Η αναζήτηση της έξαψης στα διάκενα της ζωής

Η αναζήτηση της έξαψης στα διάκενα της ζωής

Έλεν Γκάρνερ, «Ο Μπαχ για παιδιά», μτφ. Ελένη Ηλιοπούλου, Gutenberg 2025


_______________

Επανεπισκέφτηκα καλοκαιριάτικα το Ο Μπαχ για παιδιά ― πρώτη εμφάνιση στη γλώσσα μας της 84χρονης πλέον Αυστραλέζας Έλεν Γκάρνερ. Προσωπικά το σύντομο αυτό μυθιστόρημα με είχε ταράξει όταν προ έτους έπεσε στα χέρια μου [για να πω το λιγότερο]. Επιδέξια και εμπνευσμένα μεταφρασμένο από την Ελένη Ηλιοπούλου, το βιβλίο μιλάει για την ομορφιά, ακόμα και την μεγαλοσύνη των διάκενων της καθημερινότητας, με την κρυφή, ανεξήγητη γοητεία ενός ιμπρεσιονιστικού πίνακα.
Στην πρώτη κιόλας σελίδα του βιβλίου, μας έχει δοθεί η περιγραφή μιας φωτογραφίας που εισάγει στην δυναμική των ηρώων: «Ο αέρας φουσκώνει το μεγάλο, άκαμπτο μανίκι του φορέματος της γυναίκας και σπρώχνει προς τα πίσω τα μακριά μαλλιά του αγοριού, το οποίο είναι στραμμένο προς το δράμα των προσώπων των γονιών του. Παρόλο που κρατάει το χέρι του πατέρα του, είναι αποκομμένο από τους υπόλοιπους και το φως περνάει ανάμεσα στο σφιχτοκουμπωμένο ρούχο του και στο πόδι του πατέρα». Πρόκειται για μια λεκιασμένη και μισοσκισμένη φωτογραφία από περιοδικό που βρίσκεται στην κουζίνα του ζεύγους Φοξ και απεικονίζει τον Άγγλο ποιητή Άλφρεντ Τένισον με τη γυναίκα και τα δύο παιδιά τους σε ένα μεγάλο κήπο στη Νήσο Ουάιτ, τονίζοντας τόσο την τελετουργική αμηχανία των προσώπων όσο και τη διαφορετική συναισθηματική τους κατάσταση. Είναι παράδοξα χρήσιμη ως πρελούδιο, μπορεί να χρησιμέψει όμως και ως σχολιασμένο επιμύθιο στο βιβλίο, καθώς περί το τέλος η μετανοημένη πρωταγωνίστρια Αθίνα περιμένει με έντονα αισθήματα τον άντρα, τα παιδιά και τους φίλους τους να επιστρέψουν σπίτι έχοντας επιμελώς κάνει φασίνα, και καθαρίσει συμβολικά όσα σύντομα προηγήθηκαν.
Η Γκάρνερ εκπλήσσει με την ελλειπτική, πολυεστιακή, ιμπρεσιονιστική γραφή της σε μια εξιστόρηση γεμάτη κενά, σιωπές, ελλείψεις και αντανακλάσεις: «Τον αγαπούσε. Αγαπιόντουσαν. Ήταν φίλοι». Μιλά για την Αθίνα και τον Ντέξτερ Φοξ, ένα ζευγάρι που πλησιάζοντας τα σαράντα ζει εκεί πίσω στην μακρινή δεκαετία του ’80 «εναλλακτικά», λιτά και κάπως ακατάστατα στο ασυντήρητο σπίτι τους στις παρυφές της Μελβούρνης. Έχουν δύο παιδιά, το ένα βαριά αυτιστικό, όπως θα λέγαμε σήμερα και κάθε βράδυ, αφού τα βάλλουν για ύπνο βγαίνουν για μια μακρά βόλτα στην γειτονιά τους. Ο σταθερά καλόκεφος και ενθαρρυντικός Ντέξτερ επιδεικνύει το ταλέντο του στο τραγούδι, η Αθίνα εντάσσεται αδιαμαρτύρητα στη ροή της νύχτας [όπως και της ζωής], οι αστερισμοί λάμπουν, γείτονες τσακώνονται και έξαλλα σκυλιά τους γαυγίζουν.
Όπου η αυθόρμητη «εισβολή» της Ελίζαμπεθ, παλιάς στενής φίλης και συμφοιτήτριας του Ντέξτερ, της 17χρονης εξεγερμένης ερωτιάρας αδελφής τής Βίκι, του πρώην εραστή της πρώτης Φίλιπ και της ταλαντούχας δωδεκάχρονης κόρης του Πόπι, διαταράσσει τις σχέσεις των μελών της οικογένειας και των ίδιων των «εισβολέων». Η έντονη αμοιβαία έλξη που νιώθουν η Αθίνα και ο Φίλιπ από την πρώτη μέρα της γνωριμίας τους οδηγεί την ιστορία σε απροσδόκητες ατραπούς. Δημοφιλής κιθαρίστας και αντικείμενο του πόθου δεκάδων νεαρών γκρούπις, ο Φίλιπ βλέπει την συναισθηματικά ημιθανή Αθίνα ως ευάλωτο, αυτονόητο, ώριμο στόχο. Την «απαγάγει» σε ένα επαγγελματικό ταξίδι του στο Σίδνεϋ, την ανοίγει ψυχικά και σωματικά, ενώ επανεπισκέπτονται μαζί τα φευγαλέα ερεθίσματα της γύρω τους πραγματικότητας. Ξαναβλέπουν τον γύρω τους κόσμο και μέσω αυτού τους εαυτούς τους. Σύντομα ωστόσο η Αθίνα θα διαπιστώσει ότι ο Φίλιπ είναι ανίατη περίπτωση, ένα ον που σύμφωνα με την πραγματίστρια Ελίζαμπεθ ψάχνει απεγνωσμένα για «νέο αίμα, κάτι καινούργιο, μια μικρή έξαψη για το πάρκο αναψυχής που είναι το μυαλό του». Μαθαίνουμε ενδεικτικά για τον Φίλιπ πως «Έμενε έξω ως αργά, ξάπλωνε σε ξένα κρεβάτια, σε σπίτια όπου μέσα στην κατσαρόλα ήταν εξίσου πιθανό να βράζει μια σύριγγα όσο κι ένα αβγό· διέγειρε ανώφελα πάθη σε κορίτσια που δεν έβρισκαν τίποτα καλύτερο να κάνουν από το να σέρνονται στο στούντιο ανάμεσα σε άδεια κουτιά πίτσας περιμένοντας κάποιος να τις προσέξει. Γυρνούσε σπίτι την ώρα που το φως δεν είναι ακόμη τίποτα παραπάνω από την τονισμένη λευκότητα ενός πουκαμίσου που κρέμεται μπροστά σε μια βιβλιοθήκη, μια λάμψη στην πλάτη μιας καρέκλας στην κουζίνα».
Στο βιβλίο υπάρχει πολλή μουσική και μουσικοί. Η Αθίνα ας πούμε είναι ομοίως μουσικός, με κλασσική όμως παιδεία, μια πιανίστρια που παλεύει αλλά δεν τα πολυκαταφέρνει με τον Μπάρτοκ και τον Μπαχ της, παγιδευμένη καθώς είναι στην καθημερινότητα της νοικοκυράς, την συζυγική ανία, το διαδικαστικό σεξ και τους καταναγκασμούς ενός αυτιστικού παιδιού που ειδικά εκεί στην δεκαετία του ’80 θεωρείται μεγάλο βάρος - ένα κενό δοχείο προς τακτοποίηση σε κάποιο ίδρυμα. Πολύ κυνικά και σοκαριστικά παραδέχεται μάλιστα στην νεαρή Βίκυ ότι έχει εκατοντάδες φορές επιθυμήσει τον θάνατό του. Από την άλλη ο Ντέξτερ, με τον οποίο υπήρξαν ανέκαθεν περισσότερο φίλοι παρά παθιασμένοι εραστές, της προσφέρει ένα πλαίσιο σχετικής ασφάλειας και οικείου σεξ αλλά όχι πολλά περισσότερα. Παλεύει λοιπόν με τα Πρελούδια του Μπαχ [«πρελούδια σε τι;» αναρωτιέται] και τα χειρίζεται σαν την καλή μαθήτρια που απαγγέλλει ένα ποίημα προς αποστήθιση. Διαβάζουμε: «Υπήρχαν και μέρες… που το παίξιμό της [….] ήταν τελείως άρρυθμο και κακόηχο, που ένιωθε ντροπή, σαν να είχε βανδαλίσει έναν βωμό, κι έτσι έκλεινε το πιάνο κι έβγαινε στην πίσω αυλή με μια σκούπα στο χέρι».
Στην διάρκεια της απουσίας της Αθίνα και του Φίλιπ στο Σίδνεϊ μεσολαβούν πολλά και τίποτα. Η προβληματική αλλά επικοινωνιακή και τρυφερή με τα παιδιά Βίκυ βιώνει, μεταξύ άλλων παρεκκλίσεων και άφθονου ποτού, «μια ξεπέτα» με τον ενοχικό ηθικολόγο Ντέξτερ [έχει προηγηθεί σημειωτέον κάτι αντίστοιχο με τον Φίλιπ] ο οποίος διαπιστώνει μες στην απελπισία του ότι δεν είναι καλύτερος από τους άλλους. Η Ελίζαμπεθ, συγκρούεται άγρια με τον Ντέξτερ, παλιό της ανεκπλήρωτο φοιτητικό πόθο, αλλά ως διανοούμενη υψηλού επιπέδου διατηρεί την συνειδητά φεμινιστική αυτοκυριαρχία και το στυλ της. Και ο μεγάλος αδελφός προστατεύει και καθοδηγεί τον προβληματικό μικρό σε μια δυο καθοριστικά συγκινητικές στιγμές.
Όλα στην αφήγηση είναι ρευστά, οι οπτικές γωνίες μεταβαλλόμενες, οι ηθικές αξίες υπό διαπραγμάτευση, ενώ η ζωή των πρωταγωνιστών ενέχει δράματα και απρόσμενη ομορφιά που απεικονίζεται με αποχρώσεις, λάμψεις, σιωπές, εντελώς αιφνιδιαστικά χρονικά άλματα, φευγαλέες εντυπώσεις, τολμηρό σκηνικό μοντάζ και πλήθος αγνώστων παραμέτρων. Φερ’ ειπείν, δεν γνωρίζουμε σχεδόν τίποτα για το «βιογραφικό» των εμπλεκομένων -ούτε καλά καλά για το πώς βγάζουν το ψωμί τους- και καλούμαστε να γεμίσουμε μόνοι μας τα κενά, όπως ας πούμε γίνεται σε μια σύνθεση όπου η μουσική συμπληρώνει όσα εμπρόθετα δεν θέλει να επεξηγήσει ο στίχος. Συνάγουμε ωστόσο ότι όλοι λίγο πολύ [ακόμη και το άτυχο παιδί] έχουν κάποια σχέση με τη μουσική, ότι είναι καλλιεργημένοι γόνοι μεσοαστών προπατόρων, τους οποίους ωστόσο έχουν αμφισβητήσει στο πλαίσιο των εναλλακτικών κινημάτων των δεκαετιών του ‘70 και του ’80. Κατά τα λοιπά έχουμε επεισόδια και αποσπασματικές, μικρές στιγμές, κάτι σαν χαρακιές ή ρωγμές στην επιφάνεια της πραγματικότητας, ενώ επιθυμίες και όνειρα εναλλάσσονται σε μια διαρκή αλλαγή στην εστίαση. Η απαστράπτουσα γλώσσα της συγγραφέως είναι σκληρή και ωμή [λ.χ., στα ερωτικά δείχνει μια εύστοχη ελευθεροστομία ασυνήθιστη σε άλλες σημαντικές γυναίκες ομοτέχνους της].
Θα αντέξουν άραγε οι ήρωες σε όλη αυτή τη ρευστότητα; Δεν αποκλείεται η σταθερότητα να μην είναι παρά μια ψευδαίσθηση, κάτι που παίρνει το σχήμα των επιθυμιών μας, μας αφήνει να υποθέσουμε η Έλεν Γκάρνερ. Η Αθίνα βέβαια θα επιστρέψει, όπως είπαμε, στο σπίτι ύστερα από την ερωτική της παράκαμψη. Μετά την κάθαρσή της [μεταφορική και πραγματική] διαβάζουμε σε μορφή τετελεσμένου μέλλοντος ότι «κάποιος θα βάλει νερό στην τσαγιέρα να βράσει» ή ακόμη ότι «θα ονειρεύεται τον Φίλιπ…. αναζητώντας τον σε άδεια δωμάτια, που οι ένοικοί τους τα έχουν μόλις εγκαταλείψει, αφήνοντας πίσω τους ζεστά μαξιλάρια, και ηλιόλουστα πατώματα και ταραγμένο αέρα». Επίσης ότι «Τα ρούχα στο σκοινί θα στεγνώσουν σε σχήματα άκαμπτα που θα ξαναπαίρνουν τη μορφή τους μόλις τ’ αγγίζεις». Τέλος, το σημαντικότερο ίσως, ότι «ο Ντέξτερ θα καθίσει στην άκρη του κρεβατιού για να δέσει τα σανδάλια του, και η Αθίνα θα τον πλησιάσει από πίσω και θ’ ακουμπήσει το κεφάλι της στο γόνατό του, κι εκείνος θα πάρει το κεφάλι της στα χέρια του και θα το κρατήσει σφιχτά».

Η συγχώρεση θα έχει δοθεί και η λύτρωση με κάποιο τρόπο θα έχει έρθει.

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: