16 Και ξαφνικά έφεξεν ο τόπος και η Θεά Αφροδίτη αναδύθηκε από τα νερά της Κύπρου και πήγα να την πάρω και από όπου περνούσαμε πετώντας ήτανε πιο φωτεινή και από τον ήλιο και χαμηλώσαμε σε ποτάμιο μέρος με δέντρα που ήξερα καλά, στις εκβολές του Στρυμόνα. Και τότε εκείνη από αιδημοσύνη έριξε ένα πάλλευκο χιτώνα επάνω της και μιλιούνια αόρατες νύμφες άρχισαν να έρχονται από παντού και ο τόπος ποτέ δεν είχε αντικρίσει τόσο φως και το ποτάμι άρχισε να κατεβάζει πυρακτωμένες μπάλες από καθαρό χρυσάφι και άρχισε να κοχλάζει η θάλασσα. Με εγκατέλειψες, της είπα. Το ξέρω, μου είπε. Και εγώ είμαι κατάμονη. Και κλαίγαμε και οι δύο γοερά στη σκιά ενός δέντρου. Μέχρι που φάνηκαν μιλιούνια πάμφωτοι γαλαξίες που στροβιλίζονταν με συμπαντικές ταχύτητες. Όμως και τότε το φως της δε λιγόστευε αλλά είχε «λάμψη φλογώδη». Και ήταν τρομακτικό να βλέπει κανείς το φως της Θεάς, το φως των γαλαξιών και στο βάθος τα ερείπια της Αμφίπολης μαζί.
[ Αύγουστος 2024 ]