Πριν από πολλά χρόνια σκεφτόμουν ―με τη μεγαλομανία νεοφώτιστουϝ να γράψω ένα άρθρο με αυτό τον τίτλο με απόλυτα ακαδημαϊκές προδιαγραφές. Δεν έγινε ποτέ. Πρώτα γιατί ήταν κάτι φοβερά επίπονο και, ίσως, πάνω από τις δυνάμεις μου και, ύστερα, καταλάβαινα ότι αυτό που ήθελα να πω θα το έλεγα αργότερα και ίσως καλύτερα με τον παρόντα τρόπο, έξω από ακαδημαϊκές προδιαγραφές και βιβλιογραφίες.
Μόνιμη διαπίστωσή μου υπήρξε ότι οι περισσότεροι είναι αδιάφοροι ακόμη και ως προς το ίδιο τους το παρελθόν, αυτό δηλαδή που άμεσα τους αφορά. Ακόμη χειρότερα: το μισούν, ή το αγνοούν επιδεικτικά, ή το καταχωνιάζουν στα έγκατα του υποσυνειδήτου τους. Δηλαδή καταρχάς τις δεκαετίες πριν τη γέννησή τους και εκείνες της ενσυνείδητης ζωής τους.
Όταν μεταφέρθηκαν οι φυλακές και άνοιξε για το ευρύ κοινό το Γεντί Κουλέ στη Θεσσαλονίκη, άνθρωποι που πέρασαν χρόνια από τη ζωή τους εκεί και βρήκαν το κουράγιο να ανεβούν για να το ξαναδούν ―μερικοί από αυτούς έχοντας γλιτώσει την τελευταία στιγμή το απόσπασμα―, έδειχναν να μη τους νοιάζει καθόλου να μάθουν για το μνημείο. Ήθελαν να δουν τους χώρους που έζησαν οι ίδιοι. Και έλεγαν ότι, ανάμεσα από αυτούς τους αρχαίους τοίχους ή τα τείχη, με δυσκολία έβλεπες ουρανό.* Και ότι βέβαια δεν τους ενδιέφεραν και δεν τους ενδιαφέρουν.
Μία φορά πρόσφατα είχα σταθεί στη γωνία Κασσάνδρου και Προξένων και αφού με διαβεβαίωσε ένας περαστικός ότι ζει στην περιοχή τον ρώτησα αν ήξερε ότι στην γωνία ήταν το Σαατλί Τζαμί που κάηκε στην πυρκαγιά του ΄17. Με κοίταξε όπως κοιτάζει κανείς έναν εμμονικό μισότρελο και έφυγε. Φανταστείτε να τον ρωτούσα και για το φοβερό επεισόδιο με τους προξένους.

Πριν από μέρες έβλεπα «Το νησί του Μπέργκμαν» (Bergman island), ντοκιμαντέρ που συνδυάζει και μυθοπλασία. Πρόκειται για το νησί Φάρος, τον πιο αγαπημένο του τόπο για τα γυρίσματα των ώριμων αριστουργημάτων του, τουριστικό πλέον προορισμό. Κάτι περιπατητές, φαίνονταν για Σκανδιναβοί, απάντησαν τελείως απαξιωτικά, σχεδόν με μίσος, για τα έργα του, ενώ, κάποιοι άλλοι, τελείως αφοπλιστικά, ότι ήρθαν δηλαδή στο νησί για να δουν θάλασσα και φύση και ότι αγνοούν παντελώς και τον Μπέργκμαν και το νησί του… Ηλικίες όλων μεσαίες, αν θυμάμαι καλά. Πάντως όχι μικρές.

Οι περισσότεροι, αν όχι το συντριπτικό σύνολο, προτιμούν να αγνοούν το παρελθόν: περιβάλλον που ζουν, ιστορία, λογοτεχνία, κάθε είδος τέχνης, αφηγήσεις που άκουσαν κ.λ. Ό,τι εντέλει συνιστά αυτό που λέμε πολιτισμό. Διστάζουν να μπουν σε ένα κόσμο έξω από αυτόν του παρόντος, τρέχοντος χρόνου. Η συμπεριφορά αυτή αλλάζει μόνο σε περιπτώσεις που τους αφορούν απολύτως προσωπικά: κηδείες, αντικείμενα, παλιές φωτογραφίες, επιστολές, ο,τιδήποτε αναπαριστά τη ζωή που έζησαν προσωπικά…
Τελικά φαίνεται ότι η όποια σχέση μας με το παρελθόν καθορίζει απόλυτα τη σχέση μας με ό,τι αφορά τη μη βιολογική μας υπόσταση. Ένα κόκαλο το πετούσαμε ή το πετάμε στα σκουπίδια, αλλά πάντα υπήρχε και υπάρχει το ενδεχόμενο να το μεταβάλλουμε σε εργαλείο ή έργο τέχνης. Ή, όπως διαμήνυε πριν από χρόνια η αισιοδοξία του θετικισμού μιας παγκοσμιοποιημένης αρχαιολογίας αμερικανοσαξονικής προέλευσης, πολιτισμός είναι η εξωσωματική προσαρμογή στο περιβάλλον με μη βιολογικά μέσα.
[ Καλοκαίρι 2024 ]
___________________
* Μαρτυρίες που μου ανάφερε ο αρχιτέκτονας Φίλιππος Ωραιόπουλος, μελετητής του μνημείου αμέσως μετά την κατάργησή του ως φυλακή. Άλλο πράγμα φαίνεται ότι είναι η συγκινησιακή φόρτιση και άλλο τα μαθήματα ιστορίας της αρχιτεκτονικής!