουμε όλοι καλά, ούτε κατά διάνοια δεν συνέβη. Ελάχιστα παρακολούθησα λοιπόν τις εργασίες του συνεδρίου και έκανα απέραντες βόλτες στο Μπάριο Γκόθικ πίνοντας ένα καφέ στα όρθια, αράζοντας σε μια μικρή πλατεία για ένα ποτήρι κρασί και μια τάπα, συνεχίζοντας μέσω Ράμπλα προς την Μπαρσελονέτα για ένα πιάτο ψητές γαρίδες. Δεν με ενδιέφερε τόσο ο Γκαουντί και οι άλλες τουριστικές ατραξιόν όσο η ζωντάνια της πόλης, η αξιοποίηση του θαλασσίου μετώπου, το ξάνοιγμα στη Μεσόγειο, η ανάμειξη χρήσεων και κοινωνικών τάξεων ― «πόλη για τους φτωχούς» την είχα ονομάσει σ’ ένα μεταγενέστερο κείμενό μου, στη Νέα Εστία, «αλλά όχι για τους ματζίρηδες». Πόλη που περπατιέται, πόλη για όλους, πόλη με λύσεις για όλα τα βαλάντια, πόλη βιώσιμη με την κυριολεκτική έννοια του όρου, με το παρελθόν να διεισδύει απαιτητικά στο παρόν όταν δεν το τυλίγει σε μια γοτθική αχλή.

Δεν έχασα εντούτοις τα επίσημα δείπνα του συνεδρίου και μάλιστα γνωρίστηκα με ενδιαφέροντες τύπους, Καταλανούς φυσικά ως επί το πλείστον. Με τον Ενρίκε δε Έριθ και τον Σέρζι Πάμιες ―μεταφρασμένους και στα ελληνικά― κάναμε και ωραίες πλάκες, ειδικά με τον Σέρζι που αποδείχθηκε ότι εκτός από μάστορας της μικρής φόρμας ήταν και αθλητικογράφος και πως μισούσε, όπως όλοι στη Βαρκελώνη, τη Ρεάλ Μαδρίτης. Κόντεψα να τον αγκαλιάσω όταν μου είπε πως το χονδροειδέστερο έγκλημα στην ποδοσφαιρική ιστορία ―και είχε δει προφανώς πολλά― ήταν το πέναλτι που δεν δόθηκε και που έπρεπε να συνεπιφέρει την αποβολή του Ρομπέρτο Κάρλος στην απόκρουσή του εν είδει γκολκίπερ πάνω στη γραμμή στο σουτ του Μαυρογενίδη, σ’ εκείνο το ματς της «βασίλισσας» με τον Ολυμπιακό στο Σαντιάγο Μπερναμπέου για το Τσάμπιον’ς Λιγκ. Τον αγάπησα γιατί είχα κοντέψει να πάθω αποπληξία για την εξόφθαλμη αδικία από τα βάθη του καναπέ μου εκείνο το βράδυ και τον εκτίμησα ακόμη περισσότερο όταν, αλλάζοντας θέμα, τόνωσε την αυτοπεποίθησή μου λέγοντας ότι είχε κρατήσει αναλυτικές σημειώσεις από την εισήγησή μου με θέμα «Τοπία και Τόποι: τα ποτάμια ως λογοτεχνικοί ήρωες» όπου παλινδρόμησα ανάμεσα στον Μισισίπι του Μαρκ Τουέιν, τον ποταμό Κονγκό του Τζόζεφ Κόνραντ, τον Βιστούλα του Γκίντερ Γκρας, τον Ντον του Σολόχοφ, τον Δούναβη του Κλαούντιο Μάγκρις, και τον δικό μου «Λευκό Νείλο», έργο που δεν έχω ακόμη ολοκληρώσει παρά τις κάποιες προδημοσιεύσεις. Μεταξύ μας, ούτε νομίζω πως θα το ολοκληρώσω ποτέ δεδομένης της πολυπλοκότητας του θέματος και του ατίθασου πραγματολογικού φορτίου αλλά και του αναντίρρητου γεγονότος ότι η άμετρη, πολυετής έρευνα κάνει κακό στη λογοτεχνία, μιας και αποστεγνώνει τους χυμούς της δημιουργικότητας. Πρέπει να ξέρεις μ’ άλλα λόγια πού να σταματήσεις για να μην καταλήξεις να αναφωνείς στο κρεβάτι του θανάτου «Θεέ μου! Τόσο χαμένο υλικό!...».

Τέλος πάντων αυτό είναι άλλου παπά Ευαγγέλιο και το αναφέρω μόνο για να πω πως, μια νύχτα, μετά από μια τρελή βόλτα με αυτοκίνητα στη νυχτερινή Βαρκελώνη, εν μέσω μιας μεθυσμένης υποομάδας συγγραφέων και άλλων σχετικών με το επάγγελμα, στην συγκρότηση της οποίας είχε πρωτοστατήσει ο Ενρίκε Βίλα-Μάτας, και αφού σταματήσαμε σε διάφορα τυπικά στέκια και απογίναμε τύφλα, κοιμήθηκα, ούτε κι εγώ ξέρω γιατί, στο σπίτι της περουβιανής Ιζαμπέλα Ορτέγκα, που πρακτόρευε τότε συγγραφείς προωθώντας μάλιστα και Έλληνες ―με μέτρο, εννοείται― στην αχανή ισπανόφωνη αγορά. Το επόμενο πρωί, με το κεφάλι καζάνι αλλά με ένα αίσθημα παραλυτικής ευφορίας να με κατακλύζει παρά ταύτα, με τον δυνατό μαύρο καφέ να διαλύει τη νυχτερινή ομίχλη και το Μονσεράτ να φαντάζει μουντό στον βαρύ νοεμβριάτικο ουρανό, η Ιζαμπέλα, καλή φίλη έκτοτε, με ρώτησε αν είχα συναντήσει στο συνέδριο τον πολυσυζητημένο εκείνη τη χρονιά για τους Άγριους Ντετέκτιβ του Ρομπέρτο Μπολάνιο. Απορώντας της είπα όχι, ―μα ήταν εκεί;― και τότε μου έδωσε ένα αντίτυπο από τα άρτι εκδοθέντα διηγήματά του με τίτλο Τηλεφωνήματα, που αρκετά αργότερα, στα τέλη του 2009, κυκλοφόρησαν και στην Ελλάδα από την Άγρα. Δεν είναι τίποτα σπουδαίο, είπε η Ιζαμπέλα, αλλά αιτιολογούν το αναιτιολόγητο και δικαιώνουν το μη ενδιαφέρον. Διάβασε, αν θέλεις, το τελευταίο, το «Βίος της Αν Μουρ», και το συζητάμε όποτε θες.



Το διάβασα το ίδιο βραδάκι στο ξενοδοχείο μου και διαπίστωσα με έκπληξη ότι η ηρωίδα είχε ζήσει στο Γκρέιτ Φολς. Σύμπτωση, σκέφτηκα ψύχραιμα. Αυτό το Γκρέιτ Φολς της Μοντάνα για το οποίο μου μιλάει σποραδικά εδώ και χρόνια ―επί ένα ολόκληρο τέταρτο του αιώνα― η παλιά φίλη Φαίη ΜακΛάφλιν, μια μικρομεσαία αμερικανική πόλη του πληθυσμιακού μεγέθους της Κοζάνης ή άντε της Λαμίας, χαμένη στις εσχατιές του αμερικανικού Βορρά, με λιγότερο από ενάμιση αιώνα ζωής, σε μια πετρελαιοφόρα περιοχή με υψηλό υδάτινο δυναμικό στις παρυφές των Βραχωδών Ορέων, αυτή λοιπόν η πόλη, μία ανάμεσα σε χιλιάδες παρόμοιες της αμερικανικής ενδοχώρας, έχει απασχολήσει τον Χιλιανό Μπολάνιο, χαρακτηριστική φιγούρα στο συνάφι μας, εξόριστο ή αυτοεξόριστο στο Μεξικό, δεν είναι σαφές, και τώρα κάτοικο Βαρκελώνης. Ίσως επειδή σηματοδοτεί ένα όριο, σκέφθηκα τότε, ίσως επειδή έχει να κάνει με ακρίτες. Αν και στο διήγημά του ο Μπολάνιο προσπερνά το Γκρέιτ Φολς κάπως ελαφρά τη καρδία, σαν κάτι το αυτονόητο, σαν ένα απλό τοπωνύμιο, ίσως ως κάτι αντιδιαμετρικό προς την Πούντα Αρένας της χιλιανής νότιας εσχατιάς, έκθετης στους παγωμένους ανέμους της Ανταρκτικής και στα άγρια κύματα του Πορθμού του Μαγγελάνου.



Για να είμαι ειλικρινής, με ενόχλησε κάπως το ότι ο συγγραφέας δεν μας λέει τίποτα ουσιώδες για τον ίδιο τον τόπο. Το Γκρέιτ Φολς του Μπολάνιο είναι απλώς ένα σημείο στον χάρτη, τίποτα παραπάνω από μια ακόμη πόλη όπου η ηρωίδα του Αν Μουρ έζησε μέρος της ζωής της αφού ο πατέρας της μετατέθηκε εκεί όταν εκείνη ήταν ακόμη παιδάκι στις αρχές της δεκαετίας του ’50. Τίποτα άλλο ή σχεδόν τίποτα. Ένας τόπος άνευ σημασίας, όπως συχνά εμφανίζονται οι τόποι στα βιογραφικά σημειώματα ή στα αυτιά των βιβλίων: γεννήθηκε λ. χ. το 1955 στο Σανταντέρ της Χώρας των Βάσκων ή το 1962 στην Αταλάντη Φθιώτιδας. Και λοιπόν; Γιατί τόση ανεμελιά για τον γεωγραφικό χώρο, δηλαδή για τους τόπους που συνιστούσαν κατά σύμπτωση το θέμα της συνάντησης που με είχε φέρει στη Βαρκελώνη; Ίσως γιατί δεν επρόκειτο παρά για μια κατάσταση του νου, για κάτι έξω από την εμπειρία του. Αναζήτησα τον Μπολάνιο αργότερα το ίδιο απόγευμα στην αίθουσα του συνεδρίου αλλά δεν ήταν εκεί. Απλώς πέρασε χτες για μισή ώρα και έπειτα εξαφανίστηκε, μου είπε ο Αδόλφο Γκαρσία Τσάβες από το Βαγιαδολίδ. Δεν μένει σε κάτι τέτοια για πολύ. Τα παράτησα κι εγώ και κάθισα δίπλα στην Ιζαμπέλα περιμένοντας το τέλος των εργασιών και το αποχαιρετιστήριο δείπνο.



Κάτι όμως μ’ έτρωγε πια σε σχέση μ’ αυτό το Γκρέιτ Φολς, τόσο που σκέφτηκα ν’ αναζητήσω την Φαίη ―είχαμε να μιλήσουμε κάτι χρόνια― και να της πω για την ανακάλυψή μου αυτή που πιθανότατα δεν θα της έλεγε και πολλά αφού δεν πρέπει καν να γνώριζε την ύπαρξη του Ρομπέρτο Μπολάνιο. Εκνευριζόμουν με τον Χιλιανό που είχε το θράσος να αξιοποιεί με τόση ευκολία απλές ιδέες, υποβάλλοντάς μας μάλιστα στο μαρτύριο της ανασκαφής κάποιου νοήματος που πιθανότατα δεν υπάρχει καν. Θέλει ταλέντο αυτό, μην έχετε καμιά αμφιβολία. Όμως θεώρησα την σύμπτωση αυτή ως αφορμή για μια ευρύτερη αναζήτηση. Με την επιστροφή μου στην Αθήνα άρχισα να ψάχνω μανιωδώς, όποτε είχα χρόνο, στη βιβλιοθήκη μου ―ένα πραγματικό χάος― ανάμεσα σε Αμερικανούς συγγραφείς και μετά από λίγες μέρες βρήκα αυτό που γύρευα. Επρόκειτο για ένα βιβλίο που βρισκόταν στο ράφι με τα παραγκωνισμένα, την Άγρια Ζωή του Ρίτσαρντ Φορντ (Ζαχαρόπουλος 1998), που βάλθηκα αμέσως να το καταβροχθίσω. Εκκινούσε από την μετοίκηση μιας τριμελούς οικογένειας στο Γκρέιτ Φολς ― ναι! ναι! στο Γκρέιτ Φολς της Φαίη ΜακΛάφλιν. Μάλιστα, όπως διαπίστωσα με έκπληξη, η αφήγηση αρχίζει τον Σεπτέμβρη του 1960, ― χρονολογία όπου και η Φαίη είχε φτάσει σ΄ αυτό το Γκρέιτ Φολς για πρώτη φορά- με τις μεγάλες φωτιές να κατατρώγουν τα Ρόκι Μάουντενς, αν και οι όποιες ομοιότητες σταματούσαν εδώ. Θυμήθηκα αίφνης μια συνέντευξή του Φορντ στους Τάιμς όπου δήλωνε ότι θα χρησιμοποιούσε το Γκρέιτ Φόλς ως βάση για ένα άλλο βιβλίο που σχεδίαζε με τον προσωρινό τίτλο Καναδάς. Ξαφνικά σκέφτηκα ότι η Φαίη με δούλευε όλα αυτά τα χρόνια υιοθετώντας ιστορίες που κάπου είχε διαβάσει, αλλά προφανώς δεν είχαν έτσι τα πράγματα αφού είχε ξεκινήσει την αφήγησή της στην πρώτη μας συνάντηση, στην Χρυσοπηγή τής Σίφνου τον Ιούλιο του 1974 και την ολοκλήρωσε ―αν την είχε ολοκληρώσει, εγώ πάντως ήλπιζα πως όχι― δύο δεκαετίες αργότερα. Φορντ (εις διπλούν μάλιστα) και Μπολάνιο την είχαν λοιπόν ακολουθήσει χρονολογικά.

Ένιωσα κομμάτι ηλίθιος, μιας και κατάλαβα πως την ιστορία της Φαίη μπορούσα να την είχα κι εγώ αξιοποιήσει λογοτεχνικά, κάτι που δεν έκανα, καθώς προφανώς δεν είχα τη φλέβα των εν λόγω συναδέλφων ― ας μου επιτραπεί η χρήση του όρου. Η Μούσα ―μια Αμερικανίδα Μούσα― με είχε επισκεφθεί κατ’ επανάληψη κι εγώ της είχα γυρίσει την πλάτη. Βέβαια είχα και τα δίκια μου, γιατί ποιος θα νοιαζόταν στην εσωστρεφή ―και μάλιστα με έντονα τότε ακόμα αντιαμερικανικά αισθήματα― Ελλάδα για μια ιστορία που εκτυλίσσεται, εν μέρει τουλάχιστον, στο Γκρέτ Φολς της Μοντάνα; Μιας Πολιτείας όπου κατέληγαν στις μέρες μας περιθωριακοί, παράφρονες, παραστρατιωτικοί, ακόμη και οικολόγοι βομβιστές ή ριζοσπάστες αρνητές της βιομηχανικής κοινωνίας σαν εκείνο τον ιδιοφυή κατά τα άλλα Unabomber που έστελνε παγιδευμένες επιστολές ― βόμβες; Κατέληξα μετά από πολλή σκέψη πως ίσως κάποιος εκδότης να ενδιαφερόταν, αν και για λόγους άσχετους προς τον τόπο.

Την νύχτα της παραμονής του Millennium ―εννοώ όχι βέβαια του 2000 αλλά του 2001 όπως είναι το σωστό― άνοιξα την φθαρμένη ατζέντα μου και τηλεφώνησα στο Γκρέιτ Φολς, στο σπίτι του παππού της Τερέζας, του Τελόνιους, που απ’ ό,τι γνώριζα είχε εγκαταλείψει τον κόσμο τούτο σχεδόν αιωνόβιος το 1996, αλλά κανείς δεν απάντησε. Έπειτα κάλεσα στο ράντσο του στο Κασκέιντ όπου πρέπει να ζούσε από καιρό ο αδελφός της Φαίη, ο Νικ, που τώρα πια θα έπρεπε να είναι ―για να δούμε― σαρανταπεντάρης και βάλε, και όπου μια γυναικεία χαρωπή φωνή με ένρινη προφορά, εμφανώς ενθουσιασμένη που κάποιος τηλεφωνούσε από τόσο μακριά για να ευχηθεί, αυτοσυστήθηκε ως Σιγκούρνεϊ ―σύζυγος του Νικ― και εν μέσω μιας μουσικής υπόκρουσης από κάλαντα και κάποιας γκρινιάρικης παιδικής φωνής, μου είπε ότι φυσικά είχε ακουστά για μένα από την κουνιάδα της και ότι με λίγη τύχη μπορούσα να την βρω στο Holiday Inn τής Χελένα, δίνοντάς μου μάλιστα τον αριθμό. Ανταλλάξαμε μερικές ευγενικές φιλοφρονήσεις και σε μια επίδειξη ελληνοπρεπούς επιπολαιότητας, την κάλεσα, πριν το κλείσω, στην Ελλάδα, όποτε ήθελε, εννοείται με τον Νικ και όλη την οικογένεια. Ακούστηκε ενθουσιασμένη ― θα το διαβίβαζε, δεν είχε ποτέ επισκεφθεί την Ευρώπη. Ένιωσα αίφνης κι εγώ ενθουσιασμένος γι’ αυτή την νοητή πλοήγηση στον κόσμο της Μοντάνα, μιας και ακόμη κι από αυτή την απόσταση είχα μιαν απειροελάχιστη έστω επίδραση σε όσα συνέβαιναν την συγκεκριμένη στιγμή εκεί. Έμοιαζε σαν η ύπαρξή μου να εμφυτευόταν σ’ αυτές τις εσχατιές ― σαν να γινόμουν κι εγώ, για μια στιγμή έστω, μέρος της ιστορίας της περιοχής, από ωτακουστής που είχα υπάρξει ως τότε.

Τηλεφώνησα λοιπόν στη Χελένα, την πρωτεύουσα της παγωμένης, όπως την φανταζόμουν, Πολιτείας και μέσα από μεθυσμένες φωνές και «Happy New Year» και ήχους από μια Μπιγκ Μπαντ που στο βάθος έπαιζε κάτι σαν παλιομοδίτικο σουίνγκ, αναδύθηκε μετά από τη σχετική αναμονή η τόσο οικεία, αργόσυρτη φωνή της Φαίη ΜακΛάφλιν. Της χρειάστηκε ώρα για να καταλάβει με ποιον μιλούσε μέσα απ’ αυτό τον ορυμαγδό κι ενώ κάποιος της τραβολογούσε με χάχανα το ακουστικό, αλλά εντέλει ζήτησε συγγνώμη, πρέπει να μετέφερε την συσκευή σε κάποιο απόμερο σημείο, στο μπωντουάρ ή κάτι τέτοιο, γιατί αίφνης τσουγκρίσματα και φωνές πνίγηκαν σαν να τα σκέπασε κουβέρτα και την άκουσα να μου λέει, Είμαι συγκινημένη αρχαίε μου εραστή, μια πενηντάρα συγκινημένη, κι εγώ της έλεγα για το Γκρέιτ Φολς, κι εκείνη δεν καταλάβαινε γιατί όλα αυτά, και τότε δεν άντεξα να μην την ρωτήσω αν είχε αφηγηθεί την ιστορία της στον Ρίτσαρντ Φορντ ή τον Ρομπέρτο Μπολάνιο και εντέλει είπε, σε ποιους, και σε ποια ιστορία αναφερόμουνα, κι εγώ προσπαθούσα να της θυμίσω τις ατέλειωτες αφηγήσεις της και εντέλει είπε γελώντας, α! υπήρξες σπουδαίος διαχρονικός ψυχαναλυτής, καλέ μου. Και πολύ οικονομικός. Ελπίζω σε κάτι να σου χρησιμέψει η ιστορία μου. Αν κι εγώ δεν βλέπω τι το ενδιαφέρον μπορεί να προκύψει από αυτήν.

Έπειτα μιλήσαμε λίγο για άλλα θέματα, ειδικά μάλιστα, θυμάμαι, για την μητέρα της την Τζέσι η οποία βρισκόταν πλέον σε οίκο ευγηρίας με άνοια, πάρκινσον και όλα τα σχετικά που ταλαιπωρούν ευθέως το ένα τρίτο του πληθυσμού του ανεπτυγμένου κόσμου και έμμεσα τουλάχιστον άλλο ένα τρίτο που τα υφίσταται όλα τούτα, μιας και, βλέπεις, εκεί κατέληξε ο ιατρικός τεχνολογικός θρίαμβος του εικοστού αιώνα ― σε στιβάδες ζωντανών νεκρών, εις δόξαν του κέρδους, ήταν το σχόλιο της Φαίη. Άκεφα άρχισα κι εγώ να της αφηγούμαι πολύ συνοπτικά τις ταλαιπωρίες με τους γονείς μου και τα ηθικά μου διλήμματα και τις Βαλκάνιες που τους φρόντιζαν και την κατάσταση στα ελληνικά νοσοκομεία αλλά σταμάτησα έγκαιρα. Άλλο ήταν το θέμα, αν και μου διέφευγε πια ποιο ακριβώς ήταν το θέμα. Κάποια στιγμή μου είπε με μια φωνή που έμοιαζε με λυγμό, ξέρεις, ψήφισα εκείνο τον Πράσινο, τον Ραλφ Νέιντερ αντί για τον Αλ Γκορ, που να μου κοβόταν το χέρι ― με τον τρόπο μου συνέβαλα κι εγώ στο να εγκατασταθεί αυτός ο Μπους Τζούνιορ στον Λευκό Οίκο. Θα παρακολούθησες τι έγινε στην Φλόριντα. Έκλεψαν τη νίκη οι Ρεπουμπλικάνοι πετρελαιάδες. Αλλά κι αυτός ο Αλ Γκορ είναι τελείως χαλβάς. Όλο για την κλιματική αλλαγή μιλάει, σαν πρόσκοπος που θέλει να ευαισθητοποιήσει τη μάννα του να φτιάξει κομπόστ με τα οργανικά υπολείμματα της κουζίνας. Έπειτα κάποιος βάλθηκε να την τραβολογάει μέσα σε χαχανητά και η Φαίη ΜακΛάφλιν το έκλεισε αφού με ευχαρίστησε για τις ευχές μου και μου 'ταξε να πιει ένα καλό μπέρμπον στη γεια μου. Ήθελα να της πω κάτι τρυφερό, κάτι σαν «είσαι η μούσα μου, κι ας μην το ΄χα καταλάβει», αλλά δεν τα κατάφερα.

Αυτά. Πέρασα ένα μελαγχολικό Millennium βλέποντας, όπως εκατομμύρια άλλοι γερασμένοι, διαζευγμένοι και μοναχικοί άνθρωποι, τηλεόραση, όλη την πρώτη μέρα και μέρος της πρώτης νύχτας της νέας χιλιετίας ―ντοκιμαντέρ και καταγραφή των σημαντικών γεγονότων της χρονιάς και ποικίλες μουσικές κακογουστιές― μασουλώντας κρακεράκια αλειμμένα με κρέμα σολομού αμφίβολης ποιότητας. Άνοιξα και μια ζεστή γλυκερή σαμπάνια «Καϊρ» που άγνωστο πώς βρέθηκε στο σπίτι. Παντού στον δυτικό κόσμο μια εξαντλημένη ανθρωπότητα που αμφέβαλλε για το μέλλον της πάνω σε τούτο τον πλανήτη ετοιμαζόταν να υποδεχτεί κακήν κακώς τη χιλιετία προσποιούμενη ότι οι βασικές της παραδοχές παρέμεναν αμετάβλητες. Μόνο ο γιος μου τηλεφώνησε αργά το μεσημέρι για να μου ευχηθεί από κάποιο χιονοδρομικό κέντρο της Γαλλίας που το όνομά του μου διαφεύγει. Το απόγευμα της επομένης στρώθηκα στο γράψιμο, περισσότερο για να κατανικήσω την αφόρητη πλήξη. Ανακάλεσα την ρήση εκείνη του Ρακίνα προς ένα φίλο του όταν θεώρησε ότι είχε ολοκληρώσει το προσχέδιο της Φαίδρας: «Το έργο μου ολοκληρώθηκε, το μόνο που απομένει είναι να γράψω τους στίχους». Έτσι κι εγώ. Γιατί να μην πω άλλη μια ιστορία; Γιατί να μην ξαναβάλω το Γκρέιτ Φολς στο χαρτί, αρχίζοντας, όπως η πραγματική ζωή, από τις μεγάλες φωτιές του 1960 και την άφιξη εκεί των ΜακΛάφλιν όπως μου τα είχε περιγράψει καταλεπτώς η Φαίη, και όπως από άλλη σκοπιά είχε ήδη μεταφέρει στο χαρτί ο Ρίτσαρντ Φορντ;

Βέβαια, παρά τα όσα λένε, σε τελευταία ανάλυση είναι η ζωή που οφείλει να μιμείται την λογοτεχνία και όχι το αντίστροφο. Ίσως γιατί, όπως είχε πει κάποια στιγμή κι ο Βίλα-Μάτας εκείνη τη νύχτα της ομιχλώδους μας μέθης στη Βαρκελώνη, μακροσκοπικά ιδωμένη η ζωή δεν είναι παρά μια διαδοχή πληκτικών στιγμών που μόνο η λογοτεχνία μπορεί να τους προσδώσει ενδιαφέρον.

Μήπως έπρεπε να επιχειρήσω κι εγώ το μακρύ ταξίδι για το Γκρέτ Φολς;

Το μακρύ ταξίδι για την Μοντάνα
ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: