Βλ. και Χάρτης#84
______________
…δεν θα τους αφήσω ποτέ στον κόσμο ετούτο ούτε για μια στιγμή «ακτήμονες»...*
_______________
Αναπάντεχος πλούτος περιμένει όσους θελήσουν να διαβάσουν τα «Κείμενα για πρόσωπα, γεγονότα, ημέρες» του ποιητή Γιώργου Μαρκόπουλου, που στεγάζονται κάτω από τον τίτλο Σε πλάγιο φωτισμό. Πυκνοκατοικούνται οι διακόσιες είκοσι σελίδες του βιβλίου αυτού από πρόσωπα που έπαιξαν μεγάλο ή μικρότερο ρόλο στην πνευματική ιστορία της Ελλάδας του 20ού και των αρχών του 21ου αιώνα. Πρόσωπα διάσημα, γνωστά, άγνωστα, λησμονημένα, ποιητών και εικαστικών κυρίως, αλλά και εκδοτών, βιβλιοπωλών, διευθυντών λογοτεχνικών περιοδικών, ηθοποιών, σκηνοθετών, μουσικών, κριτικών, ερευνητών και άλλων. Ενδιαμέσως βρίσκει κανείς και κείμενα πιο προσωπικά: για τα παιδικά χρόνια του ποιητή στη Μεσσήνη (1951-65), για τα εφηβικά και νεανικά χρόνια του στην Αθήνα της δικτατορίας των Συνταγματαρχών και του Πολυτεχνείου, για τα ώριμα χρόνια της Μεταπολίτευσης, για το ποδόσφαιρο, τον αγαπημένο του πατέρα, τους κάθε είδους βασανισμένους συνανθρώπους μας (Έλληνες και ξένους μετανάστες, φτωχούς, σεξουαλικά κακοποιημένους, ερωτικά πληγωμένους, αρρώστους, μόνους).
Δεν είναι όμως μόνο η πραγματολογική αξία και τα δώρα του αρχείου της μνήμης ενός διακεκριμένου μέλους της Γενιάς του 1970 που κάνουν αξιανάγνωστο το βιβλίο· είναι και ο ελκυστικός τρόπος γραφής και η ειδολογική του υβριδικότητα, καθώς ο Μαρκόπουλος αναμιγνύει για πρώτη φορά στο ίδιο βιβλίο την ποίηση, την πεζογραφία, την ημερολογιακή γραφή, την αυτοβιογραφία, τα επικήδεια και επιμνημόσυνα κείμενα, τη λογοτεχνική και εικαστική κριτική.
ΠΟΙΗΤΗΣ-ΠΕΖΟΓΡΑΦΟΣ
Ο Μαρκόπουλος είναι ποιητής στον πεζό λόγο του και, ενίοτε, αφηγητής-πεζογράφος στην ποίησή του.1 Ως πεζογράφος ξεκίνησε τη συγγραφική πορεία του, καθώς στην πρώτη Λυκείου θέλησε να εκδόσει, όπως μαρτυρεί, «κάτι ψευτοδιηγηματάκια που έγραφε», αλλά επειδή τα χρήματα δεν έφταναν, ο τυπογράφος τού σύστησε να στραφεί στην ποίηση, που κόστιζε λιγότερο.2 Οι πρώτες αναγνώσεις του ήταν οι απολογίες φονιάδων στις εφημερίδες του ’50 και του ’60 και το πρώτο βιβλίο που απόκτησε η Ανθολογία ελληνικού διηγήματος 1900-1963. Όπως εξομολογείται σε συνέντευξή του:
Η πεζογραφία ήταν και παραμένει μόνιμη και πολύ μεγάλη μου αγάπη. Και ακόμη και τώρα, επιχειρώ με κάθε τρόπο να την πλησιάσω. Βλέπω όμως τις δυσκολίες, υποχωρώ, και έτσι παραμένω σαν ένα παιδάκι που βάζει το πόδι του στην όχθη του ποταμού, καταλαβαίνει πως τα νερά είναι βαθιά, τρομάζει και ξαναγυρίζει, ως εκ τούτου, πίσω.3
Επιτρέπει, όμως, ο ποιητής στον εαυτό του αρκετές πεζογραφικές ανάσες, είτε περιλαμβάνοντας μικροδιηγήματα και νανοδιηγήματα στις δύο τελευταίες ποιητικές συλλογές του (Μη σκεπάζεις το ποτάμι, 1998, και Ο κρυφός κυνηγός, 2010), είτε δημοσιεύοντας κατά καιρούς στον Τύπο αφηγηματικά κείμενα υψηλής συγκινησιακής θερμοκρασίας για ποικίλα περιστατικά της ζωής του (κείμενα που συστέγασε στο βιβλίο του Ιστορικό κέντρο το 2005), είτε προσφέροντάς μας, το 2025, το βιβλίο του Σε πλάγιο φωτισμό, επίσης αποτελούμενο από δημοσιεύματά του στον Τύπο στη διάρκεια μισού αιώνα. Αρκετές παιδικές κι ερωτικές αναμνήσεις που καταγράφονται σε αυτές τις σελίδες θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν μικροδιηγήματα – πόσο ωραία δοσμένες είναι, για παράδειγμα, η αμηχανία και η θλίψη της τελευταίας συνάντησής του με αγαπημένη ερωτική σύντροφο την περίοδο της στράτευσής του στην Τρίπολη! (σ. 106-108) Αλιεύει κανείς και αρκετά νανοδιηγήματα, όπως:
Η αγωνία του τυφλού που ψάχνει στη ντουλάπα προτού κοιμηθεί, ενώ οι άλλοι δίπλα γλεντούν, ψάχνει για το ρεβόλβερ και πιάνει όλο μαντίλια (σ. 80)
ή:
Κρύο πολύ κάνει σήμερα! Ψαρόσουπα για τους πλουσίους. Πατσάς για τους μεσαίους. Φασολάδα για τους φτωχούς. Και φακές, φακές για τους ενοχικούς! (σ. 177)
Αρκετές φορές το όριο ανάμεσα στην ποίηση και την πεζογραφία είναι δυσδιάκριτο. Πού να ενταχθεί ειδολογικά το θαυμάσιο κείμενο που απηχεί τολμηρές ερωτικές στιγμές της Ενδοχώρας του Ανδρέα Εμπειρίκου και, κυρίως, την εικαστική μεταφορικότητα της υπερρεαλιστικής «Ελεωνόρας» του Νίκου Εγγονόπουλου;
Οι γλουτοί της δυο μαντολίνα – Φοίβη Κ., ετών δεκαέξι – πλάι το ένα κρεμασμένα στο άλλο· τα στήθη της κουτάβια σπιρτόζικα που το γάλα, προβλέποντας την ανδρειοσύνη τους, τα ταΐζω, και άρνηση μωρού σε κάθε προτροπή μου η άρνησή της, πεισματική.
Έξω από το σπίτι μου την αφήνω τη Φοίβη απόψε. Ο περαστικός να την κοιμηθεί ας έρθει (σ. 103-04).
Η ΛΑΤΡΕΙΑ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ
Ο σεβασμός, ο θαυμασμός, η λατρεία του Μαρκόπουλου για τις γυναίκες αναδύεται από όλα τα βιβλία του. Ένας «Ύμνος δοξαστικός για τις γυναίκες π’ αγαπούμε», για να θυμηθούμε το ποίημα του προσφιλούς του Εγγονόπουλου, τεχνουργείται συχνά στους στίχους και στα πεζά του. Σχολιάζοντας, στο Σε πλάγιο φωτισμό, πίνακες του Κωνσταντίνου Ράμμου, βρίσκει την ευκαιρία να μιλήσει για τη γυναίκα σε ένα κείμενο που ειδολογικά θα μπορούσε να θεωρηθεί ποίηση σε μορφή verset, με χωνεμένες, και πάλι, μνήμες από την «Ελεωνόρα»:
Μια γυναίκα κοιμάται και είναι το σώμα της βιολοντσέλο που στέλνει στ’ αυτιά μας μια γλυκιά μουσική. [...]
Μια γυναίκα κοιμάται, και είναι κόκκινη σαν φωτισμένο, βράδυ του καλοκαιριού μετά το παιχνίδι, περίπτερο του ’60.[...]
Μια γυναίκα κοιμάται, και στον ουρανό του ύπνου της μέσα ανεμόπτερα τρέχουν, ασταμάτητα τρέχουν.
Μια γυναίκα κοιμάται, και δεν πρέπει, σας παρακαλώ, να της μιλάτε, δεν πρέπει.
Διότι δεν ξυπνούν, δεν ξυπνούν τις θεές! (σ. 88-89)
Γράφοντας για τη ζωγραφική του Ανδρέα Δεβετζή, ο Μαρκόπουλος αφήνει και πάλι ελευθερες την οπτική φαντασία και τη μεταφορική του επινοητικότητα σε ένα κείμενο έτοιμο να λύσει το νήμα του πεζού λόγου και να πετάξει σαν χαρταετός:
Είναι μόνες συνήθως οι γυναίκες αυτές, αποτρόπαια μόνες, και ας φαίνονται ξέγνοιαστες. Το πρόσωπό τους σαν έπαυλη υπέρλαμπρη συχνά φαντάζει, πλην όμως, κανείς δεν μένει, κανείς δεν φαίνεται να μένει πίσω από τα «τζάμια τα μάτια» της θα έλεγα, χρησιμοποιώντας μια δικής μου έμπνευσης έκφραση. Οι ρώγες του στήθους τους πετρούλες για σφεντόνα μικρού μοιάζουν, που πέφτουν, χωρίς να το καταλάβει, από την τσέπη του, νευριασμένος γιατί όλο το απόγευμα δεν χτύπησε, στην εξοχή, τίποτα (σ. 162).
Κι ακόμη, ο ποιητής ευγνωμονεί τον Πέτρο Ζουμπουλάκη για το γεγονός ότι οι «μοναδικοί» πίνακές του
όπου από ένα χάλκινο όργανο αφημένο στο ακροθαλάσσι αναδύεται μια γυναίκα ολόγυμνη, διάφανη, και ανεβαίνει όλο και πιο ψηλα, όλο και πιο ψηλά προς το όνειρο, προς τον ουρανό [...] μου διδάσκουν, καθότι με πηγαίνουν εκεί που μόνος μου δεν είμαι ικανός να πάω, να προσέχω ως κάτι πολύτιμο, να προσέχω όλο και πιο πολύ τις γυναίκες. (σ. 178)
ΟΣΜΩΣΕΙΣ ΤΕΧΝΩΝ
Εκτός από το να συμπλέκει είδη λόγου και να ισορροπεί στην κόψη πεζογραφίας και ποίησης, ο Μαρκόπουλος του βιβλίου Σε πλάγιο φωτισμό βιώνει ευφορικά την όσμωση της λογοτεχνίας με τη ζωγραφική και τη φωτογραφία. Προσεγγίζει την εικαστική τέχνη ενός πλήθους καλλιτεχνών (Γιώργου Πανουτσόπουλου, Φαίδωνα Πατρικαλάκη, Δημήτρη Γέρου, Κωνσταντίνου Ράμμου, Στέλιου Λύτρα, Γιάννη Στεφανάκη, Νίκου Οικονομίδη, Νίκου Παναγιωτόπουλου, Σπύρου Κούκου, Ανδρέα Δεβετζή, Πέτρου Ζουμπουλάκη, Μιχάλη Μανουσάκη, Νίκου Στασινάκη), όχι με την απόσταση του τεχνοκριτικού αλλά ως εραστής των χαρακτικών, των λιθογραφιών, των ξυλογραφιών, της τέμπερας, του λαδιού, του κάρβουνου, της μεταξοτυπίας, που εισχωρεί, με την ευαισθησία και τη φαντασία του, στο έργο τέχνης και μας δίνει μια σειρά από παλλόμενες «εκφράσεις»:
Στις Αποθήκες μια γυναίκα φιγουράρει μόνη στο έργο, ανάμεσα σε κτίρια και σε ένα λιμάνι, το λιμάνι του Πειραιά. Είναι αλαφιασμένη, και αυτό φαίνεται χάρη στη μεγάλη, την πολύ μεγάλη ικανότητα του Σπύρου Κούκου να μας δείχνει τα πράγματα μέσα από τις κινήσεις του σώματος [...] Είναι αλαφιασμένη, είπα, σαν να την έχουν διώξει από κάπου και τώρα, καθώς έτρεχε σαν αγρίμι κυνηγημένο, σταματάει απότομα, γιατί μπροστά της, στο ένα μέτρο, βλέπει, υπάρχει η θάλασσα, το νερό, και θα πνιγεί. Το πρόσωπό της είναι λευκό, εφιαλτικά λευκό, και το στόμα της τελείως μα τελείως κλειστό· και η γλώσσα μέσα του, αν προσπαθήσει κάποιος, υποθέτω, να τη φιλήσει, παιδίσκη θα ανακαλύψει πως είναι η γλώσσα της, παιδίσκη επτάμισι χρονώ, που μαζεύει άνθη σε λιβάδι, ώσπου ξάφνου τραβιέται, γιατί στο βάθος τον λύκο, τον λύκο βλέπει. (σ. 133)
Στα έργα τέχνης ο Μαρκόπουλος αναζητά αυτό που αισθάνεται ως ποιητική ουσία («η ποίηση –μην το ξεχνάμε αυτό ποτέ– η ποίηση υπάρχει διάχυτη ως ευλογία παντού» λέει μιλώντας για το εικαστικό έργο του Γιάννη Στεφανάκι, σ. 90), γι’ αυτό και ορισμένοι πίνακες ανακαλούν στη μνήμη του ποιήματα ομοτέχνων του ή και δικά του, τα οποία και παραθέτει αντί άλλου σχολίου. Συχνά, εξάλλου, ασχολείται με ζωγραφιές που «εικονογραφούν» ποιήματα ή και ποιητές (του Κούκου, του Οικονομίδη, του Δεβετζή, του Πετρόπουλου) – συνεπώς έχουμε να κάνουμε με «εκφράσεις» αμφίδρομες: της ζωγραφικής για την ποίηση και, αντιστρόφως, της ποίησης και του πεζού λόγου του Μαρκόπουλου για τη ζωγραφική. Έτσι, για παράδειγμα, ο ποιητής μάς λέει ότι ο Σπύρος Κούκος εμπνεύστηκε τον πίνακά του «Το φιλί» από το ομότιτλο ποίημα του Γιάννη Βαρβέρη (σ. 133), και, από την άλλη μεριά, το πορτρέτο μιας γυναίκας καθαρίστριας του ίδιου εικαστικού ανακαλεί στη μνήμη του το ποίημα του Ρίτσου «Μια γυναίκα από άνεμο» (σ. 132).
ΤΟ ΠΛΑΓΙΟ ΒΛΕΜΜΑ
Για τον τίτλο «Σε πλάγιο φωτισμό» εξηγεί ο ποιητής σε συνέντευξή του στον Αντώνη Μποσκοΐτη:
Ο τίτλος βγήκε από μια απάντηση που είχα δώσει σ’ έναν φίλο από τηλεφώνου. Με ρώτησε: «Ο Γιώργος Μαρκόπουλος ο ποιητής;» κι εγώ, που κατάλαβα τη φωνή του, απάντησα: «Εγώ δεν είμαι ποιητής, είμαι πλανόδιος φωτογράφος με μηχανή το μάτι μου». Μπορεί να το είπα έτσι, αλλά το ποιητικό μου ψωμάκι το κερδίζω γυρνώντας έξω στους δρόμους και συλλέγοντας με το ματάκι μου εικόνες από τη ζωή. Όσες είναι ποιητικές τις περνάω στην ποίησή μου. Έτσι, από τον «πλανόδιο φωτογράφο» προέκυψε το «Σε πλάγιο φωτισμό».4
Όπως συνηθίζει στις συνεντεύξεις του, ο Μαρκόπουλος είναι και εδώ παιγνιώδης και υπανικτικός. Δεν μας λέει γιατί επέλεξε ως τίτλο τον «πλάγιο» φωτισμό, αντί για τον μπροστινό τον οπίσθιο ή τόσα άλλα είδη φωτισμού που διαθέτει η τέχνη της φωτογραφίας. Κι ωστόσο, πρόκειται για μια σημαίνουσα επιλογή, καθώς ο πλάγιος φωτισμός (side lighting), τεχνική όπου η πηγή του φωτός τοποθετείται στο πλάι του θέματος, αναδεικνύει ιδανικά την υφή και τις λεπτομέρειες ενός προσώπου, ενός τοπίου κ.ά. και προσδίδει βάθος και δραματικότητα στην εικόνα, καθώς δημιουργεί ισχυρές αντιθέσεις μεταξύ φωτός και σκοταδιού. Τα γνωρίσματα αυτά διακρίνουν πράγματι τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζει ο Μαρκόπουλος τα θέματα που περιγράφει. Ας δούμε τα σχόλιά του για μια φωτογραφία του εικαστικού Δημήτρη Γέρου:
Πού πηγαίνουν άραγε αυτοί οι δύο άνθρωποι της φωτογραφίας που με τόση ευαισθησία τράβηξε ο Δημήτρης Γέρος; [...]
Ω μαγικό χέρι του φωτογράφου, πώς ξέρεις να σμίγεις τα έξω με τα μέσα μας τοπία! Συσπάσεις αόρατες ψυχών, κατερειπώσεις υφέρπουσες κτισμάτων αλλά και φθινόπωρα, μέσ’ απ’ τα ρούχα, κορμιών πώς ξέρεις να σμίγεις.
Ω μαγικό χέρι του φωτογράφου! Χαμηλώνεις την αλαζονεία του φωτός. Μετράς τον κόσμο με ίσκιους και εμπλέκεις τον ήλιο στις φόδρες, στις φόδρες του θανάτου. (σ. 67)
Έρχεται στον νου η κορυφαία εικόνα του Ανδρέα Κάλβου, που ο ποιητής βάζει στο στομα της νεκρής μητέρας του στην «Ωδή εις θάνατον»: «Ο ήλιος κυκλοδίωκτος, / ως αράχνη, μ’ εδίπλωνε / και με φως και με θάνατον / ακαταπαύστως». Μάστορας των φωτοσκιάσεων είναι κάθε καλός ποιητής, είναι και ο ποιητής και πεζογράφος Γιώργος Μαρκόπουλος, που στο νέο βιβλίο του, μιλώντας για εκλιπόντες φίλους και ομοτέχνους, πετυχαίνει συχνά ό,τι κατά την εκτίμησή του κατορθώνει στις ακουαρέλες του με τα παλιά σπίτια της Μεσσήνης ο συντοπίτης του εικαστικός Νίκος Παναγιωτόπουλος: «να λάμπει θριαμβευτικά η ματαιότητα του κόσμου [...] η ζοφερή και τρομερή επικυριαρχία του φοβερού των ανθρώπων, του φοβερού των ανθρώπων τέλους να λάμπει» (σ. 122).
Υπάρχει κι ένας άλλος τρόπος να ερμηνεύσει κανείς το τίτλο «Σε πλάγιο φωτισμό»: η ματιά του ποιητή είναι συχνά πλάγια, «λοξή», έκκεντρη. Αρθρώνοντας, ας πούμε, το ποιητικό credo του, παραθέτει καταλογάδην μια σειρά από ευρηματικές, απρόσμενες εικόνες, που διόλου δεν θυμίζουν δοκιμιακή γραφή, αλλά πετυχαίνουν δραστικά το προσδοκώμενο αποτέλεσμα. Παραθέτω την πιο αγαπημένη μου, που δείχνει ότι η ικανότητά του Μαρκόπουλου να συμμερίζεται τον πόνο των άλλων δεν περιορίζεται στους ανθρώπους αλλά απλώνεται και στον φυτικό κόσμο:
Γράφω ποίηση γιατί πονώ στο κλάμα το βουβό της αγγουριάς κάτω από τ’ αστέρια, γιατί είναι η μόνη μάνα που βλέπει σε μια νύχτα να μεγαλώνουν, να χάνει τα παιδιά της (σ. 137).
Καθώς δεν έχω δει ποτέ μου αγγουριά, ανέτρεξα στο διαδίκτυο για να πληροφορηθώ ότι, πράγματι, συχνά παρατηρείται πρώιμη πτώση των ανθέων και των μικρών καρπών της αγγουριάς λόγω είτε υψηλών θερμοκρασιών, είτε λανθασμένου ποτίσματος, είτε έλλειψης μελισσών κλπ.
Πολύ συχνότερα, όμως, από ό,τι για τα φυτά, χρειάζεται να αναζητήσει κανείς πληροφορίες για τα πρόσωπα που παρελαύνουν στο βιβλίο του Μαρκόπουλου. Γιατί ο ποιητής αγαπά ιδιαίτερα τους λησμονημένους, τους αδικημένους, τους αγνοημένους, και τα πορτρέτα που τους φιλοτεχνεί είναι λιγότερο πληροφοριακά και περισσότερο ειδωμένα με ματιά αντισυμβατική. Ποιος είναι, ας πούμε, ο ποιητής Ζώης Μανάρης, του οποίου την είδηση του θανάτου πένθησε ο Μαρκόπουλος με τον δικό του ιδιαίτερο τρόπο;
«Περιπλανηθήκαμε με τις ώρες ώσπου να βρούμε το νεκροταφείο», με πληροφόρησε στο τηλέφωνο ο Καραβασίλης. Κατέβασα το ακουστικό και βγήκα στο μπαλκόνι μου τότε, κοιτάζοντας στο βάθος του δρόμου, και τον φαντάστηκα τον Ζώη, αλαφροπάτητο, να περνάει. «Χαθήκαμε, Γιώργο», μου φώναξε, «χαθήκαμε», και η φωνή του έσπασε σαράντα κομμάτια στον αέρα.
Όπως σπάζει κρύσταλλο πόρτας βαρύ, σπιτιού ερημικού, σε κοντινή, πλην όμως παρ’ όλα αυτά απόσταση ακαθόριστη και ώρα περίεργη, μουντή, ασαφή (σ. 54).
Και ποιος είναι ο ομότεχνος Στάθης Πρωταίος, για τον οποίο το μόνο που διαβάζουμε είναι το πώς απολάμβανε, στο καφενείο, με τη «δική του, περίεργη γαλήνη» τον καφέ του, μέχρι να αποχωρήσει
με βήμα αργό, διακριτικά και αθόρυβα.
Όπως διακριτικά και αθόρυβα έζησε και ολόκληρη τη ζωή του άλλωστε ο Στάθης, ο Στάθης Πρωταίος! (σ. 58-59)
Αναζήτησα κι έμαθα για τους ποιητές αυτούς ενδιαφέροντα πράγματα, που δεν χρειάζεται να αναφερθούν εδώ, καθώς οι αναγνώστες του βιβλίου του Μαρκόπουλου είναι προτιμότερο να διανύσουν ο καθένας την προσωπική του διαδρομή. Να θέσουν τα δικά τους ερωτήματα και να ανακαλύψουν τις δικές τους απαντήσεις.
«ΤΡΥΦΕΡΟ ΜΝΗΜΟΝΟΣΚΟΠΙΟ»
Ο Μαρκόπουλος χαρακτηρίζει συχνά την ποίηση «τρυφερό μνημονοσκόπιο». Στο βιβλίο του Σε πλάγιο φωτισμό το επαναλαμβάνει, συνδέοντας την ιδιότητα αυτή της ποιητικής τέχνης με το προσωπικό χρέος του να μην αφήσει «ποτέ στον κόσμο ετούτο ακτήμονες ούτε για μια στιγμή» όσους εκλεκτούς ανθρώπους του χάθηκαν (σ. 198). Είναι κυρίως στον πεζό λόγο του, όμως, που αποτίει το χρέος του προς τους αγαπημένους νεκρούς, ενώ δεν λείπουν και καταθέσεις για ανθρώπους που ζουν ακόμη. Τα περισσότερα εγκώμια που φιλοτεχνούνται στο βιβλίο αυτό αφορούν ομοτέχνους και καλλιτέχνες γενικότερα, καθώς και φίλους, συμμαθητές, συγγενείς. Μια παρατήρηση για τον συμπατριώτη του εικαστικό Νίκο Στεφανάκη ταιριάζει απόλυτα και στον ίδιο τον Μαρκόπουλο:
Στην καρδιά του, ένα μικρό έχει κηπάκι, με άνθη και μυριστικά, το οποίο σε προσφιλείς μας τεθνεώτες, για να βγαίνουν εκεί με τις καρεκλίτσες τους το απόγευμα, το παραχωρεί, για να βγαίνουν εκεί και να λιάζονται (σ. 214).
Ο ποιητής εγκωμιάζει πρωτίστως τον χαρακτήρα των επιλεγμένων συνανθρώπων του και δευτερευόντως το έργο τους (για το οποίο μιλά σε άλλα βιβλία του, που θα αναφερθούν στη συνέχεια). Τον ενδιαφέρει το αποτύπωμα της προσωπικής επαφής του μαζί τους, κι ακόμη, η ζωή τους και ο θανατός τους – η βαθιά αίσθηση απώλειας που σηματοδοτεί ο χαμός τους. Όταν υμνεί γυναίκες συχνά υπογραμμίζει τον συνδυασμό εσωτερικής και εξωτερικής ομορφιάς, όπως στις περιπτώσεις της εκδότριας του Κέδρου Νανάς Καλλιανέση:
Μόλις την αντίκρισα [το ’68 ή το ’69] έμεινα άφωνος μπροστά στη θωριά, στο αργοκίνητο, αριστοκρατικό βάδισμά της, μπροστά στην εκπέμπουσα ένα ιδιαίτερο φως μειλιχιότητα, μπροστά στο –σαν να είχε βγει κατευθείαν από τη μυθολογία– υπέροχο εκείνο ελληνικό κεφάλι (σ. 68-69).
και της ηθοποιού Αγγελικής Ελευθερίου:
Θαύμαζα τη σπουδαία Αγγελική, το γήινο και ανεπιτήδευτο πρόσωπό της, ίδιο σαν άγαλμα που το έβγαλαν ψαράδες από την αιγαιοπελαγίτικη θάλασσα, την προσήνεια, την πραότητα, την καλοσύνη, την αυτοπεποίθηση, το αγέρωχο παράστημα του κορμιού της, την τρυφερότητα με την οποία σε κοιτούσε σαν να σε είχε μικρότερο αδερφό, την αθωότητά της και τη θαμπή λάμψη του προσώπου της – ένα πρόσωπο και ένα δέρμα σταρόχρωμο αρχαιότητας (σ. 143-144).
Όταν γράφει για μια γυναίκα πολιτικό, την υφυπουργό Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών ασφαλήσεων (1985-86) Ρούλα Κακλαμανάκη, στο γραφείο της οποίας για ένα διάστημα εργάστηκε, ο Μαρκόπουλος πλειοδοτεί σε επαίνους για να δείξει ότι μπορεί –ότι επιβάλλεται– να έχει η πολιτική ένα βαθιά ανθρώπινο πρόσωπο, ιδίως απέναντι στους πολίτες που έχουν τη μεγαλύτερη ανάγκη. Σταχυολογώ:
Μου δόθηκε η ευκαιρία να γνωρίσω από κοντά όλες τις αρετές της μεγαλειώδους αυτής ψυχής: την ταπεινοφροσύνη της, την κατανόηση, τη μειλιχιότητα, τη δύναμη της καρδιάς, την αξιοπρέπεια, το αίσθημα δικαιοσύνης που έντονα τη διέκρινε, την αφιλοκέρδεια, την ευθυκρισία, το θάρρος της γνώμης, την παρρησία ακόμα και όταν αυτά που έλεγε δεν ήταν προς το συμφέρον της, αλλά και την έμφυτη αθρωπιά της. [...] Ανθρωπιά απέναντι στους ανασφάλιστους, στους άνεργους και, κυρίως –αυτή η εθνική πράξη δεν πρέπει ποτέ να ξεχαστεί– απέναντι στους πολιτικούς πρόσφυγες (σ. 128-129).
Ας δούμε και πόσο λεπτά προσεγγίζει ο Μαρκόπουλος τον χαρακτήρα ξεχωριστών ομοτέχνων του, όπως ήταν για παράδειγμα ο Μιχάλης Κατσαρός:
Ήταν άνθρωπος εξαιρετικά ευγενής, υπέρ το δέον αξιοπρεπής μέσα από τα συνήθως παλαιάς μόδας τριμμένα ρούχα του, και τον διέκρινε σπάνιο, λεπτότατο χιούμορ, μια καλπάζουσα φαντασιοπληξία [...] Σκάρωνε πολύ ωραία, ποιητικότατα όσο και τρυφερά αστεία. [...] Υπήρξε πάνω απ’ όλα ως άτομο ένα αγέρωχο, ατίθασο αεράκι, για τρεις δεκαετίες τουλάχιστον, στην πόλη μας (σ. 76-77).
και όπως είναι, ακόμη, ο Γιώργος Χ. Θεοχάρης:
Ένας φλογερός νέος, αλλά και εξόχως προσηνής. Ένας επαναστατημένος, αλλά και μια ύπαρξη με καρδιά τριανταφυλλένια. Ένας τύπος ονειροπόλος, ορμητικός, αλλά και ένας άνθρωπος που ήσουν σίγουρος ότι στην ψυχή του είχε χτίσει την κεντρική κατοικία της η καλοσύνη και μόνο η καλοσύνη (σ. 139).
ΣΥΝΤΕΧΝΙΑΚΗ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΚΑΙ ΧΡΟΝΙΚΟ ΕΥΓΝΩΜΟΣΥΝΗΣ
Η συντεχνιακή αλληλεγγύη του Μαρκόπουλου είναι ασυνήθιστα μεγάλη. Βιβλία επί βιβλίων έχει γράψει και συνεχίζει ακόμη να γράφει για τους ομοτέχνους του. Τα δύο βιβλία του με τίτλο Εκδρομή σε άλλη γλώσσα, που παρουσιάζουν το έργο των μεταπολεμικών ποιητών και των συνοδοιπόρων του της Γενιάς του ’70,5 θα ακολουθήσει σύντομα ένα τρίτο, αφιερωμένο σε πολλές γενιές δημιουργών και φτάνοντας ώς τις μέρες μας – «πλησιάζω τα κείμενα με το δικαίωμα του ποιητή και όχι του κριτικού» λέει σε συνέντευξή του με τη γνωστή του σεμνότητα, συμπληρώνοντας ότι θεωρεί την «εκδρομή του στην άλλη γλώσσα» ένα «βαθύτατο όργανο αυτογνωσίας για τη δική του ποίηση».6 Ξεχωριστά βιβλία, εξάλλου, έχει γράψει για τον Τάσο Λειβαδίτη, τον Γιάννη Βαρβέρη, τον Κώστα Παπαγεωργίου, τον Αντώνη Φωστιέρη, τον Λευτέρη Ιερόπαι.7
Το Σε πλάγιο φωτισμό αποτελεί ένα ακόμη τεκμήριο μιας τέτοιας αλληλεγγύης, καθώς ο ποιητής μιλάει ελάχιστα για τον εαυτό του και αναδεικνύει κυρίως τους άλλους: ανθρώπους που θαύμασε, που αγάπησε, που με ποικίλους τρόπους συναναστράφηκε και απέναντι στους οποίους νιώθει βαθιά ευγνωμοσύνη, που δεν φείδεται σε κάθε ευκαιρία να εκφράσει. Πόσοι ποιητές θα ομολογούσαν με τέτοια θέρμη και αναλυτικότητα τις λογοτεχνικές επιδράσεις τους;
Η πρώτη συλλογή μου είναι εμφανέστατα επηρεασμένη από τους Σεφέρη, Ελύτη, Ρίτσο και Λόρκα. Η δεύτερη από τους Πούλιο, Γκίνσμπεργκ, Φερλινγκέτι, Μαγιακόφσκι, και λοιπά, και λοιπά. Η τρίτη κυρίως από τον Γκόρπα. Η τέταρτη –και πιο αγαπημένη μου– Οι πυροτεχνουργοί, από πολλούς μα πάρα πολλούς Έλληνες της πρώτης και της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς, όπως και όλες οι επόμενες [συλλογές μου] μέχρι και σήμερα. Ποιητές τους οποίους γνώρισα και προσωπικά με μάγεψαν και τους λάτρεψα και ωφελήθηκα καθοριστικά, όσον αφορά τα γραπτά και το ήθος μου, από τη συναναστροφή μου μαζί τους (σ. 197).
Δεν περιορίζονται όμως μόνο στην τέχνη του οι οφειλές του Μαρκόπουλου· επεκτείνονται σε όλους τους τομείς της ζωής του. Ευγνωμοσύνη νιώθει προς τον πατέρα του για την αγάπη και την αταλάντευτη στήριξή του:
Απαγγελία ποιημάτων στο δημοτικό, όπου τα είχα χάσει και μπέρδεψα τους στίχους, γι’ αυτό και μου δίνει ένα φιλί που πιο δυνατό και από τόσο βάθος καρδιάς σε λυπημένο άνθρωπο δεν είχε δοθεί, μου φαίνεται, ποτέ (σ. 64).
Ευγνωμοσύνη προς τον στενό οικογενειακό φίλο Στέφανο Μυτιληναίο:
Πώς να γράψεις για τη μέριμνά του –χωρίς ποτέ να το δείχνει– για τη χαρά σου, για την ποιότητα ζωής σου και για τις εκάστοτε δουλειές που σου έβρισκε – μου έβρισκε, καθότι ανώτατο υπαλληλικό στέλεχος της Εθνικής Τραπέζης, έτσι ώστε να μπορώ να βοηθώ και εγώ το σπίτι μου και τον εαυτό μου (σ. 154).
Ευγνωμοσύνη προς τον συμμαθητή και αδερφικό φίλο του Μιχάλη Μαζαράκη για τη μύησή του, την περίοδο της εφηβείας, στη μουσική του Θεοδωράκη, του Χατζιδάκι, του Νέου Κύματος, κι αργότερα στις αθηναϊκές μπουάτ, αλλά και για την επί δεκαετίες συντροφικότητά του (σ. 186-188).
Ευγνωμοσύνη. Προς όλους και όλα όσα αξίζουν...
ΑΝΘΟΛΟΓΩΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΑΓΑΠΗΜΕΝΟΥΣ:
Δείγμα συντεχνιακής αλληλεγγύης και φόρος τιμής στη μητέρα-Ποίηση είναι οι ποιητικές ανθολογίες που έχει εκπονήσει ο Μαρκόπουλος: τόσο η ανθολογία ποιημάτων για το ποδόσφαιρο,8 όσο και τα Ποιήματα που αγαπήσαμε, που επέλεξε σε συνεργασία με τον εκδότη Κωστή Νικολάκη, και τα οποία θεωρεί, με άκρα σεμνότητα, «το καλύτερο βιβλίο» του.9 Άτυπη ποιητική ανθολογία αποτελεί και το Σε πλάγιο φωτισμό: στις σελίδες του βρίσκει κανείς πολλά ποιήματα ομοτέχνων του, καθώς και λιγοστά του ίδιου του ποιητή. Πότε παραθέτει ποιήματα και ποιητικά αποσπάσματα που αφορούν ένα θέμα που τον απασχολεί (γαστρονομία, καρκίνος), πότε κλείνει ένα ποιητικό πορτρέτο που φιλοτεχνεί με ποίημα του τιμώμενου, όπως στις περιπτώσεις του Κατσαρού και του Βασίλη Ρώτα, πότε αναζητά τη συνδρομή ενός ποιήματος ομοτέχνου του για να εκφράσει ακριβέστερα κάποιο έντονο προσωπικό του συναίσθημα.10
Τίτλοι μιας συμπυκνωμένης ποιητικής ανθολογίας, μάλιστα, αναδύονται σε κάποιο όνειρο του Μαρκόπουλου διά στόματος της Κάτιας Λεμπέση (διαδόχου της Καλλιανέση στα ηνία του Κέδρου). Παραθέτω τη σχετική ονειρική καταγραφή, που είναι αξιοσημείωτη για την πρωτοτυπία της και για το πάθος που φανερώνει για την τέχνη της ποίησης:
Είδα στο όνειρό μου την Κάτια Λεμπέση, που τη χάσαμε ακριβώς πριν από έναν χρόνο, μοναχή στο γραφείο της, πνιγμένη ανάμεσα σε βιβλία, οπότε και τη ρώτησα: «Κάτια, τι κάνεις εδώ;». «Δεν βλέπεις τι κάνω;», μου είπε. «Διαβάζω ποιήματα τεθνεώτων του Κέδρου. Είναι συγκλονιστικά, είναι αριστουργηματικά, πίστεψέ με», κι αμέσως άρχισε να μου διαβάζει το Κουρείο του Γιάννη Ρίτσου. «Για άκουσε όμως κι αυτό», συνέχισε, του Ρίτσου και πάλι, με τον τίτλο Υαλογραφία λουτρού. Επίσης, πρόσεξε και τούτο, του Σαχτούρη, με τον τίτλο Η αποκριά». Αλλά και του Σινόπουλου, το «1» από το Γκρίζο φως· αυτό το εξόχως γήινα πονεμένο του Γκόρπα, το Περιστατικό στην οδό Σταδίου, το Σπήλαιο Κουτούκι του Κώστα Στεργιόπουλου [...] «Όλα βυθισμένα στη λύπη», είπε και σήκωσε το πρόσωπό της τη στιγμή εκείνη η Κάτια, και τα μάτια της είχαν γίνει τεράστια και βουρκωμένα, απόκοσμα βουρκωμένα, οπότε, κάνοντας κάποιες κινήσεις ιεροτελεστικές με τα χέρια της ενώ έψαχνε τη σελίδα, μου διάβασε, κλείνοντας τη συνάντησή μας αυτή, το ποίημα Ασφαλής κατεύθυνση του Τάσου Λειβαδίτη (σ. 151).
Ο Μαρκόπουλος παραθέτει ολόκληρο το ποίημα σε πεζό του Λειβαδίτη· η τελευταία φράση ισχύει στο ακέραιο και για τον ίδιο: «έπαιρνα από πίσω κάποιον απ’ τους νεκρούς μου κι έτσι έβρισκα πάντα το σπίτι μου...».
Η ΙΣΤΟΡΙΑ
Η Ιστορία δεν θα μπορούσε να απουσιάζει από ένα βιβλίο για «πρόσωπα, γεγονότα, ημέρες» που υπογράφει ένας ποιητής με την πολιτική ευαισθησία του Γιώργου Μαρκόπουλου. Σχολιάζοντας τη λογοτεχνική προσφορά του Βασίλη Ρώτα, παραθέτει αντιστασιακά ποιήματά του συνοδευμένα με θερμά σχόλια (τον ύμνο του στο ΕΑΜ, το «Μοιρολόγι σε δέντρο» για τον θάνατο του Δημήτρη Γληνού κ.ά.), χωρίς να ξεχνά και την «περίτεχνη», μη άμεσα πολιτική δημιουργία του (σ. 198-204). Ο Εμφύλιος επίσης αφήνει το ίχνος του στο βιβλίο: η γενέθλια Μεσσήνη Μεσσηνίας περιγράφεται ως «ένα μέρος όπου τα πάθη από τον Εμφύλιο όχι μόνο δεν είχαν κατευναστεί αλλά, αντίθετα, βρίσκονταν σε τρομερή έξαρση» (σ. 40) και ένα άτιτλο ποίημα του Μαρκόπουλου, που παρατίθεται στο βιβλίο χωρίς σχόλια, αφηγείται με υποβλητικό ρεαλισμό έναν ματαιωμένο γάμο «του Αγίου Γεωργίου ανήμερα, / το Πάσχα του 1949», καθώς ο γαμπρός δολοφονήθηκε λίγο πριν από τη γαμήλια τελετή (σ. 58).
Τα ιστορικά βιώματα που καθόρισαν τη ζωή του Μαρκόπουλου, ωστόσο, δεν αφορούν τη δεκαετία του ’40, τα ταραχώδη γεγονότα της οποίας εισέπραξε μόνο ως απόηχο, αλλά την επτάχρονη δικτατορία, τα γεγονότα του Πολυτεχνείου και τη Μεταπολίτευση. Παρά τον «σκοταδισμό που σκέπασε τα πάντα» με τη στρατοκρατία των Συνταγματαρχών (σ. 175), στη διάρκειά της ο ποιητής διαμορφώνεται τόσο ως δημιουργός όσο και ως αγωνιστής για την ανάκτηση των κάθε είδους ελευθεριών που είχε στερηθεί. Επί δικτατορίας πιάνει την πρώτη του δουλειά στις εκδόσεις Κάλβος, εκδίδει τις δύο πρώτες ποιητικές συλλογές του, αποκτά σημαντικές φιλίες, συμμετέχει στις πιο αυθεντικές ποιητικές εκδηλώσεις της ζωής του,11 ανοίγει, με τον Μιχάλη Μαζαράκη, το βιβλιοπωλείο Αλόννησος στα Εξάρχεια (ριψοκίνδυνο ορμητήριο διαδηλώσεων και στέκι πολιτικών και πολιτισμικών συζητήσεων, σ. 188-189), πρωτοπηγαίνει στο σπίτι του Ελύτη, γνωρίζει τον Ρίτσο, κρατά το στεφάνι των Κύπριων φοιτητών στην παλλαϊκή κηδεία του Σεφέρη κ.ά. – γίνεται, εν ολίγοις, ο ποιητής και ο πνευματικός άνθρωπος που γνωρίζουμε σήμερα.
Ωστόσο, μετά τη μέθη του Πολυτεχνείου και των πρώτων πανηγυρισμών της Μεταπολίτευσης, μετά την πανηγυρική υποδοχή των εξόριστων από το εξωτερικό και τη θριαμβευτική πορεία της πρώτης επετείου του Πολυτεχνείου (σ. 16-19), ακολουθεί η διάλυση της αγωνιστικής συντροφικότητας και η σταδιακή προσγείωση σε μια πραγματικότητα-«παιχνίδι συνδιαλλαγής στη μεγάλη εκείνη τράπεζα ενος ανόητου υλικού κέρδους» (σ. 43-44) που τραυμάτισε βαθιά τον Μαρκόπουλο και τον οδήγησε στην ιδεολογική απομάγευση και την απομάκρυνση από την ενεργό πολιτική δράση. Η επίπονη ρήξη με το ιδανικό (που κορυφώθηκε την περίοδο της κρίσης και της συνακόλουθης «υποδούλωσης του λαού μας στους διεθνείς τοκογλύφους», σ. 136) σηματοδοτήθηκε για τον ποιητή ήδη το 1975, από ένα περιστατικό που χαρακτηρίζει «ασήμαντο πλην όμως οδυνηρό»:
Συνέβη ένα βράδυ που είχαμε πάει στο γήπεδο του Πανιωνίου, στη Νέα Σμύρνη, σε μια εκδήλωση εναντίον του καθεστώτος του Πινοσέτ. Μίλησαν μέλη πολλών οργανώσεων, με μια ακατάσχετη αμετροέπεια και φλυαρία, περιαυτολόγησαν και, στο τέλος, όταν κατάλαβαν ότι έπρεπε να αφήσουν να τραγουδήσει και το ζητιανεύον τη μνήμη μας από ήπειρο σε ήπειρο χιλιάνικο συγκρότημα, του Ίντι Ιλιμάνι, ο κόσμος, ο ίδιος κόσμος που δύο εβδομάδες πριν στέναζε κάτω από την ίδια κατοχή, άρχισε, λόγω ψύχρας το περισσότερο, μαζικά να αποχωρεί. Κάθισα μέχρι το τέλος, πλην όμως, φεύγοντας, αισθάνθηκα ότι φυσούσε ένα δυνατό πράγματι αεράκι.
Και ήταν η πρώτη φορά στη ζωή μου τότε που συνειδητοποίησα ότι και η επανάσταση ακόμα κρυώνει όταν είναι έξω από εμάς (σ. 44-45).
Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ
Τα βιβλιοπωλεία, οι εκδότες, τα λογοτεχνικά περιοδικά σημάδεψαν τα χρόνια της διαμόρφωσης και της ωριμότητας του Μαρκόπουλου. Σχολείο του δεν στάθηκε η Ανωτάτη Βιομηχανική Σχολή Πειραιώς, όπου σπούδασε, αλλά ο μαγικός κόσμος του βιβλίου. Αφηγείται τον τρόπο με τον οποίο κατασκεύαζε τα πρώτα του βιβλία:
Η βιβλιοθήκη μου άρχισε να σχηματίζεται από τις τρεις τελευταίες τάξεις του δημοτικού μέχρι και τα πρώτα χρόνια στην Αθήνα, αποτελούμενη από κάτι «βιβλία» που τα έφτιαχνα εγώ από φύλλα εφημερίδων, τα οποία έδενα με σύρμα και για εξώφυλλο τους έβαζα κάτι χοντρά χαρτόνια από κουτιά γάλα Βλάχας. Αυτά τα βιβλία περιείχαν όλες τις απολογίες των φονιάδων που διάβαζαν τα βράδια μαζεμένες οι γυναίκες στο σκαλί κάποιας εξώπορτας σπιτιού της γειτονιάς μας, κι όταν τελείωναν πια τη μυσταγωγία αυτή, μάζευα εγώ όσα με ενδιέφεραν και επιδιδόμουν –κάθε φορά και καλύτερα– στην τέχνη της βιβλιοδεσίας. Έτσι εγκαινιάστηκε η σχέση μου με την ανάγνωση (σ. 122-123).
Τι να πρωτοαναφέρει κανείς από όσα ακολούθησαν στη ζωή του Μαρκόπουλου μετά από την κατασκευή αυτών των αυτοσχέδιων βιβλίων, όταν άρχισε να αγοράζει κανονικά βιβλία αλλά και να γίνεται κατά συρροήν αποδέκτης τους από γενναιόδωρους φίλους εκδότες, βιβλιοπώλες, ομοτέχνους. Οι εμπειρίες του είναι, μεταξύ άλλων, και ένα χρονικό των πλανόδιων βιβλιοπωλών των δεκαετιών του ’60 και του ’70: παρελαύνουν ο κυρ Παναγιώτης σε μια σούδα χαμηλά στην Ακαδημίας, ο αντιστασιακός Σταύρος Τσακίρης, ο Νίκος Μαρής, που είχε το στέκι του σε κάτι ξύλινες ντουλάπες στην οδό Ασκληπιού (124), ο αργότερα επιστήθιος φίλος Κωστής Νικολάκης, που πουλούσε τα βιβλία του στην οδό Χέιδεν και Πατησίων πάνω σε ένα ΚΑΦΑΟ του ΟΤΕ και μετά σε ένα καρότσι (124-125) κ.ά. Πλήθος είναι και τα κανονικά βιβλιοπωλεία που διαδραμάτισαν τον ρόλο τους στη ζωή του ποιητή: όχι μόνο η «Αλόνησος», που άνοιξε ο ίδιος με τον Μιχάλη Μαζαράκη στα Εξάρχεια, αλλά και το κατάστημα του αριστερού βιβλιοπώλη Πέτρου Καραβάκου, και «το μυθικό Θεμέλιο του επίσης μυθικού Μίμη Δεσποτίδη» (σ. 52), και ο «Ηνίοχος» του Γιάννη Κοντού και του Θανάση Νιάρχου, και ο «Ελπήνωρ» του Κώστα Μποζου, και το «Χνάρι» του Γιώργου Τσιλδερίκη και η «Εκάτη» του Νικολάκη.
Οι εκδότες εμφανιζονται επίσης ως πρόσωπα πολύ αγαπητά και αξιοσέβαστα, καθώς οι εκδοτικοί οίκοι τους είναι υπόθεση σπουδαία για τον πολιτισμό: ο Κάλβος του Γιώργου Χατζόπουλου, ο Κέδρος της Νανάς Καλιαννέση και των διαδόχων της, της Κάτιας Λεμπέση και του Βαγγέλη Παπαθανασόπουλου, τα Κείμενα του Φίλιππου Βλάχου, ο Διογένης του Κώστα Κουλουφάκου, ο Κούρος του Λεωνίδα Χρηστάκη, ο Δεσμός του Γιάννη Μαυροειδάκου (που ίδρυσε το ομότιτλο βιβλιοπωλείο στο Παρίσι με στόχο τη γνωριμία του γαλλικού κοινού με την ελληνική λογοτεχνία) κ.ά. Αλλά και τα περιοδικά έχουν τον ρόλο τους στο βιβλίο: η Νήσος, το Κριτική και κείμενα και το Πλανόδιον του Γιάννη Πατίλη, η Νέα Πορεία
του Τηλέμαχου Αλαβέρα, το Εμβόλιμον του Γιώργου Θεοχάρη, το Χρονικό
του Ασαντούρ Μπαχαριάν, το Αντί του Χρήστου Παπουτσάκη. Ενδεικτική της αγάπης του Μαρκόπουλου για τα λογοτεχνικά περιοδικά είναι η μεταφορική εικόνα με την οποία περιγράφει τη Νέα Πορεία:
Τη φαντάζομαι πέρα από περιοδικό, και έτσι την έχω τακτοποιήσει μέσα μου, σαν μια όμορφη, υπέροχη πλατεία. Μια πλατεία η οποία ξέρει στους διαδρόμους της να φιλοξενεί τις σοφές κουβέντες των ώριμων, τις πολύχρωμες ανησυχίες των νέων, αλλά στο βάθος να κρατάει σε περίοπτη θέση τους ανδριάντες όλων εκείνων των άξιων που έχουν πλέον από κοντά μας φύγει (σ. 75).
Ιδού ο χάρτινος, αλλά τόσο ζωντανός, κόσμος ενός ποιητή...
«ΕΓΩ ΠΑΙΔΙΑ ΔΕΝ ΘΑ ΚΑΝΩ»
Το βιβλίο αρχίζει και τελειώνει με ένα εφηβικό ποίημα που έγραψε ο Μαρκόπουλος στα δεκαεπτά του χρόνια:
Πέτρο με λένε. Ίδιο το όνομα του αποστόλου.
Εκείνος είχε παιδιά δύο.
Όμως εγώ παιδιά δεν θα κάνω.
Γιατί; Δεν ξέρω γιατί!
Ο απόστολος Πέτρος δεν προκύπτει, από τις πηγές, ότι είχε αποκτήσει παιδιά· ποιος ξέρει από πού άντλησε τη λανθασμένη πληροφορία ο νεαρός ποιητής. Στόχος του, έτσι κι αλλιώς, δεν ήταν να μιλήσει για τον μαθητή του Ιησού αλλά να διατρανώσει τη δική του βεβαιότητα ότι δεν θα κάνει παιδιά. Διαισθανόταν, ήδη από τότε, ο Γιώργος Μαρκόπουλος ότι η μοναχικότητά του (απόρροια, εν μέρει, της δημιουργικής κλίσης του) δεν θα τον οδηγούσε στην κοινωνική πεπατημένη της δημιουργίας οικογένειας. Ωστόσο, έκανε πολλά παιδιά: πρωτίστως τα ποιήματά του, αλλά και τα κάθε είδους γραπτά του. Λέει σε πρόσφατη συνέντευξή του στην Καλλιόπη Εξάρχου:
Αισθάνομαι το γραπτό σαν ένα νεογέννητο πλάσμα που πέρα από την ψυχούλα που του χαρίζει η έμπνευση, θέλω και το κορμάκι του να είναι αρτιμελές: με κεφαλάκι, κυρίως σώμα και άκρα στις σωστές, μάλιστα, αναλογίες.12
Σε άλλη συνέντευξή του αποκαλεί το βιβλίο του Σε πλάγιο φωτισμό «παιδάκι μου».13 Και δεν θα μπορούσε να είναι λιγότερο βαθιά η σχέση του με ένα βιβλίο-εικονοστάσι αγαπημένων αλλά και τόσο εξομολογητικό όσο αυτό, όπου μεταξύ άλλων ο ποιητής τολμά να μας πει γιατί συνεχίζει να συμμετέχει στις όλο και πιο διεκπεραιωτικές, μεταπολιτευτικά, ποιητικές βραδιές:
Ίσως διότι καλλιεργώ ακόμη μέσα μου την ψευδαίσθηση ότι πάντα στο τέλος θα βρεθεί εκείνος (έστω) ο ένας θετικός αναγνώστης που θα προκύψει από τους τόσους, και θα δικαιωθεί έτσι ο κόπος. Ίσως ακόμα –το πιο ειλικρινές– διότι, στην ουσία, μέσα από αυτές τις «συμμετοχές» δεν επιδιώκουμε τίποτε άλλο παρά να βιώνουμε τη χαρά από τους δημόσιους επαίνους για τη φτωχή μας τούτη κλίση προς τη στιχοποιία (σ. 39-41).
Με αυτή τη σε πληθυντικό αριθμό εξομολόγηση θα κλείσω το κείμενό μου για ένα βιβλίο όπου το 'εγώ' συνήθως εκβάλλει σε ένα τρυφερό, νοσταλγικό, πότε πένθιμο και πότε εοραστικό, πάντοτε όμως λυτρωτικό 'εμείς'.
* Συζήτηση του Μαρκόπουλου με τον Κώστα Παπαγεωργίου, Τα Ποιητικά, τχ. 1, Μάρτιος 2011 [=Θεοδόσης Πυλαρινός, Ο Γιώργος Μαρκόπουλος σε χρόνο ανύποπτο, Εκάτη 2019, σ. 41].
1. Αναφέρομαι στη χειμαρρώδη αφηγηματικότητα αρκετών ποιημάτων του, αλλά και στην ενότητα «Διαβάσεις πεζών» από τη συλλογή Μη σκεπάζεις το ποτάμι, που, όπως παρατηρεί η Τιτίκα Δημητρούλια, συνδυάζει «πεζόμορφα ποιήματα και μικροδιηγήματα, μικρά μονόπρακτα, μια προσευχή που δεν θα μπορούσε παρά να είναι ποίημα, αποφθέγματα και φωτογραφικά ή κινηματογραφικά στιγμιότυπα», βλ. «Εισαγωγή» στο Γιώργος Μαρκόπουλος, Γκοβόστης 2019, σ. 63. Η ενότητα «Μετά των Αγίων» της συλλογής Ο κρυφός κυνηγός, εξάλλου, αποτελείται από νανοδιηγήματα. Ο Θεοδόσης Πυλαρινός, από τη μεριά του, αντιμετωπίζει συχνά τα πεζά κείμενα του Μαρκόπουλου ως ποιήματα· χαρακτηρίζει, για παράδειγμα, τα κείμενα του ποιητή για τις κηδείες του Μάριου Χάκκα και του Μήτσου Κακουλιδη στο Ιστορικό κέντρο «μνημόσυνα ειδολογικούς απογόνους των δημοτικών τραγουδιών του θανάτου και του Κάτω Κόσμου, με στοιχεία μοιρολογιού», τη δε ενότητα του ίδιου βιβλίου «Οι φόνοι», «δημώδη άσματα μεταγραμμένα σε πρόζα» κλπ. (Πυλαρινός, Το πένθος και η ελληνική θρησκευτικότητα στην ποίηση και στα γραπτά του Γιώργου Μαρκόπουλου, Εκάτη 2021, σ. 23 και 33 αντίστοιχα)..
2. Σε πλάγιο φωτισμό, σ. 187.
3. Συζήτηση με τον Στέλιο Λουκά, Αγγελιοφόρος της Κυριακής, 16 Μαΐου 1999 [=Πυλαρινός, Ο Γιώργος Μαρκόπουλος, ό.π., σ. 45-46].
4. «Γιώργος Μαρκόπουλος», συνέντευξη στον Αντώνη Μποσκοΐτη για το Documento, 26 Αυγούστου 2025.
5. Το πρώτο βιβλίο κυκλοφόρησε από το Ρόπτρον, το 1991, και το δεύτερο από τη Νεφέλη τρία χρόνια αργότερα.
6. Συζήτηση με τον Γιώργο Γαλάντη, Διαβάζω, τχ. 69, 18 Μαΐου 1983 [=Πυλαρινός, Ο Γιώργος Μαρκόπουλος, ό.π., σ. 67].
7. Βλ., με χρονολογική σειρά, Η ποίηση του Τάσου Λειβαδίτη, Η ποίηση του Γιάννη Βαρβέρη, Η ποίηση του Κώστα Παπαγεωργίου, Η ποίηση του Αντώνη Φωστιέρη (Εκάτη 2009 το πρώτο και 2022 τα επόμενα). Επίσης, Λευτέρης Ιερόπαις – Μια παρουσίαση, Γαβριηλίδης 1999.
8. Εντός και εκτός έδρας – Το ποδόσφαιρο στην ελληνική ποίηση, Καστανιώτης 2006.
9. Συζήτηση με τη Λίνα Ρόκου, Propaganda, 18 Φεβρουαρίου 2018 [=Πυλαρινός, Ο Γιώργος Μαρκόπουλος, ό.π., σ. 16].
10. Βιώνοντας μια ερωτική ματαίωση θυμάται «το καταπληκτικό ποίημα του Κώστα Κουλουφάκου “Στο μώλο”» (σ. 108-109), ενώ το μάζεμα των φρούτων στο χωριό του όταν ήταν παιδί «αποτυπώθηκε στο μυαλό μου, μεγάλος, πια, μέσα από τους αξεπέραστους στίχους του υπό τον τίτλο "Σημεία των καρπών" ποιήματος» της εκλεκτής του συμπατριώτισσας Κικής Δημουλά (σ. 220-221).
11. «Όταν ποιητές και ακροατήριο αναζητούσαν μια κοινή συνισταμένη επικοινωνίας αλλά, ταυτοχρόνως, και μια μυστική διέξοδο από το πνευματικό τέλμα που μάστιζε τότε τον τόπο», σ. 39.
12. Συνέντευξη στην Καλλιόπη Εξάρχου, περ. Δίοδος Δράμας, τχ. 29, Φεβρουάριος 2026, σ. 35-38: 42.
13. Συνέντευξη στον Μποσκοΐτη, ό.π.