Δ.Α.:Έχει κάτι το ξεχωριστό η επαφή μου με τους Σέρβους συγγραφείς. Υπήρχε πάντα μια ομάδα που συνένωνε, γενικά κατά κάποιο τρόπο, άτομα από διαφορετικά πεδία, όπως η φιλοσοφία, η ποίηση, η λογοτεχνία, της οποίας ήμουν μέλος από τη δεκαετία του ’70, τη δεκαετία της «τοπικής αναγέννησης» Περιλάμβανε και τον πυρήνα της ομάδας η οποία εξέδιδε την επιθεώρηση
Praxis, στην οποία συμμετείχαν και μουσικοί, κινηματογραφιστές κλπ. Η ιδέα ήταν να είναι ενωμένα τα θύματα έξωθεν κυρώσεων στην περιοχή εκείνη. Η ομάδα δεν ήταν ποτέ ικανοποιημένη από την πολιτική κατάσταση και πολλά μέλη της αντιμετώπισαν σοβαρά προβλήματα, έχασαν δηλαδή τη δουλειά τους, στον βαθμό που αγωνίζονταν για μια Σερβία που θα ήταν δημοκρατικό και μη θρησκευτικό κράτος. Στόχος τους ήταν η προώθηση της οικονομικής ανάπτυξης της περιοχής και η αποκατάσταση της δημοκρατίας σε όλα τα άλλα κράτη των Βαλκανίων, την Ρουμανία, την Βουλγαρία κλπ. Για μένα ο πόλεμος ήταν το μέγα σφάλμα, το οποίο έκανε τα προβλήματα όλο και πιο περίπλοκα.*
Δ.Α.: Πάντα προσπάθησα να εξερευνήσω τους λόγους, τα μέσα, για την παραγωγή αυτού που θα μπορούσε να ονομασθεί «ποιητικό συμβάν». Υπάρχει μια οριακή κατάσταση σε ό,τι αφορά την απόπειρα επίλυσης του προβλήματος και είναι αναγκαίο αυτό να απλοποιηθεί στο έπακρον. Μπορεί να ειπωθεί ότι πρόκειται για την η διερεύνηση ενός ορίου, για μια ρητορική, της οποίας η διερεύνηση, τις πιο πολλές φορές, έχει γίνει με τρόπους που άγγιζαν την υπερβολή και τη γελοιότητα. Συνολικά μπορεί να είναι κάτι πολύ ενδιαφέρον, μπορεί όμως να είναι και πολύ ανόητο, και δεν μπορεί να υπάρξει εγγύηση πως έχουν διερευνηθεί όλα τα όρια, έτσι ώστε, αυτομάτως, να μπορεί να πει κανείς ποιο είναι το «σημείο» αυτό όπου συναντά το γελοίο. Όταν, για παράδειγμα, εγώ φέρνω κοντά μεταξύ τους δυο διαφορετικές γλώσσες, όπως τη γραπτή ποίηση και το βίντεο, προσπαθώ να τις εξερευνήσω φθάνοντάς τες στα όριά τους, φέρνοντας στην επιφάνεια κοινές συνιστώσες τους και παρατηρώντας την διάδραση ανάμεσα στις δομές που τις συνθέτουν, μέσα από τη μετάφραση των προβλημάτων από τη μια γλώσσα στην άλλη. Η τεχνική της δημιουργίας κολάζ στην ποίηση είναι εντελώς διαφορετική από αυτή που εφαρμόζεται στην ζωγραφική. Αυτό, λοιπόν, που μπορεί να κάνει κανείς είναι να τις βάλει μαζί και να διαπιστώσει το όριο, την υπερβολή έτσι όπως προκύπτει από την μετάφραση αυτών των ιδεών.**
Δ.Α.: Δεν μπορώ να δώσω μια οριστική απάντηση, γιατί πρόκειται για ένα ζήτημα πολύ ενδιαφέρον και δύσκολο. Από τη δική μου οπτική γωνία, το «μοντέρνο», όπως το αποκαλούμε, βρίσκεται σε τούτη την μεριά του κόσμου, είναι και αυτό ένα ιστορικό φαινόμενο, ταυτοποιήσιμο μέσα σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο, δεδομένου ότι η όλη συζήτηση περί τέχνης, περί φιλοσοφίας, ήταν διαφορετική τον περασμένο αιώνα. Για παράδειγμα, στην Βραζιλία οι ιθαγενείς κάνουν πολύ όμορφα πράγματα στο κορμί τους, στα αντικείμενα τους, τέτοια που να μην μπορούμε να τα θεωρήσουμε υποδεέστερα από τις δικές μας μορφές έκφρασης, και που θα μπορούσαμε να τα αποκαλέσουμε μοντέρνα. Για μένα η «μοντέρνα τέχνη» είναι ο καρπός μια εξέλιξης και, ταυτόχρονα, ένα ιστορικό γεγονός, δηλαδή ένα παράδοξο. Προσπαθούμε να συναντήσουμε το μοντέρνο σε στοιχεία που επιζούν και πάμε πίσω στο χρόνο μέχρι μια συγκεκριμένη ιστορική περίοδο, όπως η Αθήνα της αρχαιότητας, σε ορισμένες ιστορικές περιόδους στην Κίνα και την Ιαπωνία, στην Κόρδοβα, στην Γρανάδα, προκειμένου να τα ερμηνεύσουμε ως στιγμές επεξεργασίας του μοντέρνου χωρίς, ταυτόχρονα, να τα θεωρούμε πειραματισμούς του μοντέρνου, επειδή δεν αποτελούν στοιχεία που συναπαρτίζουν την «Ιστορία της Ευρώπης». Υπάρχει, ακόμη, και ο κίνδυνος του ιστορικισμού, όπως στην αρχιτεκτονική, η οποία περνά από την μια περίοδο στην άλλη μέσω μιας γραμμικής ανάλυσης του σχεδίου (design) είτε μέσω ενός ιστορικού στοιχείου. Είναι αυτό μοντέρνο ή δεν είναι; Είναι αναγκαίο, όσον αφορά την περίπτωση της λογοτεχνίας, να συνδυάσουμε φέρνοντας κοντά τις παραλλαγές μιας ποιητικής προκειμένου να αποκωδικοποιήσουμε το μοντέρνο στοιχείο σε αυτήν.