Αχνή Σκιαγραφία της Θλίψης και της Ακανόνιστης Προόδου της Λήθης

Αχνή Σκιαγραφία της Θλίψης και της Ακανόνιστης Προόδου της Λήθης
[ Δέκατο μέρος ]




Δύο ξανθές γυναίκες κάθονται στην αποβάθρα με τα πόδια τους μέσα στο νερό. Μιλάνε ψιθυριστά. Είναι όμορφες αλλά δεν έχουν δόντια. Η μία έχει στο στόμα της ένα σταυρό. Η άλλη μια καμπάνα. Εσπερινός.
Εύα Στεφανή, Συνομιλία

It could be the same night, that June damp, the desire to touch the face of someone beautiful / with your rotten perfect mouth.
Εύα H. D., Teenage Stuff Forever

α. Τροποποιεί ο χρόνος τις μνήμες, και η μνεία στις μνήμες αλλοιώνεται με του χρόνου το πέρασμα στις δίνες και τις δολίνες, στις μύχιες καταβόθρες και στις κρυφές διόδους από τη μεθόριο της συνείδησης στον κυκεώνα και το χάος του ασυνείδητου που οφείλεις επειγόντως και επιτακτικώς να χαρτογραφήσεις εφόσον δεν επιθυμείς να παραμείνεις έρμαιο και άθυρμα των τυχαιοτήτων ενώ, απεναντίας, σκοπείς να επεξεργαστείς και να ελέγξεις το υλικό που σωρεύουν της αγάπης σου οι στεναγμοί και οι αιφνίδιες αλεξίπτωτες ρίψεις παρελθουσών στιγμών και ημιλησμονημένων γεγονότων στο άδολο και άγνοο τσερβέλο σου, άλλοτε μεταμεσονυκτίως, και μέρα μεσημέρι άλλοτε, άλλωστε εδιδάχθης από τον Marcel και την τέταρτη εμβύθισή σου στο Αναζητώντας τον Χαμένο Χρόνο πώς να εργάζεσαι με τα ψιχουλάκια και τα ψιχαλάκια της ψυχούλας τόσο, όσο και με τις βάναυσες αναποδιές, ναι, με τούτα να εργάζεσαι προκειμένου να μην πάνε χαμένες οι απανωτές θητείες σου στο θαυμαστό, οι αλιεύσεις σου στο αλλόκοτο και στο ανοίκειο.

β. Δόντια και πόδια, οι δύο πόλοι αυτόν τον Ιούνιο της ήπιας εγκαρτέρησης και των σημαδιακών αφίξεων στο θάλαμο του νου θραυσμάτων από μια ποιητική που εξερράγη –θυμάσαι το μονοκινητήριο Lilly 7 στο Zabriskie Point; θυμάσαι την έκρηξη στο Performance του Nicholas Roeg; θυμάσαι το εξώφυλλο του Sgt. Pepper's Lonely Hearts Club Band;– τα πόδια μου, σενιόρ (να γράφει και να επιμένει ο Burroughs), It is my legs señor, και ο Βέλτσος στο Γέρας, επίσης, Τα πόδια μου λοιπόν συλλαβιστά υπόλοιπα, και της Μίας και της Άλλης τα πόδια να είναι η επιτομή της σφριγηλής αρτιότητας, ενώ τα δικά σου πλέον εν καταστάσει αθλία, ωσαύτως και τα δόντια, καταρρακωμένο το στόμα σου, ενώ αστράφτει η αδαμαντίνη σε γομφίους κυνόδοντες κοπτήρες και της Μίας και της Άλλης, οδόντες άδοντες, έτοιμοι από καιρό για νεκταρίνια και ροδάκινα και αχλάδια, καθώς θριαμβεύουν τα νεογιλά και υποχωρεί καχεκτικός ο χάρος, καθώς ουδένας μπελαλής δεν κοτάει τούτες τις δύο να τις σκιάξει, κι αγέρωχες, και η Μία και η Άλλη, ας επαναληφθεί, στην ατραπό βαδίζουνε της Τέχνης των, με λέξεις και με εικόνες, με χαρτί και σελιλόζη, κι εσύ, καρντάσι μου, πιωμένε σκακιστή, βαθιά νίλα νυχτωμένη, ω μούφα γκρίζα εξοχότης, ρακένδυτη φανφάρα, στο μπούνκερ οχυρωμένος να ξεκαλοκαιριάζεις και μνήμες να ξεκοκαλίζεις γράφοντας.

γ. Διατείνεται ο Antoine Compagnon (20.07.1950): Υπάρχει η ομορφιά της ανάμνησης στον Proust, μια ομορφιά που ξαφνιάζει γιατί ξεπηδάει απροσδόκητα, τόσο για τον αφηγητή όσο και για τον αναγνώστη. Η ακούσια ενθύμηση, όσο κι αν είναι μερικές φορές επώδυνη, μπορεί επίσης να είναι απολύτως ευφρόσυνη, κι εσύ, μες στην αναπολική σου αναταραχή, τον αναπολικό σου άνεμο, να εμβυθίζεσαι μακάριος αγύρτης, Elvis των συνειρμών, στο προυστικό φιλμ Πρόγονοι της Μίας – παρέα με Βασίλη Παπαβασιλείου & Λάκη Παπαστάθη & Διονύση Σαββόπουλο & Νώντα Γονατά & Κωνσταντίνο Στεφανή (τεθνεώτες), παρέα επίσης με Όλια Λαζαρίδου & Στέλιο Σκοπελίτη & Βέλτσο (ζώντες) –και να γράφεις Βέλτσο καθόσον όπως η Σώτη δεν χρειάζεται το Τριανταφύλλου έτσι κι ο Βέλτσος δεν χρειάζεται το Γιώργος– κι έπειτα να εμβυθίζεσαι στην Ποίηση της Άλλης και στις αναφορές της στο τέλειο σάπιο στόμα & στον νευρωτικό απ᾽ τ᾽ αεροπλάνα ουρανό (δες το ποίημα “Modern Science’’), και στον ουρανό που ο ήλιος του γλιστράει ψηλά σαν μούρο σε κρέμα πνιγμένο (δες το ποίημα “Grytviken’’) και στον ουρανό με τα μενεξεδένια, τα ιώδη σύγνεφα σαν εκ γενετής σημάδια (δες το ποίημα “Green Hills, Missing’’).

δ. Μια μαντλέν βουτηγμένη στο τσάι, διατείνεται πάλι ο Compagnon, ένα ανισόπεδο λιθόστρωτο, ο ήχος ενός κουταλιού ή η κολλαριστή σκληρότητα μιας πετσέτας φαγητού αποκαλύπτουν στιγμές της περασμένης ζωής, κι εσύ απ᾽ την ειρημένη περασμένη ζωή ν᾽ αντλείς βανίλια-υποβρύχιο στο Πάρκο της Θεσσαλονίκης (θέρος του χίλια εννιακόσια εξήντα πέντε), τζούρα άφιλτρο καμελάκι στα σκαλάκια του Μουσείου (φθινόπωρο του χίλια εννιακόσια εβδομήντα εφτά), χιονάτη στα ρουθούνια κοκαΐνη στο Βόλο (χειμώνας του δύο χιλιάδες είκοσι ένα), κρασάκι κεχριμπάρι στην οδό Σπετσών (άνοιξη του δύο χιλιάδες είκοσι έξι), και να ρίχνεις, ψυχωμένος κι απ᾽ τη Μία κι απ᾽ την Άλλη, σφαλιάρες στις αντιξοότητες μειδιώντας καθώς αναλάμπει στο νου σου η φράση έβλεπε τα χέρια της να γρατζουνάνε τη σιωπή (Manuel Marias, Εμείς, μτφρ. Νάννα Παπανικολάου, εκδ. Ίκαρος, σ. 225), αναλογιζόμενος τι ευλογία είναι να είσαι ερωτευμένος μαρσάροντας στον Route 66, υπογραμμίζοντας, για μιαν ακόμα φορά, στο φύλλο και φτερό αντίτυπο του The Soft Machine (στη σελίδα, μάλιστα, 174) την ατάκα-τατουάζ When we came out of the mud we had names, διότι τωόντι βγήκατε απ᾽ τη λάσπη, και εσείς, και είχατε ονόματα, & εσύ & η Μία & η Άλλη, και το όνομα της Μίας Εύα, και Εύα, επίσης, το όνομα της Άλλης.

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: