Άνεμος
Φεύγουμε ανεβαίνοντας χειμώνες γκρίζους και γυμνόκλαδους
κι άλλοτε πάλι φωλιάζοντας σε πυρωμένες μνήμες καλοκαιριών
με τις βροχές και με τις καταιγίδες φεύγουμε, με φλεγόμεναχρώματα
των θερινών μηνών στα βάθη φυλαγμένα της ψυχής.
Φεύγουμε. Μεθυσμένοι από το απατηλό δελτίο ειδήσεων του παρόντος
ψεύτικο σαν συσκευασμένο πλαστικό που αντιποιείται
την πέτρα, το νερό, το χώμα και το ξύλο
ανύπαρκτο μες στις ανύπαρκτες διαδικτυακές λεωφόρους
ασύδοτα αυτάρεσκο κι ήδη οδωδός
κι ο ένας θωπεύει μέσω οθόνης ψιμυθιωμένο τον ίσκιο του άλλου.
Γιατί τα μάτια λησμόνησαν πιά να βαφτίζονται
σ’ άλλα μάτια
και δεν γυρεύουνε να ξεδιψάσουνε στο χάρμα άλλου προσώπου
γυρίζουνε όπως νυχτερίδες κλειδωμένες στα ερείπια
ενός τίποτα γεμάτου ανυπόστατες εικόνες –
άυλο πάντα το σκοτάδι.
Κράτα το χέρι μου. Ας σταθούμε κάτω απ’ την Εικόνα
γλυκύτερη απ’ τον ήλιο της Ανατολής μορφή
αυγάζει στο τρεμάμενο το φως των καντηλιών.
Θα την διαβούμε αυτήν την ερημιά αντάμα
με τ’ αμέτρητα τυφλά πλήθη, όλοι ένα
Όλοι μας με την όψη ρουφηγμένοι απ’ τις οθόνες
τυφλοί κι εμείς με τους τυφλούς —
Όμως, τον Ιωάννη κοίτα. Τον Ιωάννη συνοδίτη
με σφαγμένο το κεφάλι
βοώντας με τις πέτρες, με τα κύματα βοώντας
τον άνεμο τον αναπότρεπτο του δέντρου της αγάπης
τον άνεμο, ερχόμενο ταχύ.
Το χέρι κράτα μου. Τρίζει το φως.
Άκου. Βαθιά στο χώμα.