Ο Φλανέρ κι ο Λεττριστής

«Το ένα δεν είναι το μισό του δύο αλλά τα δύο μισά του ένα», σου λέει και σου ξαναλέει ο ένας. «Εμένα οι πόλεις είναι η φάτνη μου», σου λέει ο άλλος. «Βάλτε, να πιούμε», σου λέει ο ένας. «Βάλτερ, να πιούμε», σου λέει ο άλλος. «Είμαστε τα μπάσταρδα του Μπένγιαμιν και του Μπαγιαντέρα», σου λέει ο ένας. «Δεν υπάρχουν παιδικά γραμματοκιβώτια», σου λέει ο άλλος. «Είμαστε τα βλαμμένα του Βόλου και του Βερολίνου», σου λέει ο ένας. «Ελίσσομαι στις πόλεις σαν σκιέρ, ναι, είμαι ο χιονοδρόμος των πόλεων, κάνω σλάλομ στις γειτονιές, όπως κάνω και στις σελίδες», σου λέει ο άλλος. Σου μιλάνε λες και είσαι το τραπέζι της επιτραπέζιας αντισφαίρισης, κι αυτοί έχουν επιδοθεί σ’ ένα μεθυσμένο πινγκ-πονγκ φράσεων, λέξεων, συνειρμών. Αμολάνε το μπαλάκι, κοπανάνε τις έννοιες με τις ρακέτες, καρφί από ’δω, ακτικαρφί από κει, τα βάζουν αίφνης με τον Σαρτρ, τσουρουφλίζουν τον Μερλώ-Ποντύ, στέλνουνε τον Χάιντεγκερ στη γωνία να δει αν έρχεται. «Μας έλεγαν Χάιντεγκερ του Πεζοδρομίου», σου λέει ο ένας. «Αγαπώ τις τροπές της γλώσσας, που δίχως ιστορία ή χάρη βγάζουν τη γλώσσα στον Μάρτιν Χάιντεγκερ», σου λέει ο άλλος. «Αυτά τα λέει ο Σινιόσογλου», τολμάς να ψελλίσεις. «Αυτός είναι ο Σινιόσογλου, σουρωμένε! Αφού σας σύστησα!», σου λέει ο ένας. «Θα ήθελα μια μπίρα, απ’ αυτές που έφερα, παρακαλώ», σου λέει ο άλλος. Πίσω στην κουζίνα, εσύ. Και είσαι, όσο γίνεται, σίγουρος ότι δεν έχουν γίνει συστάσεις, απλώς μπούκαρε ο ένας, όταν άνοιξες την πόρτα, και έπιασε αγκαζέ τον άλλον, ο οποίος κρατούσε παραμάσχαλα ένα μικρό περιεκτικό χαρτοκιβώτιο που σου έκανε νόημα να παραλάβεις, και τον οδήγησε στο καθιστικό σου, λέγοντάς σου με αλκοολούχο επιτακτικότητα να φέρεις από κείνο το τσίπουρο που σου είχε φέρει (είκοσι λίτρα) την περασμένη εβδομάδα. «Αν δεν πίνεις μπίρα, δεν έχεις χόμπι», ακούς τον ένα να λέει στον άλλο, καθώς βγάζεις τις μπίρες από το χαρτοκιβώτιο που έφερε ο άλλος. «Έτη στον πάγο, έτη πολλά», ακούς τον άλλο να λέει, καθώς φέρνεις μια ισχυρή βελγική μπίρα στο καθιστικό.

Εψόφαγες να τον γνωρίσεις. Τον Σινιόσογλου. «Εψόφαγα να τον γνωρίσω», είχε πει ο Εμπειρίκος για τον Μπρετόν. Τηρουμένων των αναλογιών — την κοπάνησαν οι αναλογίες, κι επήγανε για βρούβες. Είχες διαβάσει, εικοσιπενταετής εις τον ναό (το Au Revoir, βεβαίως) τον Αλλόκοτο Ελληνισμό, αυτό το ντόπιο αντιγουέστερν, και είχες γράψει ένα κείμενο στο Κορέκτ. Όταν ξεμέθυσες, έπιασες τις Μαύρες Διαθήκες, αυτήν την τριλεκτική όπερα (επίσης εις στον ναό), και ξαναμέθυσες. Όταν είσαι στα είκοσι πέντε και διαβάζεις τέτοια πονήματα, μεθάς για να θυμηθείς τι ξέχασες μες στα αμφιθέατρα, ξαναμεθάς μπας και πειστείς ότι δεν ήσαντε όλα μάταια, είχε και ωραίες στιγμές το φοιτητιλίκι, πασχίζεις να πείσεις τον εαυτό σου, και ύστερα ρίχνεις ένα τετέλεσται postmodern μεθύσι (ήτοι απανωτά υποβρύχια —μπίρα με εμβαπτισμένο σφηνάκι τσικουδιάς—, συν πεντέξι whiskey sour εις μνήμην Καχτίτση και Εξώστη, συν δύο Λυρικά Δάκρυα—, το δικής σου επινοήσεως κοκτέιλ από τον καιρό που διάβαζες Εμίλ Σιοράν: γαλλικό κρασί και ρουμανικό λικέρ με μύρτιλο / είναι ωραίο σαν τη συνάντηση μιας ομπρέλας και μιας ραπτομηχανής σ᾽ ένα τραπέζι ανατομίας, και επίσης είναι ωραίο να έχεις επινοήσει ένα δικό σου κοκτέιλ προτού εκπονήσεις την πτυχιακή σου διατριβή, πόσο μάλλον το διδακτορικό σου).

«Το ένα δεν είναι το μισό του δύο αλλά τα δύο μισά του ένα», λέει και ξαναλέει ο ένας, ο και λεγόμενος Λεττριστής, και μετά το λέει και στα αγγλικά, μη χάσει, «one’s not half two. It’s two are halves of one», και κατόπιν το ξαναλέει ελληνικά, κι ύστερα πάλι το επαναλαμβάνει στα αγγλικά, και ο σεβασμός σου για τα γκρίζα του εξηντάχρονα μαλλιά δεν σου επιτρέπει να του εκτοξεύεις στο κεφάλι το γομάρι/τούβλο/αγκωνάρι/βαριοπούλα Infinite Jest (1080 σελίδες, δεμένο), που άλλωστε σου είχε δωρίσει ο ίδιος προ τριετίας, αλλά και δεν σε αποτρέπει απ᾽ το ν᾽ αρχίσεις απαυδισμένος να ουρλιάζεις (μέσα σου, εντός σου, μυχίως), «Φτάνει! Ήμαρτον! Ήμαρτον! Φτάνει!», ενώ διατηρείς το ψύχραιμο, όσο γίνεται, μειδίαμά σου, και στρέφεσαι στον Σινιόσογλου, στον και Φλανέρ λεγόμενο, ο οποίος, πάντα και λόγω μπίρας, παραμένει ευγενέστερος και μειλιχιότερος από τον πρώτο, τον και Λεττριστή λεγόμενο, ο οποίος ακόμα και προτού κατεβάσει το ενδέκατο τσίπουρο της ημέρας δεν παύει να είναι ανυπόφορος όταν δεν είναι αβάσταχτος, και αβάσταχτος όταν δεν είναι ανυπόφορος. Φέρνεις κι άλλη μπίρα για τον Φλανέρ, αποφεύγεις να σερβίρεις τον Λεττριστή (ματαίως!, σερβίρεται και ξανασερβίρεται και ύστερα σερβίρεται εκ νέου, μόνος του, με ταχύτητες που θυμίζουν πότε τον Πρόξενο Φέρμιν και πότε τον ίδιο τον Μάλκολμ Λόουρυ), και φροντίζεις με slow motion & σπεύδε βραδέως χορογραφίες να φτάσεις στο παλιό σου ηλεκτρόφωνο (κληρονομιά από τον παππού σου) και να βάλεις τις Γυμνοπαιδίες του Σατί, μπας και το ηλεκτρόφωνο απαλύνει τον ηλεκτρισμό του επαναλαμβανόμενου και επαναληπτικού Λεττριστή (που στην πιάτσα τον λένε για πλάκα και Ηλεκτρολεττριστή).

Εψόφαγες να τον γνωρίσεις. Τον Φλανέρ. Και από τη μια σε κάνει ράκος ο επαναλαμβανόμενος και επαναληπτικός ηλεκτρολεττρισμός, από την άλλη όμως αισθάνεσαι την εικοσιπεντάχρονη ευγνωμοσύνη σου για τη γνωριμία να σε ωθεί στα ορυχεία της υπομονής και της κατανόησης. Συν το ότι, σε λίγο, πάει να πει σε κάνα δίωρο, πιάνουν τόπο οι προσευχές σου, εισακούονται τα ενδόμυχα παρακάλια σου, γίνονται καρποί οι ικεσίες σου, και επιτέλους!, γέρνει στο πλάι την κεφαλήν ο Λεττριστής και πιάνει να ροχαλίζει, ονειρευόμενος ποιος ξέρει τι, ίσως ότι γευματίζει με τον Πίντσον, ενδεχομένως ότι δειπνεί με την Τίλντα Σουίντον, μπορεί κιόλας ότι τα κουτσοπίνει με τον Ελευθέριο Δούγια — όπως και νά ᾽χει τον πήρε ο Μορφέας και σ᾽ αφήνει ήσυχο να τα πεις με τον Φλανέρ, ο οποίος κατεβάζει ησύχως πλέον την μπίρα του και σου λέει, «Ξέρεις, και ο Χάιντεγκερ και ο Σμιτ σιχαίνονταν τον σινεμά». Κατανεύεις, το ξέρεις, ναι, κι αυτοί δεν ξέρουν τι χάνουν, λες στον Φλανέρ, λες κι είναι ζώντες οι τεθνεώτες, και μετά τον ακούς να σου μιλάει για την Σιγκαπούρη, για τον φίλο και φιλόσοφο και αμετανόητο αθεράπευτο φιλέλληνα Πάολο Ντι Λέο, για το πόσο αγαπάει τις γάτες, για το πόσο αδέξιος είναι με τους στυλογράφους, γεμίζουν, σου λέει, το γραφείο και τα χαρτιά του και τα βιβλία του μελάνια, αλλά επιμένει να γράφει με στυλογράφο, με πένα, τώρα πήρα μια Kaweco, εξομολογείται έμπλεος ζύθου και πάντα πεισματικά πράος (σε αντίθεση με τον λάβρο Λεττριστή που, δόξα να ᾽χει ο Ιζιντόρ Ιζού εκεί που είναι, κι ο Σερζ Μπερνά, κι ο Μωρίς Λεμέτρ, κι ο Ζαν-Λουί Μπρο, κι όλοι οι αρχικοί ορίτζιναλ Λεττριστές που τους έχει λησμονήσει το σύμπαν όλο), ναι, εξομολογείται, ο Φλανέρ, και απαριθμεί, πόσους στυλογράφους έχει θέσει εκτός μάχης τα τελευταία είκοσι χρόνια, και, μάλιστα, σου λέει ότι του είχαν βγάλει οι παλιόφιλοί του, και νυν εκδότες του recto/verso, του πιο γκαγκάν εντύπου δοκιμιακού λόγου (μέγκλα! μεγαλείο!) το μακρυνάρι και ανοικονόμητο, συν τοις άλλοις, παρατσούκλι «Ποίος-ήτον-ο-Φονεύς-των-Στυλογράφων».

«Το ένα δεν είναι το μισό του δύο αλλά τα δύο μισά του ένα», βροντοφωνάζει ο Λεττριστής (ψευτολεττριστής, δηλαδή, για να τα λέμε όλα, καθόσον ούτε μισό λεττριστικό ποίημα δεν έχει γράψει, άσε που πάντα μετά το ένατο καραφάκι αποτάσσεται τον (ιστορικό) Λεττρισμό και στήνει φάμπρικες και φράξιες και τάσσεται με τους δόλιους διασπαστές του (ιστορικού Λεττρισμού), τους λεγόμενους διεθνολεττριστές, που ούτε διεθνείς ήσαντε μήτε και λεττριστές αλλά φρικαλέοι εγελομαρξιστές με ολίγη από υπερρεαλισμό και πολλή από ντανταϊσμό (άλλωστε ο ευσεβής Κορνήλιος Καστοριάδης τους είχε χαρακτηρίσει με νεοελληνική, θεσμισμένη φαντασιακά, και δίκαιη, βδελυγμία και πυγμή, dadao-clochards (ο εστί μεθερμηνευόμενον «κλοσαρονταντάδες», ή, πιο λόγια, «αλητοντανταϊστές», ή, περιφραστικά, «ελεεινά αποβράσματα & μέθυσοι & λογοκλόποι & ρεμάλια που βάζουν στο μπλέντερ ολίγη από Μιχαήλ Μπακούνιν, από Τριστάν Τζαρά, από Κουρτ Σβίττερς συν μια πρέζα Έγελο και πάνε να μας τη βγουν και απ᾽ τ᾽ αριστέρα, οι ρέμπελοι»), ναι, βροντοφωνάζει αυτόν τον μαθηματικό στίχο ο Λέρας Λέττρας (ξανά μανά: «Το ένα δεν είναι το μισό του δύο αλλά τα δύο μισά του ένα») καθώς ξυπνάει, μάλλον από το ίδιο του το γκάρισμα, και γέρνει στο πλάι και κοντεύει να χάσει την ισορροπία του (τη σωματική, διότι την ψυχική & πνευματική την έχει χάσει από τη δεκαετία του ογδόντα, το ξέρουν κι οι πέτρες αυτό), και τείνει να κουτρουβαλιαστεί απ᾽ την καρέκλα, αλλά τον συγκρατεί με το αριστερό γόνυ και το δεξί του χέρι ο Φλανέρ, και βλέπεις, είκοσι πέντε χρονών παιδί εσύ, τον Λέρα Λέτρεα να υψώνει, όπως-όπως, το τρεμάμενο αριστερό του χέρι, να χαμογελάει αχνά, και να σχηματίζει το σήμα της νίκης, λες και έχει κατατροπώσει ορδές και μεραρχίες Ούνων όπως ο αείμνηστος μπάτλερ Ουίνστον Τσόρτσιλ! Ο αθεόφοβος!

[συνεχίζεται]

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: