«Ο Μέγιστος Ύφαλος»

Ο Έκτωρ Κακναβάτος (1920-2010)
Ο Έκτωρ Κακναβάτος (1920-2010)




Για τα 15 χρόνια από τον θάνατο του ΕΚΤΟΡΑ ΚΑΚΝΑΒΑΤΟΥ, με την αγκύλωση της τάξης του αρχείου μου, το κείμενό που αναδημοσιεύει ευγενικά ο "Χάρτης" ως ελάχιστη αναφορά στην αταξία της μοναδικής του γραφής.
Γ. Β.

_________________








ΜΗ ΦΥΛΑΓΕΣΑΙ από την αταξία είναι ευφυής. Η τάξη είναι αγκύλωση .Φυλάξου.
ΕΚΤΩΡ ΚΑΚΝΑΒΑΤΟΣ

 

Η ποίηση δεν μας αφήνει να μιλάμε γι’ αυτήν.
Οι εκδηλώσεις για τον ποιητή, ως δηλώσεις υπέρ της ποιήσεώς του θα έπρεπε να εκλαμβάνονται. Δηλώσεις υποταγής του σχολιαστή του, θέλω να πω της σχολαστικότητας, ακόμη και των ενδελεχέστερων σχολίων του.
Το ποίημα, αυτή η αυτεξούσια ταυτολογία, είναι το ποίημα. Προσυπογράφεται ή διαγράφεται. Στην ποίηση δεν χωράει μεταποίηση. Δεν υπάρχει μεταποίηση του ποιήματος, διότι «δεν υπάρχει η μεταγλώσσα». Η ρήση του Λακάν: «Ιl n’y a pas de métalangage», στην οποία προσαρτώ το κεντρικό απόφθεγμα από τα Βραχέα και Μακρά του Κακναβάτου: «Η ποιητική πραγματικότητα δεν είναι αναγώγιμη σε κάτι έξω απ’ αυτήν. Είναι η ίδια η ποίηση», εισάγει μία αινιγματική φράση του Χέλντερλιν: «Είμαστε ένα σημάδι χωρίς ερμηνεία». Σε ό,τι με αφορά, τον αστερισμό αυτών των τριών αποφάνσεων του Λακάν, του Κακναβάτου και του Χέλντερλιν, τον αντιλαμβάνομαι ως κατηγορική επιταγή ενός: «Μη με σχολιάσεις, διότι η ποίησή μου δεν έχει λόγο υπάρξεως πλην του εαυτού της. “Το αναφερόμενο” δεν με αφορά, όποτε η ανάγνωση που θα επιχειρήσεις, μόνον ως κίνηση που υποσκάπτει την απουσία μου μέσα στην παρουσία του έργου μπορεί να επιτευχθεί. Διάβασέ με, λοιπόν, με μια ματιά. Σάρωσέ με. Κι αν θελήσεις να προσθέσεις κάτι, δεν θα έχεις καταλάβει τίποτα από το παιχνίδι μου. Αν ζητάς ένα συμπλήρωμα ανάγνωσης και γραφής, μόνον μέσα στην αναγκαιότητα του ανόητου παιχνιδιού πρέπει να το αναζητήσεις. Κι αν η μεθοδολογική σύνεση ή οι κανόνες της αντικειμενικότητας δεν σε συγκρατήσουν από το να προσθέσεις κάτι δικό σου ―ένα σχόλιο―, τότε αυτό που θα προσθέσεις ας μην είναι ένα συμπλήρωμα, αλλά μόνον το αναπλήρωμα, “ούτε ένα επιπλέον, ούτε ένα λιγότερο, ούτε ένα εκτός, ούτε το συμπλήρωμα ενός εντός, ούτε ένα συμβεβηκός, ούτε μια ουσία”, όπως διδάσκει ο Ντεριντά. Ας είναι αυτή η αρνητική γραφή, που οδηγεί στην ανάγνωση ως αποτυχία. Ας είναι ένα επιπλέον ποίημα. Γιατί δεν το γράφεις;».
Θα υποστηρίξω ότι η αρνητικότητα του σχολιαστικού εγχειρήματος, οφείλει να έχει τη μορφή μιας χρυσής κλωστής υφασμένης μέσα στο υφάδι της ποίησης του Κακναβάτου. Άπαξ και σχολιάσεις, το ποίημα σχολνά. Κινδυνεύει να είναι το υπέρμετρο συμπλήρωμα. Αλλά τίποτα δεν επέχει θέση ποιήσεως. Αν σχολιάσεις, είναι σαν να αρνείσαι τον ποιητή.
Ακολουθώ εδώ μια τέτοιου τύπου αρνητική ανάγνωση της ποίησης του Κακναβάτου, διότι, όπως σημειώνει ο ίδιος, ακόμη κι αν στήσεις την άρνηση της άρνησης, κατάφαση δεν προκύπτει. Αυτό τουλάχιστον το ξέρω. Το σκάνδαλο είναι πως η άρνηση ―το αναπαριστάνον αντί του πράγματος― κινεί το σύμπαν.
Δεν είναι πράγματι του καθενός ν’ ακούει μια γλώσσα, στην οποία το «ρω μπορεί να περάσει το μπουγάζι ανάμεσα Μάη Οκτώβρη» . Και φαίνεται αδιανόητο ν’ ακούει κανείς μια γλώσσα που στηρίζεται σε κάτι το οποίο δεν είναι ούτε μια αλήθεια ούτε ένα ψέμα, αλλά σ’ ένα ostinato, μια μουσική ένδειξη, ένα θέμα χωρίς παραλλαγές, που επανέρχεται πεισματικά εξήντα χρόνια τώρα. Προς τούτο, όλο το έργο του αμετανόητου Κακναβάτου πρέπει να διαβαστεί χωρίς περιοδολογήσεις, χωρίς τίτλους, ως ένα ποίημα εκτενές, ένα δωδεκάφθογγο ποίημα, μοίρα κάθε ποιήματος. «Η δωδεκάφθογγη τέχνη δεν είναι μόνο μοίρα της μουσικής», γράφει ο Αντόρνο, αλλά και της ποίησης, που την αλυσοδένει, απελευθερώνοντας την. Μέσω αυτής της οργάνωσης, σημειώνει ο Αντόρνο, η ποίηση επιτυγχάνει την ελευθερία της και, ως εκ τούτου, αποτυγχάνει. Επιπλέον, θα γράψει ο Κακναβάτος, στα Βραχέα και Μακρά: «Ο Αντόρνο αναρωτιέται αν επιβάλλεται στην τέχνη να αυτοκατανοείται» . Αλλά γιατί να αυτοκατανοείται; Είναι δυνατή «η άρθρωση του άλφα σε μη αλφαδική διάταξη» ; Είναι δυνατή «η αναμέτρηση με το τερατώδες»; (Κακναβάτος)
Ο ποιητής με εξουσιοδοτεί για αυτή την αποτυχία: ν’ αποκριθώ μ’ ένα σχόλιο στο μη αποκρίσιμο της ποίησής του, εξαιτίας αυτής της αρκτικής αμφιλογίας που τη συνιστά ως ιδιάζουσα ποίηση και την ίδια στιγμή να φοβηθώ γιατί αποκρίνομαι. Να πρέπει να σχολιάσω την ποίησή του και συγχρόνως το διάβημά μου να απαγορεύεται από την ποίηση αυτή. Προσθέτω ότι ο Κακναβάτος ως εκ της ιδιαιτερότητάς του αυτής, κρατάει στο έργο του ανοιχτό το ερώτημα. Περί ποίου όμως πρόκειται; Τι δεν είναι η ποίηση του Έκτορα Κακναβάτου;

Απαντώ:

α) Δεν είναι «νέα συνομιλία» του σημερινού στίχου με την έμμετρη προσωδία, ούτε υπερβαίνει τη «συναισθηματική διάλυση» την οποία απεύχονται οι κήρυκες της «νέας οργανικότητας» κινούμενοι μεταξύ νοσταλγικής παρωδίας και παρωδιακής νοσταλγίας ενός χαμένου κέντρου, παρόντος όμως συνεχώς ως συμπτώματος.
β) Δεν είναι η «παλαιά συνδιαλλαγή» με την αγγλοσαξονική ποίηση (Πάουντ, Έλιοτ) που ενέπνευσε τη γενιά του τριάντα και που δεν φαίνεται να έχει εξαντλήσει τα αποθέματα της υπό το πρόσχημα ενός απισχνασμένου μεταμοντερνισμού, ελέω Άσμπερι.
γ) Δεν είναι βραβευθείσα συναισθηματολογία, ή ακαδημαϊκός πλέον μετεμφυλιακός ηττημένος ρεαλισμός υπό βράβευσιν, ούτε συνταγολογημένος λυρισμός, οργανωμένος ευπώλητος ρομαντισμός, ούτε καν υπερρεαλισμός, παρά τις εγνωσμένες οφειλές του Κακναβάτου στον Εμπειρίκο.
δ) Δεν προσφέρεται τέλος σε ανάλυση από: «ανάρχιδες φιλοσόφους που παραπλέουνε τον Μέγιστο Ύφαλο με παχυλές χορηγίες της Coca Cola» .
Η ποίηση του, αντίθετα, ο Μέγιστος Ύφαλος είναι, πάνω στον οποίο όλοι σκαρώνουμε. Η συνειρμολογία εκείνη που θέλει τη λέξη αποκομμένη από το υπερβατικό της αναφερόμενο, ή, τον βράχο του Πραγματικού. Κι αν θέλει τη λέξη, διόλου δεν την αντιλαμβάνεται σα λέξη, που ενώ δεν διαταράσσει τη «χημική δομή» του στίχου, αναδεικνύει τη «συνειρμική επιφάνεια», επιβεβαιώνοντας όχι μόνον ότι «η ποίηση συνιστά το λιγότερο ανόητο είδος του λέγειν», αλλά κι ότι μέσα στο ανόητο είναι δυνατή η ανάδειξη των επιφανειών, που, όπως γνωρίζουμε από τον Τζόις, δίνουν τη χαρά σε μία πρόταση να αποσπαστεί από το τετριμμένο. Είναι όθεν η αρνητικότητα της άρνησης.
Τι προϋποθέτει όμως αυτή η ποίηση που αναγγέλλει το τέλος της σταθερής δομής του είναι, εισάγοντάς το ως διατάραξη της αλυσίδας των σημαινόντων; Ιδού το «déreglement de tous les sens» του Ρεμπό, ή ο όλεθρος του Μαλαρμέ, ο οποίος διαμηνύει την εξόντωση του «γερασμένου τέρατος της Ανημπόριας», ή η «καταστροφή του άσματος του Τσέλαν του Πραγματικού, όπως θα έλεγε μια ορισμένη ψυχαναλυτική σχολή, μια που ό,τι συμβαίνει στην πραγματικότητα συμβαίνει στη γλώσσα, την έλευση της οποίας ―μαζί με το «ωραίο Βιβλίο»― οφείλει να εορτάζει (να πενθεί;) συνεχώς ο ποιητής. Ή μάλλον το όνομα του ποιητή: μια «λειτουργία-ποιητής» της περιπλοκής εκείνης που στοιχειοθετεί το «μη πραγματικό ον, καλούμενο συγγραφέα». Αυτό οφείλει να «υποδύεται το ρόλο ενός νεκρού στο πεδίο της γραφής». Αλλά και πάλι, η ποίηση του Κακναβάτου δεν είναι ούτε αυτό. Θα ήθελα να μου επιτραπεί να πω «τι είναι;», ερήμην των προθέσεων του. Κυρίως να υποδείξω τους όρους υπό τους οποίους προσλαμβάνεται και αξιολογείται όταν εμμένει στις φωνητικές ιδιότητες της λέξης, ή απαξιώνεται καθώς προσχωρεί σ’ έναν φαινομενισμό του σημαίνοντος ως ήχου, ενώ θα έπρεπε τη σύμβαση μεταξύ λέξεως και «αναφερόμενου» να υπηρετεί. Και τούτο προκειμένου να μη θεωρείται ακατανόητη ή ανόητη από εκείνους που εκλαμβάνουν ως αφέλεια τον κρατυλισμό, ήτοι τη φυσική σχέση μεταξύ ονόματος και ουσίας. Καλύτερα, τη φωνική και φονική τους σχέση. Εκείνη τη «γάτα-φονιά», που κρατάει το νόημα σαν «ψόφιο ανάμεσα στα δόντια καναρίνι».
Υποστηρίζω ότι το ποίημα του Κακναβάτου ―έργο σε εξέλιξη ή μάλλον ανακυκλούμενος κοχλίας― συνιστά έναν από τους τόπους που δοκιμάζεται η εγχώρια κριτική. Ό,τι ο Κακναβάτος θέτει στην ποίηση του ως λέξη, ευνοεί εν τέλει τη σιωπή, την παύση, το κενό, το οποίο όμως προβάλλει ως άμεση οντολογική συνέπεια της λεκτικής του, της λεξικής του, υπερβολής, υπό μορφήν αποσιωπητικών, όπως στο ποίημα: «Από το φάκελο μιας αστροφεγγιάς», όπου, στην αντίστοιχη σημείωση, αποδεικνύεται ότι «οι δυο αράδες με αποσιωπητικά δεν είναι για να υποβάλλουν, (αλλά) επισημαίνονται μόνο οι θέσεις που το χειρόγραφο είναι κατεστραμμένο από την πολυκαιρία». Γνωρίζει ο ποιητής ότι η λέξη του αποσιωπά, αποκρύπτει ένα τυφλό σημείο, εισάγοντας υπό το καθεστώς της σκοτεινής προσωκρατικής αθωότητας μια φωτισμένη, μαθηματική γνώση, μια γνωσιολογική υπεροχή ως προς τους ημέτερους κιαροσκούρους αισθηματίες ποιητές, η οποία όμως θα πρέπει να αποσιωπηθεί από την υπερσήμανσή της, ώστε να αναδεικνύεται ως ενόραση περιβεβλημένη από μία σκοτία: «Η ποίηση έχει μιαν ενδοχώρα που μόνο η περίφραξή της είναι σκοτία», αναφωνεί ο Σαρ. Δεν είμαστε μακριά απ’ την ανάλυση της «ρητορικής της τυφλότητας», όπως την καταθέτει στο ομώνυμο κείμενο του για την ντεριντιανή ανάγνωση του Ρουσό, ο Πολ ντε Μαν. Ο Κακναβάτος δείχνει και αυτός το αντίθετο απ’ ό,τι θέλει να δείξει. Ανοίγεται «στη δυνατότητα ενός αρχετυπικού λάθους: στη συνεχή σύγχυση του σημείου και της ουσίας», το οποίο όμως ο αναγνώστης του οφείλει να διαπράξει, ειδοποιούμενος πως εάν ακολουθήσει τον ρητορικό τρόπο κατά την ανάγνωση, θα αντιληφθεί πως η κριτική του διαύγεια υποκύπτει στη μοίρα της οράσεως: να διακρίνει αυτό «το αναγκαίο σύστοιχο της ρητορικής φύσης της λογοτεχνικής γλώσσας»: το τυφλό σημείο! Διότι στο σχήμα: ποίημα-αναγνώστης-κριτικός, τυφλά σημεία είναι τα διάκενα μεταξύ των τριών ασύμπτωτων κατ’ αρχήν όρων, που μπορούν εντούτοις να φωτίζουν, όπως στην αρχιτεκτονική, η σκοτία μεταξύ δύο επιφανειών, προβάλλει τη φωτεινότητα τους. (Αρχιτέκτονες και ποιητές ονομάζουν «σκοτία» ένα κενό). Αυτό συνιστά την μαλαρμική «κρίση του στίχου».
«Κρίση του στίχου»; Κρίση μάλλον εκείνου του εθελότυφλου κριτικού, ο οποίος εντός της ριζικής αμφιθυμίας κάποιου που η αδυναμία του να κρίνει τον εξωθεί στο να κρίνει περισσότερο, είναι υποχρεωμένος να οδηγηθεί σ’ έναν συγκερασμό μεταξύ του «ναι» και του «όχι», υποδεικνύοντας τη σημασία «του ουδέτερου», κεφαλαιώδη για έναν κριτικό, όπως ο Μορίς Μπλανσό και ο Μπαρτ.
Έγραφα ότι το έργο του Κακναβάτου δεν εκλαϊκεύεται. Ο κριτικός – «αυτό το πονηρό υβρίδιο ανάγνωσης και γραφής» – που θα τολμούσε κάτι τέτοιο, θα επιβαλλόταν στο έργο με έναν υπέρβαρο λόγο, ενώ, όπως σημειώνει ο Μπλανσό, «ο κριτικός λόγος, σεμνά και επίμονα, εκφράζει την πρόθεσή του να είναι τίποτε». Ο Κακναβάτος, εν εξάψει, παρατηρεί: «Σιγά που η κριτική ευλαβείται τον αυλίσκο της. Παρόλα αυτά το τοπίο αυτοφορτίζεται από το σθένος του, όπου και η οπή, καταφύγιο για κάθε καλοπροαίρετο εργαλείο…».*
Εάν ο ποιητής υπερισχύει ως νομάδας από αιδοίου εις αιδοίον, μετακινούμενος μεταξύ αναγνώστη και κριτικού, τότε ο κριτικός ηττάται ακίνητος επί του φαλλού στον επιτελικό του ρόλο ως επιβήτορα. Η κριτική του υφίσταται ως βεβαιότητα και όχι ως πάθος. Αλλά εκεί στη σκοτεινή περίφραξη που συναιρεί τη σκοτία, τρώει τα μούτρα του.
Μισό και πλέον αιώνα, από τη Fuga του 1943 έως την ποιητική συλλογή Στα πρόσω Ιαχής (Αγρα 2005), αλλά και τη συλλογή αφορισμών για την ποίηση, τη γλώσσα και τον λόγο, υπό τον τίτλο Βραχέα και Μακρά, ο Έκτωρ Κακναβάτος δεν έχει πάψει να διατρανώνει ότι: «Πρέπει να μείνει ακατάργητο το αυχενικό ρήμα αφίημι», διότι «λες και κάτι ηχηρόν της έρπουσας ιχνηλασίας έκανε να ριγεί το φάντασμα του Πλάτωνα» .
Σαν τον πρόδρομό του, Ρενέ Σαρ, προτιμά κι αυτός «την εμπειρία που η ζωή διαψεύδει». Σαν τον σύγχρονό του, Ιβ Μπονφουά προσυπογράφει πως «Το ποίημα, το τελειωμένο ποίημα, δεν μιλάει, είναι, πρωτίστως. Κι αυτό για να τέρψει τον αναγνώστη για τις ματαιώσεις της ζωής του».
Να πιστεύει άραγε ο Κακναβάτος πως η ζωή, σε σχέση με την ποίηση, είναι ματαιωμένη; Όχι βέβαια. Έζησε και αντιστάθηκε και έγραψε. Το ποίημα είναι γι’ αυτόν απόλυτο ή δεν είναι. Αλλά δεν πρόκειται για την εσφαλμένη, κατά την άποψη μου, αντιπαράθεση ποίησης και ζωής. Ο ποιητής δεν θα μπορούσε να γράψει, εάν δεν ξεκινούσε αμέσως έναν διάλογο «ανάμεσα στον ποιητή, σαν ένα εγώ, και στα πράγματα, συστατικά του φυσικού, ιστορικοκοινωνικού = χωροχρονικού περιβάλλοντος», θα πει ο Κακναβάτος, τονίζοντας ότι όλο αυτό το αλισβερίσι γίνεται «πέραν του αιτήματος του αποχρώντος λόγου». Ο μόνος λόγος υπάρξεώς του, είναι η μαλαρμική διαπίστωση: «c’est ça» (=αυτό είναι). Τελεία και παύλα.
Δεν μoυ είναι εύκολο να εξηγήσω γιατί, τελικώς, μόνο η ποίηση μπορεί να «εξηγήσει» την διαπιστωτική πρόταση: «αυτό είναι ποίηση». Για ποιον λόγο δηλαδή ο ισχυρισμός του Κακναβάτου ότι: «Η τέχνη είναι ένας ισχυρισμός», ισχύει μόνο γι’ αυτόν που γράφει το ποίημα και όχι για όποιον, απλώς, το ισχυρίζεται. Αυτός που γράφει το ποίημα ξέρει πώς παράγεται «από σπινθηρισμούς στη στιγμή η επταφωνία» (Μαλαρμέ).
Η δυσκολία μου έγκειται στο ότι και εγώ γράφω ποίηση. Παρά ταύτα, η επανεγγραφή του ίδιου πάντοτε ζητήματος ελπίζω ότι και για μένα δεν επιθυμεί να εξηγήσει, αλλά να δείξει την αρνητική κίνηση του ποιήματος στην περιφέρεια ενός κύκλου, του οποίου το κέντρο δεν είναι προσβάσιμο, παρότι αυτό σταθμίζει τη σχέση μας με τη ζωή (και που συγχρόνως, σταθμίζοντας, δεν υπάρχει). Και υπ’ αυτήν την έννοια ο ποιητής δεν υποχρεούται μόνο να αποφαίνεται για τα κρίσιμα, αλλά και να διερωτάται. Ας μου επιτρέψει ο Κακναβάτος να διαβάσω τους αφορισμούς του ως μια διηνεκή ερωτηματοθεσία. Συνοψίζω τα ερωτήματα: Τι κοινοποιεί ένα ποίημα; Γιατί ένα ποίημα δεν απευθύνεται σε όσους θεωρούν κατανοητό μόνον ό,τι προηγουμένως καταλαβαίνουν; Γιατί ένα ποίημα, για να είναι ποίημα, δεν θα πρέπει να ανακοινώνει παρά μόνον την ίδια του την ποιητικότητα, τον νόμο, δηλαδή, της ίδιας του της μορφής στην ανένδοτη περιοχή της ποίησης;
Προς την κατεύθυνση αυτών των ερωτημάτων μπορούμε να εννοήσουμε τον δελφικό χρησμό του Κακναβάτου ότι: «Η ποιητική γλώσσα δεν είναι σημασιολογική. Είναι σημαντική», αλλά και να υποψιαστούμε τον λόγο που ο Κακναβάτος παραμένει σκανδαλωδώς παραγνωρισμένος από τους εκπροσώπους μιας «αστικής», όπως θα έλεγε ο Μπένγιαμιν, «αντίληψης» της ποίησης. Αναφέρομαι, αφενός, σε όσους αδυνατούν να καταλάβουν πως, αν δεν υπάρχει διασκεπτική μεταγλώσσα για το ποίημα, τούτο συμβαίνει, διότι το ίδιο το ποίημα αποτελεί έναν άσκεπτο τόπο σκέψης. Και αφετέρου, συλλογίζομαι όσους αρκούνται, αντί της ποίησης, σε μια φαινομενολογία των βιωμάτων. Οι τελευταίοι, επειδή δεν βιώνουν τίποτε πέρα από τα βιώματα τους, δεν μπορούν και τίποτε να δώσουν που να υπάρχει πέρα από τα ποιήματα τους ως μικρά βιώματα ― περίπου σαν βουτήματα συνοικιακού φούρνου.
Ο Κακναβάτος υποστηρίζοντας πως αυτή η «άνετη φαινομενολογική αφήγηση» δεν επαρκεί για να ανακόψει ερωτήματα του τύπου: «Τι είναι που καθιστά τη γλωσσική ύλη ευαίσθητη σε πυκνώσεις με ποιητικό δυναμικό»; – σαν να ρωτάει: γιατί «το ασυνείδητο είναι δομημένο σαν μια γλώσσα»; Ο Μπαντιού διατείνεται ότι το ποίημα αποκαθιστά το πράγμα στην «ασκεψία του». Ο Ρενέ Σαρ πάλι είναι προκλητικότερος: «Αρέσει στη βλακεία να κυβερνά. Αρπάξτε της κάθε πιθανότητα. Αρχίζουμε ανοίγοντας πυρ εναντίον των χωριών αυτών της ορθοφροσύνης».
Με τους αφορισμούς του Κακναβάτου συμβαίνει στην ελληνική γλώσσα κάτι που έχει να συμβεί από το Μονολεκτισμοί και Ολιγόλεκτα (1980) του Καρούζου ή το μεταθανάτιο Εκ του πλησίον (1998) του Ελύτη. Ας μην περιμένουν λοιπόν να αναγνωρίσουν στον Κακναβάτο τη θέση που του αξίζει στα γράμματά μας. Την κατέχει ήδη, δίπλα στον ομότεχνο άλλον του: τον Τ. Σινόπουλο.
Δεν ισχυρίζομαι πως ολόκληρο το έργο του Κακναβάτου θα πρέπει εφεξής να το διαβάζουμε με αφετηρία αυτά τα Βραχέα και μακρά «πάρεργα», που τον κατατάσσουν αμετάκλητα στη χορεία των αναστοχαστικών ποιητών, παρά τις υπερρεαλιστικές του εμμονές: («Δεν αντέχει η γλώσσα να πάει τόσο πέρα στη υπερφαλάγγιση του νοήματος»). Λέω απλώς ότι το βιβλίο αυτό του Κακναβάτου είναι λυδία λίθος για τη συνολική εκτίμηση του ποιητικού φαινομένου στην Ελλάδα σήμερα. (Αλήθεια, πότε η Διαρκής Ιερά Σύνοδος των ποιητών μας θα κάνει την αυτοκάθαρσή της;). Δυστυχώς, τα αποτελέσματα της δοκιμασίας όλων μας που τον τιμούμε δεν είναι και τα πιο ενθαρρυντικά. Μοιάζει όμως να απαντούν στο ερώτημα: «Προς τι ο Κακναβάτος σε καιρούς ενδεείς»;

Ανακεφαλαιώνω.
Στην ποίηση του Κακναβάτου, βλέπω και εγώ τη γλώσσα. Βλέπω δηλαδή το μαγικό εκείνο σημειωματάριο του Φρόιντ. (Το μικρό όργανο, με τα τρία στρώματα: το φύλλο από σελιλόιντ, ισοδύναμο του αλεξιδιεγερτικού συστήματος. Το κηρωμένο χαρτί, ισοδύναμο του συστήματος αντίληψη-συνείδηση, το οποίο δέχεται τα ερεθίσματα αλλά δεν συγκρατεί τίποτε. Τέλος, την κερένια πλακέτα, ισοδύναμο των μνημονικών συστημάτων).
Αλλά τι σημαίνει «βλέπω τη γλώσσα» και τι δεν βλέπουν όσοι αρνούνται να δουν τον Κακναβάτο; Βλέπω, και δεν βλέπουν, το πεδίο της ποιήσεως εν γένει, το οποίο βυθίζεται «στα σκοτεινά» και ορίζεται από το μη ορατό, ώστε η θέαση να αποβάλει τα προνόμια μιας κατ’ επίφασιν διαυγούς «κριτικής» ανάγνωσης ―μιας κατ’ ουσίαν ευσεβούς ανάγνωσης― και να καθιστά την όραση αποτέλεσμα των προϋποθέσεων αυτού του πεδίου. Διότι, θα πρέπει να το υπενθυμίσω, η ποίηση εξουσιοδοτεί η ίδια τον εαυτό της, με την αφθονία και συγχρόνως την απορία των τρόπων της, εντός μιας γενικής οικονομίας όπου «η ποίηση είναι σχεδόν εκπτωτική ποίηση».
Βλέπω, λοιπόν, στην ποίηση του Κακναβάτου, ή μάλλον διαβάζω στην ποίηση του Κακναβάτου, το ανοικονόμητο. Εκείνο που δεν βλέπει και δεν διαβάζει η κριτική: όχι ό,τι δεν βλέπει, αλλά εκείνο ακριβώς που βλέπει. Όχι ό,τι δεν διαβάζει, αλλά εκείνο ακριβώς που διαβάζει. Γι’ αυτό η κριτική ούτε τον κατανοεί ούτε τον αναγνωρίζει. Ανίκανη να εννοήσει και να ενσαρκώσει την σύμπτωση της μη όρασης με την όραση (ανίκανη να επιτελέσει την coincidentia oppositorum) εντός του πεδίου, δηλαδή, μέσα στην ίδια την όραση, ευλαβείται τον αυλίσκο της.

«Ποιο είναι το ισχυρό του παραλόγου;», ερωτάται ο ποιητής. Και απαντά: «Κάποιος απ’ όλο το κείμενο διάβαζε μόνον τα σημεία στίξης».

[ Πρωτοδημοσιεύτηκε εδώ ]

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: