Άνεμος / Ανοσιουργοτρόπως


Άνεμος

Φεύγουμε ανεβαίνοντας χειμώνες γκρίζους και γυμνόκλαδους
κι άλλοτε πάλι φωλιάζοντας σε πυρωμένες μνήμες καλοκαιριών
με τις βροχές και με τις καταιγίδες φεύγουμε, με φλεγόμεναχρώματα
των θερινών μηνών στα βάθη φυλαγμένα της ψυχής.
Φεύγουμε. Μεθυσμένοι από το απατηλό δελτίο ειδήσεων του παρόντος
ψεύτικο σαν συσκευασμένο πλαστικό που αντιποιείται
την πέτρα, το νερό, το χώμα και το ξύλο
ανύπαρκτο μες στις ανύπαρκτες διαδικτυακές λεωφόρους
ασύδοτα αυτάρεσκο κι ήδη οδωδός
κι ο ένας θωπεύει μέσω οθόνης ψιμυθιωμένο τον ίσκιο του άλλου.
Γιατί τα μάτια λησμόνησαν πιά να βαφτίζονται
σ’ άλλα μάτια
και δεν γυρεύουνε να ξεδιψάσουνε στο χάρμα άλλου προσώπου
γυρίζουνε όπως νυχτερίδες κλειδωμένες στα ερείπια
ενός τίποτα γεμάτου ανυπόστατες εικόνες –
άυλο πάντα το σκοτάδι.

Κράτα το χέρι μου. Ας σταθούμε κάτω απ’ την Εικόνα
γλυκύτερη απ’ τον ήλιο της Ανατολής μορφή
αυγάζει στο τρεμάμενο το φως των καντηλιών.
Θα την διαβούμε αυτήν την ερημιά αντάμα
με τ’ αμέτρητα τυφλά πλήθη, όλοι ένα
Όλοι μας με την όψη ρουφηγμένοι απ’ τις οθόνες
τυφλοί κι εμείς με τους τυφλούς —
Όμως, τον Ιωάννη κοίτα. Τον Ιωάννη συνοδίτη
με σφαγμένο το κεφάλι
βοώντας με τις πέτρες, με τα κύματα βοώντας
τον άνεμο τον αναπότρεπτο του δέντρου της αγάπης
τον άνεμο, ερχόμενο ταχύ.
Το χέρι κράτα μου. Τρίζει το φως.
Άκου. Βαθιά στο χώμα.






Μικρογραφία του Guillaume de Deguileville Hainaut, περ. 1490. Βιβλιοθήκη Γενεύης
Μικρογραφία του Guillaume de Deguileville Hainaut, περ. 1490. Βιβλιοθήκη Γενεύης




Ανοσιουργοτρόπως

Ο σπεκουλάτωρ το σπαθί σκουπίζει
στο τρυφερό σκοτάδι. Ύστερα φτύνει,
πάνω στα αίματά σου. Βάφονται τα φύλλα.
Κλίμακα της νυχτός, τετάρτη φυλακή, ξημέρωμα
τις κονταυγές, η κουστωδία στο κελί σου.
Λύχνος δεν ήταν, μόνον έφεγγε
λαμπάδα το κορμί σου ολόγιομο
της ερημιάς μυστήριο, γλυκού φωτός κυψέλη.
Ο Ιησούς Χριστός σε είχε πλημμυρίσει.
Ήρθαν στρατιώτες, ίσκιοι από όνειρα νεκρών.
Δεν βλέπανε τους Ταξιάρχες να σε παραστέκουν
με χρυσογάλανα φτερά στον μαύρο αέρα
να παραστέκουν την αληθινή σου γέννηση
να φλέγονται με της μιαιφονίας σου την σφαγή.
Το αίμα σου τινάχτηκε στον μουχλιασμένο τοίχο
πίδακας έκανε σταυρό κι ευώδιασαν οι πλίνθοι.
Τώρα ο σπεκουλάτορας σκουπίζει το σπαθί
στης νύχτας το αθώο χορτάρι.
Τρέμει πατόκορφα, ζητάει τσιγάρο, φτύνει.
Βρίζει την ώρα, τους φαντάρους και τα φορτηγά.
Λάγνα Σαλώμη, σεληνιάστηκε η ψυχή μου
κι ηδέως ήκουε τα πύρινά σου λόγια
ο λογισμός, του νου ο Ηρώδης ο Τετράρχης.
Τώρα έσκασε κι ερράγη από αψίκορη ηδονή.
Και με τον υπηρέτη του τον Βαραβά
γυρνούνε τρέμοντας και διψασμένοι στις πλατείες
για ολίγη φλογερή από του κυπάρισσού σου
την κεχριμπάρινη δροσιά.

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: