Into the Box / Βιταμίνη C

Into the Box / Βιταμίνη C
Γιατί η μεγαλύτερη ευτυχία, σκέφτεται, είναι στα μικρά πράγματα: όταν εκείνος δένει τα κορδόνια των παπουτσιών της, όταν κοιμάται, όταν περνάει το χέρι του στα μαλλιά της […] Τα μαλλιά της, λέει, μυρίζουν καπνό και θειάφι, μυρίζουν χορτάρι, μερικές φορές μυρίζουν θάλασσα. Δε θα σταματήσει ποτέ ν᾽ ασχολείται μαζί της, λέει. Αν σταματούσε, θα πέθαινε επί τόπου. Αλλά δεν σταματάει. Και γι᾽ αυτό είναι αθάνατος».

[ «Kumpfmüller / Το Μεγαλείο της Ζωής», Άγρα, σ. 113 ]





κι όπως την αισθάνθηκε, την αφουγκράστηκε, την μπάνισε, την κόζαρε, την είδε, Εκείνη, να βγαίνει από το ενύπνιο και να μπαίνει στη μέρα, να έρχεται εκ νέου σε επαφή με την πραγματικότητα, να θέλει βιταμίνη C και καφέ, να επιθυμεί μουσική και το βιβλίο που διαβάζει περιπαθώς αυτό τον καιρό, ένα ιρλανδέζικο αριστούργημα που βαστάει η σκούφια του απ᾽ τον Σάμιουελ Μπέκετ και το υπογράφει η Άννα Μπερνς, και είναι οι πάντες ανώνυμοι, ή μάλλον σχεδόν ανώνυμοι, στις σελίδες του, και σχεδόν φίλοι, και σχεδόν lovers, και σίγουρα, ναι, σίγουρα, losers, και πολύ loser κι απ᾽ τους losers είναι ο ίδιος ο Θεός, καταπώς είπε ο πατήρ Νικόλαος Λουδοβίκος, ω ναι, μάλιστα, αυτό είπε, σε μιαν εκπομπή στο Αντίφωνο, ο Θεός είναι ο μεγαλύτερος, ο μέγιστος loser, είπε ο Λουδοβίκος, ο Νικόλαος, ο πατήρ, ο συμμαθητής εκείνου εκείνο το μακρινό 1974, τη χρονιά της Μεταπολίτευσης, το έτος των εκρήξεων στο κρύο κρέας του κρανίου, όπως αποφάνθηκε ο Γιάννης Τζώρτζης, άλλος συμμαθητής κι αυτός, όπως είπε εκείνος σ᾽ Εκείνη καθώς η εν λόγω Εκείνη σεργιάνιζε από τους κήπους του ενυπνίου της προς την πραγματική πραγματικότητα για να πιει την βιταμίνη C και να ετοιμάσει γαλλικό καφέ με άρωμα καραμέλα, ενόσω εκείνος έβαζε στο ξύλινο πικάπ τον δίσκο Ege Bamyasi των λατρεμένων του, των CAN, και δη το άσμα “Vitamin C’’, το οποίο, μάλιστα, πρωταγωνιστούσε στο εξίσου λατρεμένο του φιλμ, το Inherent Vice, όπου ο Πολ Τόμας Άντερσον κάνει τα μαγικά του μεταφέροντας στην οθόνη το φερώνυμο μυθιστόρημα του Τόμας Πίντσον, ολέ, ολέ, ολέ! —

το οποίο φερώνυμο μυθιστόρημα (επανάληψις: ολέ, ολέ, ολέ!) φέρει το μότο “Under the paving-stones, the beach [Graffito, Paris, May 1968]’’, που πάει να πει ότι οι Πρωτοπορίες είχαν και την Μεγάλη Στιγμή τους, την Επανάστασή τους, τη Γιορτή τους, και ότι όσα γίνονταν στις κατακόμβες της επίσημης πραγματικότητας (κρυφές κορυφώσεις του εφήμερου, αναπάντεχα γλέντια σώματος και σκέψης, επιδρομές στην επικράτεια τού άναρθρου και του ανείπωτου), θα εκραγούν και θα λάβουν μαζικές κοσμοϊστορικές διαστάσεις στη Δεκαετία του Εξήντα, και ότι (λέει εκείνος σ᾽ Εκείνη) ο Homo Ludens αναλαμβάνει τα ηνία, ο Παίζων Άνθρωπος, και ό,τι δεν είναι παιχνίδι, είναι μάταιο, συντηρητικό, ξεπερασμένο, κατεστημένο και ότι το Establishment τρίζει συθέμελα και το Σύστημα τραντάζεται και ακόμα και πλουσιοκόριτσα, ακόμα και σταρ του κινηματογράφου, ακόμα και γερόλυκοι του Συστήματος, παρασύρονται από τη μέθη μιας εμπρηστικής αμεριμνησίας, θέλουν, όπως επέμενε ο Άμπι Χόφμαν, την επανάσταση για την κάβλα της, Revolution for the hell of it, σεξ και πολιτική, ψυχεδέλεια και κριτική τής πολιτικής οικονομίας, τρελαμένος υπαρξισμός με ηλεκτρικές κιθάρες, ω ναι, εκρήξεις στο κρανίο, ναι, ναι, μάλιστα, ω ναι, ας κρατήσουν οι χοροί —

και πίσω από όλα αυτά, εκείνος λέει σ᾽ Εκείνη, καθώς Εκείνη πίνει τη βιταμίνη και αρχίζει να έρχεται σε επαφή με την εκτός ενυπνίου πραγματικότητα, πίσω από τη σαρωτική κίνηση που θέλει να αποδιώξει το φαιό σύννεφο της ψυχροπολεμικής μεταπολεμικής εποχής, πίσω από την γιορταστική ανάδυση του ουράνιου τόξου, κρύβεται η ατίθαση χαοτική επέλαση της Beat Generation, μιας παρέας ποιητών και ρέμπελων με φυγόκεντρες τάσεις, που παρατάνε το American Dream και αναχωρούν για το Μεξικό, την Ινδία, την Ταγγέρη, την Ελλάδα (Αθήνα και Ύδρα), αφενός, και η συστηματική, σκακιστικά στρατηγική, εργασία τού αρνητικού, που ανέλαβαν ο Γκι Ντεμπόρ και οι φίλοι του, με κεντρομόλες δυνάμεις, γύρω από το Παρίσι, και δυνάμεθα τώρα, εκείνος λέει σ᾽ Εκείνη, να συνοψίσουμε το πνεύμα των sixties σε ένα από τα πιο λυρικά συνθήματα που κατέκλυσαν τους τοίχους, αλλά και τα μυαλά και τις καρδιές των εξεγερμένων, στο Παρίσι τον Μάη τού ΄68, και μάλιστα, σε ένα μυθιστόρημα που θέλει να είναι η απόλυτη ελεγεία αγάπης για το Μεγάλο Γλέντι, το σύνθημα για το οποίο μιλώ επανέρχεται δυναμικά, τοποθετημένο εσκεμμένα στη θέση τού μότο, ναι, το σύνθημα: Sous les pavés, la plage

ένα σύνθημα που υπερέβη κατά πολύ εκείνο το λησμονημένο που ήθελε τη φαντασία στην εξουσία, ναι, μάλιστα, ένα σύνθημα που εκπόνησαν παίζοντας δύο φίλοι, ο ένας αστικής καταγωγής, ο άλλος προλεταριακής, και ο Τόμας Πίντσον, ο κατ᾽ εξοχήν καταστασιακός / situationniste μυθιστοριογράφος (παρέα με τον χεγκελιανό χαλυβουργό Ρομπέρτο Μπολάνιο) το μεταφράζει: Under the paving-stones, the beach! και το προτάσσει στο Inherent Vice, στο Έμφυτο ελάττωμα, αυτό το άσμα ηρωικό και πένθιμο για τη Δεκαετία τού Εξήντα, ενώ πρόσφατα, ένας άλλος εξηνταοχτάρης, ο συγγραφέας Ταρίκ Αλί, κλείνει το μάτι στον Πίντσον και θυμίζει, με τη σειρά του, ότι δεν ξέχασε το Μεγάλο Γλέντι, στήνοντας το εξώφυλλο του βιβλίου του The Extreme Centre / A Warning με τρόπο που παραπέμπει στο μυθιστόρημα του Πίντσον, και όπως έγραφε και ο Έγελος, είμαι υποχρεωμένος να παραδεχτώ ότι όλα συνεχίζονται, που πάει να πει, θα πει σ᾽ Εκείνη εκείνος, ο γεροτυφλοπόντικας των πρωτοποριών, των πολύπτυχων και πολυπρισματικών εναντιώσεων σε ό,τι εναντιώνεται στην ουσιώδη φύση του ανθρώπου δεν παύει να σκάβει —

και όλοι οι παροικούντες την Ιερουσαλήμ, άνθρωποι πείσμονες και εμμονικοί, θεωρούσαμε και θαρρούσαμε ότι το περιλάλητο σύνθημα Sous les pavés, la plage” / Κάτω από το λιθόστρωτο, η παραλία (όπως το έχει μεταφράσει στα ελληνικά ο λίαν εκλεκτός Γιώργος Κυριαζής, ο οποίος το μετέφρασε από την αγγλική μετάφραση που επεφύλαξε στο γαλλικό πρωτότυπο ο commander Τόμας Πίντσον, επιμένει σ᾽ Εκείνη εκείνος να λέει, στο πλέον situationniste / καταστασιακό μυθιστόρημά του, το Inherent Vice/ Έμφυτο ελάττωμα) ήταν ένα ακόμα παιδί / πυροτέχνημα του Κριστιάν Σεμπαστιανί, του Ποιητή των Τοίχων, του αναρχικού και μετέπειτα καταστασιακού, που εμπνεύστηκε ορισμένα από τα πιο όμορφα συνθήματα της Μεγάλης Γιορτής που ήταν ο Μάης τού 1968 —

ωστόσο, ζαλίζει εκείνος Εκείνη πρωινιάτικα, η έρευνά μας, δεκαετίες μετά, δείχνει ότι, εναρμονισμένο με το πνεύμα της συλλογικότητας που άκμαζε την εποχή εκείνη, το σύνθημα ήταν προϊόν κοινής σκέψης/δράσης δύο φίλων, του τότε φοιτητή ιατρικής, και αστικής καταγωγής, Μπερνάρ Κουζέν, τότε 25 ετών, και του εργαζόμενου στη διαφήμιση, προλεταριακής καταγωγής Μπερνάρ Φριτς, τότε 28 ετών, γνωστού στα καπηλειά με το παρωνύμιο Killian, o Εκκλησάκιας, και οι δύο Μπερνάρ, ο ένας φιλοτροτσκιστής και ο άλλος φιλοκαταστασιακός, μεθυσμένοι δεόντως από το πνεύμα, και το οινόπνευμα, του εξεγερμένου Παρισιού, αποφάσισαν να συνθέσουν ένα σύνθημα, που η πρώτη εκδοχή του ήταν: “Il y a de l’herbe sous les pavés”/ Κάτω απ ̓ το λιθοόστρωτο, το χόρτο (μνεία στο χασίς, που ήταν λίαν διαδεδομένο, έως και δεδομένο, στους νεανικούς κύκλους της ανησυχίας και της αναζήτησης), αλλά στις 22 Μαΐου, ο πρώτος Μπερνάρ, ο Κουζέν, δέχτηκε να τροποποιήσει την αρχική έμπνευση, καθότι ο δεύτερος Μπερνάρ, ο Killian ο Εκκλησάκιας, δεν συμπαθούσε το χόρτο, και οι δύο σύντροφοι κατέληξαν στο περίφημο “Sous les pavés, la plage” και, σύμφωνα με τη μαρτυρία τού Κουζέν (ο Φριτς, δυστυχώς, δε ζει πια — μάλλον αυτοκτόνησε, ή διαλύθηκε από τις καταχρήσεις, ή σύμφωνα με μια τρίτη εκδοχή μάρσαρε και ρίχτηκε με τη μοτοσικλέτα του στο Μεγάλο Πουθενά), ενθουσιασμένοι βγήκαν στους δρόμους και έγραψαν δεκάδες φορές το σύνθημα στους τοίχους του Παρισιού, είπε εκείνος σ᾽ Εκείνη (πρωινιάτικα, ας επαναληφθεί) —

— και μετά μύρισε τα μαλλιά της, που μύριζαν καπνό και θειάφι και χορτάρι, και θάλασσα, και μετά της έκλεισε το μάτι, και μετά έβγαλε τον δίσκο των CAN από το πικάπ, και μετά της έκλεισε πάλι το μάτι, και μετά άλλαξε το νερό στα ζουμπουλάκια στο γραφείο της, και μετά της καθάρισε και της γέμισε την πένα μάρκας Kaweco, και μετά μάζεψε το δερμάτινο σημειωματάριό της από εκεί όπου Εκείνη το είχε παρατήσει, και το ακούμπησε στο γραφείο της δίπλα στα ζουμπουλάκια, και μετά τη ζάλισε πάλι λέγοντας (επί λέξει, ο αθεόφοβος) «H Βιταμίνη C, γνωστή και ως ασκορβικό οξύ, αποτελεί μια υδατοδιαλυτή βιταμίνη, γνωστή για την αντιοξειδωτική της προστασία και την δράση της στην ενίσχυση του ανοσοποιητικού συστήματος. Συμμετέχει στην απορρόφηση του σιδήρου, αλλά και στην παραγωγή κολλαγόνου», και μετά Εκείνη του είπε (επί λέξει) «Θα φας μπουκέτο, αφενός· πρέπει να φύγω, αφετέρου», και μετά εκείνος έφερε σ᾽ Εκείνη τις Doc Martens, και έδεσε τα κορδόνια —

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: