Ακινησία

Ακινησία

Όλο το βράδυ, ο μαύρος γυαλιστερός όγκος της θάλασσας πτύχωνε στο σεληνιακό φως. Οι φιλόζωοι είναι στριμωγμένοι με τα κλουβιά τους στο πάνω κατάστρωμα. Τώρα που χαράζει Λαμπροδευτέρα είναι κουλουριασμένοι και δέχονται υπομονετικά τα ψυχρά ρεύματα αέρα και τις απότομες αλλαγές ηλιοφάνειας. Στοίβες οι καρέκλες, η μια μέσα στην άλλη. Δεν έχει φαντάρους, όμως τα εικοσάχρονα αγόρια από την Κρήτη έχουν όλα την ίδια γενειάδα, σαν φοιτητές ιερατικής σχολής.
Δίπλα μου ένας εξηνταπεντάρης με τον γιο του χαιδεύουν μια σκυλίτσα, που στρογγυλοκάθεται υπάκουα στα πισινά της πόδια. Στο κατάστρωμα βγαίνει ένας σαραντάρης κοκκινοτρίχης με γιλεκάκι, συνθετικό μπουφάν, άσπρη κάλτσα και γυαλί ρέιμπαν. Κάθεται και συστήνεται:

– Μίλτος.
– Κώστας, απαντά ευγενικά ο πατέρας. Από Ηράκλειο;
– Αρχάνες. Το...σκυλάκι; Αρσενικό;
– Θηλυκό.
– Α, ωραία, άμα γεννήσει θα σου αφήσω τηλέφωνο να...

Ο ενικός δεν αρέσει στον πατέρα:

– Δε θα γεννήσει.
– Γιατί;
– Είναι στειρωμένη.
– Α, αυτό, φίλε, είναι έγκλημα! Εγώ τα δικά μου τα ποιμενικά δεν τα στείρωνα αμέσως, τα άφηνα να κάνουν μια γέννα τουλάχιστον.
– Και τα κουτάβια τι τα κάνατε;
– Τα έπνιγα.

Στην Πλατεία Λεόντων, μπροστά στο σουβλιστό αρνί με τη δαγκωμένη γλώσσα έξω, τα «Αληθώς» ανταλλάσσονται μεγαλόφωνα. Στις βιτρίνες του νυφοπάζαρου τα φαλλικά μανεκέν φορούν φτηνά τζην σε υψηλές τιμές. Το πλακόστρωτο κάτω αχνίζει. Σε ένα καφενείο τέσσερις αλλοδαποί παίζουν μπιρίμπα. Ακούγονται βρισιές, στρακαστρούκες και βαρελότα. Κάποιοι είδαν, λέει, τον Χριστό στον Άγιο Πέτρο των Δομινικανών με τον τύπο των ήλων και είπαν «Δεν μπορεί, θα ’ναι αναστημένος». Κι αλείφουν τώρα τις τρύπιες παλάμες του με πομάδες, να γιάνει.
Όσο ν’ ανέβει ο ήλιος, και μέχρι να φανεί ο Πειραιάς, μια Σιαμαία γάτα σουλατσάρει στον λαιμό της γριάς αμερικάνας που έχει απλώσει την καρώ βερμούδα της σε δυο καρέκλες του καταστρώματος κι αγναντεύει. Πίσω μου ένας τύπος με μαύρα και τατουάζ με γυμνή γοργόνα στο αριστερό μπράτσο μιλάει στο κινητό. Στήνω αυτί ν' ακούσω:

– Ρε μαλάκα, με τον Σάκη μιλάς, όχι με κανένα μαλάκα! Άκου... όταν κάνεις αυτή τη δουλειά θα σου χρειαστεί το διδακτορικό, λέει και κάνει μια παύση.

Ο γυαλιστερός όγκος της θάλασσας κουνιέται ρυθμικά στον άνεμο και ο θόρυβος με εμποδίζει να ακούσω παρακάτω. Λέει κάτι για την Κρήτη και μετά χάνεται πάλι ο ήχος.

– Τώρα γυρίζουμε από Άδελε, συνεχίζει ο φιλόζωος. Λέμε ν’ ανοίξουμε το νοικοκυριό μας εκεί, έχω και τη γυναίκα έγκυος, βλέπεις.
– Να σου ζήσει, λέει τυπικά ο εξηνταπεντάρης.
– Κάτσε να γεννηθεί πρώτα...
– Υγεία να έχουμε...
– Υγεία! Γιατί δόξα τω Θεώ λεφτά έχουμε! κάνει ο Μίλτος και βγάζει ένα παραφουσκωμένο πορτοφόλι.

Τα κλουβιά πάνε κι έρχονται και τα σκυλιά γαυγίζουν ανήσυχα το ένα στ’ άλλο. Συντονίζονται με τον ήχο των κινητών και ένα απρόσμενο κύμα τα κάνει να τριποδίσουν για να ισορροπήσουν. Εμφανίζεται μια σαραντάρα με έντονο κόκκινο κραγιόν, μαύρες γυαλιστερές μπότες, μαλλιά ντεκαπαρισμένα, τεράστια γυαλιά ηλίου με άσπρο σκελετό και στο χέρι τσιγάρο. Γνέφει στους άλλους σ'ένα βαριεστημένο χαιρετισμό και σκύβει πάνω απ’ τον Μίλτο:

– Πάω να την πέσω λίγο καμπίνα. Έχεις κανένα φράγκο;

Ο Μίλτος αγριεύει λιγάκι, κοκκινίζει, μα βγάζει το φουσκωμένο πορτοφόλι και της δίνει:

– Ναι μωρό, θα ‘ρθω κι εγώ σε λίγο, μωρό.

Ο πατέρας χαζεύει τη σαραντάρα ν’ απομακρύνεται, με γοφούς που λικνίζονται σε ισορροπία τρόμου πάνω στα τακούνια:

– Η σύζυγος;
– Ναι, το γυναικάκι... τη στεφανώθηκα όταν έφυγα από τα αντιτορπιλικά.

Ακούγεται πάλι καθαρά η φωνή παραδίπλα στο κινητό:

– Σε εταιρία ή στο Πανεπιστήμιο; Έχει διαφορά, ρε μαλάκα. Στο Πανεπιστήμιο κάνουν κρα για τζάμπα δουλειά. Οι εταιρίες κάνουν ριασέσμεντ. Εσύ ρε μαλάκα αυτό το πράμα δεν μπορείς να το κάνεις!

– Α, ώστε δούλευες στα αντιτορπιλλικά, κάνει ο γιος στον Μίλτο. Ο πατέρας του τον αγριοκοιτάζει.
– Ναι, το ‘κανα για καριέρα. Έφτασα μέχρι Σομαλία!
– Δεν υπάρχει αυτό! Μπράβο! λέει ο γιος: Έμαθα ανθίζει η πειρατεία στη Σομαλία!

Τρίζει πάλι ο μηχανισμός του καραβιού. Οι νεαροί με τις γενειάδες κοιτάζουν απορημένοι ο ένας τον άλλον. Μην κοιμάσαι, μη στολίζεσαι, μη γελάς, μη μιλάς. Ο Οδυσσέας κι ο Σεβάχ κι ο Ποσειδώνας εμφανίζονται για ένα λεπτό και χάνονται πίσω από ράφια με τρόπαια πολεμικών αναμετρήσεων, μαγνητοταινίες με ιαχές, καυχησιές, αντιδικίες, μπαλωθιές και εξαπτέρυγα. Γοργόνες και θαλάσσια τέρατα πνίγονται μέσα σε σοκολατένια κουνελάκια.
Οι αναταράξεις στέλνουν σουρτές τις στοίβες με τις καρέκλες μέχρι την περισχοίνιση της άδειας πισίνας. Η καρδιά όλων είναι σε αυτό το τόσο οικείο πράγμα, τη Λαμπρή στο χωριό.

– Εγώ να την κάνω τώρα, λέει ο Μίλτος, χάρηκα!

Ο πατέρας δεν ανταποδίδει. Ο Μίλτος σηκώνεται, χαϊδεύει με την ανάστροφη της παλάμης τη σκυλίτσα κι αμέσως το ζώο τού αγριεύει. Πατέρας και γιος με τα χίλια ζόρια καταφέρνουν να το καλμάρουν.

– Είδες; Ενώ εάν δεν την είχες στειρώσει...

Το μπαρ του καραβιού έχει ανοίξει, οι πλαστικές καρέκλες αρχίζουν να μπαίνουν στις θέσεις τους. Ο Μίλτος βαδίζει προς τις καμπίνες. Η φωνή πίσω συνεχίζει στο κινητό:

– Έλα, Πάνο, μ’ ακούς; Σε χάνω... Άκου τον το Σάκη...Πες πι χι πως φτιάχνεις ντισερτέισιον. Ακόμα και σε δύο θέσεις εργασίας να στείλεις, στην ίδια εταιρία, ε, διάλεξε εμένα, ρε μαλάκα, όχι τον χι ψι έψιλον.... Το ρεζουμέ, φίλε, είναι να μη φοβάσαι. Να μην ψαρώνεις, να είσαι… πώς να σ’το πω; Να είσαι εγωκεντρικός!

Οι τριγμοί του καραβιού γίνονται πιο έντονοι. Όπου κι αν ακουμπήσεις έχει άρμη και γλίτσα. Ο Μίλτος φτάνει στις καμπίνες και χτυπάει μια πόρτα. Ανοίγει η βαμμένη σαραντάρα. Ο Μίλτος τη σπρώχνει μέσα και κλωτσάει την πόρτα πίσω του. Ακούγονται αντικείμενα που πέφτουν.

– Έπιασες κανένα φράγκο, μωρή; Ε; Λέγε, ρε μαλακισμένη!

– Cut! Cut! Cut! φωνάζει ο σκηνοθέτης και τινάζεται από την καρέκλα του. Ο μηχανισμός κλυδωνισμού του καταστρώματος κινείται τώρα πιο αργά κι ανεβοκατεβαίνει σαν γρασαρισμένη τραμπάλα. Το καράβι στρίβει απότομα προς την πλατιά λωρίδα γης που απλώνεται στο βάθος. Εμείς που βρισκόμαστε στο κατάστρωμα έχουμε καλύτερη θέα. Το μεγαλύτερο όμως μέρος του κοινού κάθεται πίσω από τον προβολέα και βλέπει μόνο ένα μέρος της σκηνής.
Οι κομπάρσοι στρέφονται ταυτόχρονα προς τα δεξιά, γιατί στο βάθος τώρα προβάλλεται ο Πειραιάς. Ένας ένας σηκώνονται οι νεαροί με τις γενειάδες, κατεβαίνουν από το κατάστρωμα και βαδίζουν πάνω στο μαύρο νάιλον, μια πλαστική σακούλα σκουπιδιών που δεν κόπηκε στο εργοστάσιο, αλλά απλώθηκε τσαλακωμένη σαν θάλασσα. Πηδούν μέσα στο κινούμενο πλαστικό με μια μικρή κυβίστηση, το σπρώχνουν να μην τους πνίξει, πασχίζουν να σταθούν όρθιοι.
Τα μηχανήματα ραντίζουν με νερό και οι νεαροί, με δυσκολία σαν να παλεύουν με τα κύματα, βαδίζουν ανάμεσα στους κινούμενους όγκους που στραφταλίζουν κι αλλάζουν σχήμα διαρκώς. Οι κυματισμοί του υλικού προκαλούνται από δύο γκρίζους τεράστιους ανεμιστήρες που στριφογυρνούν πίσω.

Είναι μεσημέρι και οι νεαροί βγαίνουν από το στούντιο που είναι ημιυπόγειο και βρίσκεται σε μια πάροδο, πίσω από το κηποθέατρο «Νίκος Καζαντζάκης». Δείχνουν τα μπράτσα τους ο ένας στον άλλον και κάνουν κινήσεις αλλόκοτες και αργές, σαν να τινάζουν από πάνω τους το αίμα των αποκεφαλισμένων στρατιωτών του Δαρείου. Έχουν πράγματα να τραγουδήσουν, ρακές να πιουν, γυναίκες να κατακτήσουν. Έπειτα, τσουγκρίζουν κόκκινα αυγά και πετούν τα τσόφλια στα λούκια.
Τα τσόφλια κυλούν και φτάνουν στις τάφρους της Λότζια. Κάνουν έναν ειδικό ήχο καθώς σκάνε ανάμεσα στις μισομαραμένες μαργαρίτες, εκεί όπου τελειώνει η πόλη και αραιώνουν τα σπίτια. Στις εισόδους έχουν στολιστεί γκαζοτενεκέδες με γεράνια για το Πάσχα. Απόλυτη άπνοια κάτω από τη γέφυρα που καβαλάει το ρέμα. Στο σημείο όπου διασταυρώνεται η ελώδης του σύσταση με τους υπονόμους, μια γιαγιά παραμιλάει κι ένα μικρό αγόρι με κατεβασμένο βρακί κυνηγά μια μύγα και γελά τρανταχτά.

ΒΡΕΙΤΕ ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ Νίκου Ξένιου ΣΤΟΝ ΙΑΝΟ.

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: