Into the Box / Lovers in Arms (1)

Into the Box / Lovers in Arms (1)


Βασικά, έπιναν. Τον άμπακο. (Αυτός· αυτή χαμογελούσε).

Τι; αν έπιναν λέει; αν έπιναν; τον άμπακο, τον περίδρομο, το καταπέτασμα, τον αγλέουρα κατέβαζαν· τον Δρίνο έπιναν, τον Δνείπερο, τον Δούναβη, τα Δαρδανέλια, τον Δνείστερο· σαν Δανοί διανοούμενοι μεθοκοπούσαν (άλλωστε αγαπημένος τους ζωγραφικός πίνακας ήταν ο μνημειώδης Dead Drunk Danes, του αγαπημένου τους Άσγκερ Γιορν)· γίνονταν ντίρλα σαν ναύτες Νορβηγοί που πιάνουν λιμάνι στο Νότο, ενώ επίσης μπεκρόπιναν όπως οι Πολωνοί ηθοποιοί μετά την παράσταση (ενίοτε και πριν, πού και πού και κατά τη διάρκεια)· το έτσουζαν σαν Τσέχοι τζαζίστες που αυτοσχεδιάζουν παίζοντας το “A Love Supreme’’· στον Βάκχο έθυαν όπως άλλοι στον Μαμωνά· έφταναν να είναι στουπί στο μεθύσι και, ξεκαρδισμένοι για τα καλά, να αναθυμούνται τον ορισμό της έμπνευσης κατά τον υπέροχο υπεραληταρά μπητνίκο Γκρέγκορι Κόρσο, καθόσον έλεγεν ο Κόρσο ότι σού ᾽ρχεται αναπάντεχα το ποίημα στη μούρη σαν ένα ποτισμένο στην γκαζολίνη στουπί (γέλια, γέλια, γέλια)· διατελούσαν εν κραιπάλη μέθης και έλεγαν ο ένας στον άλλον, ξανά και ξανά, ad nauseam και επανειλημμένως, «ευγενές το πίνειν, αγενές το τρώγειν,», μια ισπανική ρήση από τον Χρυσούν Αιώνα (ιδού: El beber es hidalgo, y el comer es villano), ενδεχομένως του Μπαλτάσαρ Γκραθιάν, ενδεχομένως κάποιων σουρωμένων καθ᾽ υποτροπήν εγλεντζέδων της Καταλωνίας, ποιος ξέρει, πάντως την είχαν ξεπατικώσει τη ρήση από μιαν επιστολή του Ντεμπόρ στον Κριστιάν Σεμπαστανί στις 3 Ιουνίου του 1986, ενώ δεν έπαυαν να διαβάζουν και να ξαναδιαβάζουν τη Βίβλο του Μάλκολμ Λούορυ, το Under the Volcano, παραλλήλως με την urban εκδοχή του, ήτοι το The Lost Weekend του αείμνηστου Τσαρλς Τζάκσον, χρειάζονταν και θεωρητική & λογοτεχνική κάλυψη, βλέπεις, οι καλοί μας (τρομάρα τους!) —

Ρωτάει αν έπιναν· έκαναν και τίποτ᾽ άλλο; οκέι, έγραφαν καμιά γραμμή, δε λέω, έβγαζαν και κάνα βιβλίο, σύμφωνοι· διάβαζαν κιόλας, αν διάβαζαν λέει;, ουουουουουου!!!!, μπορείς να πεις ότι όσο πιο πολύ έπιναν τόσο πιο πολύ διάβαζαν, κι όσο πιο πολύ διάβαζαν τόσο πιο καλά έγραφαν, θαρρείς για να πατσίσουν τα πράγματα, κι ας τους έλεγαν, δώθε κείθε, οινομανείς ανεπρόκοπους κρασοπατέρες οινόφλυγες μπεκρόμουτρα κι ό,τι άλλο βάλει νους ανθρώπου· ως και (άκουσον! άααααακουσον! διάβασον! διάααααβασον!) «μεροκαματιάρηδες του καταραμένου» τους είχε αποκαλέσει, γραπτώς, στην αιωνίως έγκριτη εφημερίδα της Κυριακής, εκείνος ο έγκριτος δημοσιογράφος, έγκριτος επιμελητής, έγκριτος διορθωτής, και έγκριτος εν γένει, ακόμα και έγκριτος ποιητής, που μάλιστα έμελλε αργότερα να συγχρωτιστεί μαζί τους, οπόταν και διαπίστωσαν ότι επρόκειτο για κρυπτοπότη (όπως άλλοι είναι κρυπτοομοφυλοφιλοι), για γερό ποτήρι, και για πολύ καλό στην παρέα τύπο, τέλος πάντων, ακόμα και στα μανταλάκια είχε σκάσει η φιλοποσία τους —

Ε ναι, λοιπόν, έπιναν· δηλαδή, για να τα λέμε όλα, έπιναν εκείνος και οι λεγόμενοι, οι χαρακτηρισμένοι (όπως έλεγαν για τους κομμουνιστές και τα λοιπά ανατρεπτικά στοιχεία) ανεπρόκοποι ακαμάτηδες ακαταλόγιστοι φίλοι του (και ας σημειώσουμε εν παρόδω, όχι πάντως για να στανιάρει η υπόληψή τους, για την οποία αδιαφορούσαν παντελώς, Παντελή μου, ναι, ας σημειωθεί ότι μετρούσαν και μερικά βραβεία από δω κι από κει, μάλιστα, βεβαίως, ασφαλώς, βραβεία λογοτεχνίας, βραβεία σκηνοθεσίας, βραβεία δοκιμίου, βραβεία μοντάζ, βραβεία ηχητικών εφέ, και πάει λέγοντας)· συνεκδοχικώς, ας πούμε, εκείνος, ναι, εκείνος έπινε· Εκείνη, όχι, αλκοολούχα δεν έπινε, έστω σπανίως, κάποτε, άλλοτε, τώρα όχι, ελάχιστα· όντας, εκείνος, ο όντως κοινωνιολόγος (εκτός των άλλων και μεταξύ άλλων) της ιλιγγιώδους σχέσης/σχάσης τους, της εν είδει αλυσιδωτής αντίδρασης αλληλοπεριχώρησής τους, ήδη από την Πρώτη Ώρα, εάν όχι και από την Πρώτη Στιγμή, κατέγραφε στα επιμελώς ενημερωμένα σημειωματάριά του τα όσα Εκείνη έκανε, συμπεριλαμβανομένων και των όσων Εκείνη έπινε (φυσικά και όσων βιβλίων Εκείνη διάβαζε, όσων φιλμ Εκείνη έβλεπε, όσων δίσκων Εκείνη άκουγε), και τώρα που συμβουλεύεται, εκείνος, τα εν λόγω ενημερωμένα σημειωματάριά του, διαπιστώνει ότι, Εκείνη, σε όλο το χρονικό διάστημα τριών και βάλε ετών, δεν ήπιε παρά μόνον δύο ποτήρια λευκό κρασί, με παγάκια μάλιστα, στις 22 Φεβρουαρίου του έτους 2020, όταν είχε επιστρέψει από το Λονδίνο για να διευθετήσουν, από κοινού, τα της ιδρύσεως της Αστικής Μη Κερδοσκοπικής Εταιρείας CORPUS/ΣΩΜΑ και εόρτασαν το γεγονός (ας σημειωθεί ότι Εκείνη κάπνισε και ένα τσιγάρο, στριμμένο από τον υπεύθυνο δημοσίων σχέσεων του εκδοτικού οίκου με τον οποίο μόλις είχε αρχίσει να συμπράττει εκείνος)· ένα τζιν με τόνικ, στις 10 Απριλίου του 2021, στα γενέθλια εκείνου· δύο τεκίλες μαργαρίτες, στις 2 Νοεμβρίου του 2021, ημέρα Τρίτη, όταν συναντήθηκαν, κατόπιν προσκλήσεως εκείνου, στο μπαρ Au Revoir, οπόταν εκείνος, υπόρρητα, σιωπηρά, κρυφά από Εκείνη, γιόρταζε τη Δεύτερη Επέτειο της Πρώτης Ώρας· και, τέλος, μία μπίρα (ενδεχομένως άνευ αλκοόλ), στις 12 Ιανουαρίου του 2023, ημέρα Πέμπτη, στην αίθουσα τέχνης Die Brüder και στα εγκαίνια της έκθεσης ΕΙΚΟΝΟΛΟΓΙΑ, όπου Εκείνη είχε, κατά γενική (!) ομολογία, θριαμβεύσει —

Συνελόντι ειπείν, και μια για πάντα, ναι, οκέι, σύμφωνοι, d’accord, έπιναν τον άμπακο· εκείνος και το entourage, το περιβάλλον του, η κουστωδία του· Εκείνη όμως όχι, ποτέ, σχεδόν ποτέ, αμελητέες ποσότητες, αν εξαιρέσουμε αναψυκτικά και αφεψήματα, και ένα κρασί μια στις τόσες, ή ένα κοκτέιλ σε κάποια γιορτινή περίσταση, διότι, Εκείνη, διατελούσε εις το διηνεκές δυναμικά δοσμένη και ερωτευμένη με την εργασία της, με το έργο της, με τα δημιουργικά της προτάγματα και σχέδια και εγχειρήματα, συνεπώς ήταν από λίαν ενωρίς, ύστερα από μια μετεφηβική, θα λέγαμε, θητεία της στο νεοϋορκέζικο νεομεταπάνκ, οπόταν, σύμφωνα με μαρτυρίες (άλλων), είχε πιει κάποιες βότκες, ναι, ήταν Εκείνη προσήλυτος της λεγόμενης νηφαλίου μέθης, όπως τη δίδαξε ο Συμεών ο Γρηγοριάτης ή Περουβείμ, καθόσον κατάγεται από το Περού, συνεπώς παρέμενε/παραμένει, Εκείνη, δύο δεκαετίες τώρα, sober εγκρατής απέχουσα whiskeyless vodkaless tequilaless· άνευ οίνου, επίμονη ιέρεια της νηφαλιότητας, άτεγκτη αμαζόνα της διαύγειας, μονίμως προσηλωμένη στις νοητικές διεργασίες που την είχαν οδηγήσει μεθοδικά / σκακιστικά / στρατηγικά στην εκπόνηση έργων όπως “The Naked Breath’’, “AmeriKKKan KKKapital’’, “Pink Shiny Garbage Cars’’, έργα όχι μόνον διαύγειας αλλά και διαύγασης —ναι, καστοριαδικού τύπου διαύγασης— των μηχανισμών & συστημάτων της πατριαρχικής υπονόμευσης των θηλυκών αξιών (και δράσεων) και αρχών (και στάσεων)· διαύγασης του πώς η βιομηχανία της διαφήμισης χρησιμοποιεί το γυναικείο κορμί για να πλασάρει αυτοκίνητα, μίξερ, οδοντόκρεμες, ηλεκτρικές σκούπες, στυλογράφους από ανθρακονήματα, γυαλιά οράσεως και ηλίου, πακέτα θερινών διακοπών στην Αδριατική —

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: