Το φτερούγισμα μιας αδιάλειπτης εφηβείας

Το φτερούγισμα μιας αδιάλειπτης εφηβείας


[ Α ]

Εργόχειρα

Αν καθίσεις, νύχτα Σεπτεμβρίου, κάτω από ξάστερο ουρανό κι αφήσεις τα μάτια σου να βυθιστούν στο παρελθόν ενός σύμπαντος που κατά πάσα πιθανότητα δεν υπάρχει πλέον, το φυλλαράκι του μυαλού σου —από τρόμο, από αγαλλίαση;— θα απομονώσει μια χούφτα κουκίδες απ’ το πλήθος που σκόρπισε το χέρι του Μεγάλου Σπορέα, και θα υφάνει στον αμφιβληστροειδή της φαντασίας σου ένα μοναδικό υφαντό — έτσι καθώς κάποιοι κάποτε ύφαναν τον Τοξότη και τη Μεγάλη Άρκτο στον θόλο των επουρανίων, δηλαδή στον θόλο του μυαλού τους. Ετούτο το εφήμερο κάτω απ’ τον ξάστερο ουρανό υφαντό θα ‘ναι χρισμένο το λυτρωτικό παράδοξο των ερωτευμένων και των ασκητών: καλλιτέχνης κι αποδέκτης του έργου τέχνης είναι ένα και το αυτό πρόσωπο. Το έργο, στο εξής, θα σπαρταρά, νεογέννητο μαζί και ετοιμοθάνατο, μες στην κοιλιά ενός ακαριαία μηδενισμένου χρόνου, μέσα στο φως μιας αστραπής, έτσι καθώς λέγεται ότι συνέβη μες στην ψυχή του Άγγλου στρατιώτη λίγο πριν τον καταβροχθίσει ο ζωοποιός Πόρφυρας του Σολωμού: «Άστραψε φως κι εγνώρισεν…».
Καταλαβαίνουμε απόεκεί έξω ό,τι είμαστε έτοιμοι να καταλάβουμε. Το εκεί έξω αδιαφορεί· πιθανότατα. Στη δική μου αίσθηση, η εν είδει καλπασμού χιλίων επιβητόρων έλευση του Θεοδωράκη απ’ τον ιστορικό χρόνο της γενιάς μου δεν μπορεί παρά να υπακούει στο παραπάνω παράδοξο. Εκείνο που ο καθένας θα κρατήσει στα χέρια του, όταν η σκόνη του καλπασμού κατακαθίσει, θα είναι ένα νεογέννητο πρόσωπο, ο δικός του κάθε φορά Θεοδωράκης. Αυτό το πρόσωπο, που σε ανύποπτο χρόνο εισέβαλε με τις σκόρπιες κουκίδες της ιστορίας του στο πιλοτήριο του βαθυσκάφους μας και αποσυντόνισε τα όργανα, και ανακατέταξε τις συντεταγμένες της πορείας, εάν αυτό συνέβη, θα 'ναι για πάντα, ακόμα και ερήμην του, ένα ακριβό για μας πρόσωπο.
Αλλιώς: ο Θεοδωράκης έζησε τις πολλές του ζωές μέσα στη μία δική του, και φαντάζει πλέον αδύνατο να αποσαφηνιστεί το ποια ζωή υπήρξε όντως δική του. Ίσως ένας κυματισμός μες στο πολύβουο καρναβάλι των γεγονότων, προορισμένος να ντύνεται μια κάθε φορά διαφορετική μάσκα, προκειμένου να καθησυχάζει τους εχθρούς, αλλά κυρίως τον ίδιο του τον εαυτό. Θα μιλήσω εδώ για τη μία δική μου ζωή του Θεοδωράκη, που ένας πεινασμένος μέσα μου, ήδη από την εποχή της εφηβείας, ίδιος και απαράλαχτος σ’ όλα τα χρόνια, φώτιζε βουβά με το πιο φροντισμένο του φαναράκι.

Η συνάντηση

Η ευρεία οικογένειά μου, ποτισμένη ως το πιο βαθύ σημείο απ’ τη βία της φυλακής και της εξορίας, και λουσμένη στους αντικατοπτρισμούς ενός αδιάλειπτου επαναστατικού σθένους (του οποίου, ειρήσθω εν παρόδω, κορυφαίο δώρο υπήρξε η ώρα της συγχώρεσης), είχε δοκιμάσει να μου τον γνωρίσει, εγκαθιστώντας με σε νεαρή ηλικία μες στην παρηγορητική εμβέλεια του φωτοστέφανου των ενεργειών του. Κάποιος μέσα μου είχε τότε αρνηθεί, για τους δικούς του λόγους, και το παράδοξο είναι πως ένας ταξικός εχθρός, ο Μάνος Χατζιδάκις, ευθύνονταν για την πρώτη μας συνάντηση. Έτσι, βρέθηκα στα 16 μου, στο καφενείο του «Galaxy», στο Ηράκλειο, να πίνω καφέ σε ένα στρογγυλό τραπεζάκι με τα δυο τέρατα της μεταπολιτευτικής εξωστρέφειας, με το δέος εκείνο που χωρίς αμφιβολία θα ερύθρυνε τις παρειές μιας νεότητας που επέμενε να χτίζει τους χάρτινους πύργους της πάνω στα θεμέλια της αγιοσύνης των ινδαλμάτων. Κι όμως, κάποιος μέσα μου γνώριζε ήδη ότι το φως που έλουζε εκείνο το τραπεζάκι ήταν ένα, έτσι καθώς μετά το «Δεύτε λάβετε» τα κεριά που καίνε μες στις παλάμες καίνε το ίδιο Αναστάσιμο φως, αυτό που φώτισε το πρόσωπο του Ιησού όσο και του ληστή. Το φως εκείνο είχε προσφερθεί αιώνες πριν τη γέννηση και των τριών, κι ερχόταν τώρα να φωτίσει την καλή την ώρα.
Η μνήμη που κρατώ απ’ αυτή την πρώτη συνάντηση παρέμεινε αλώβητη στην κριτική των επόμενων χρόνων. Θα προσθέσω μόνο πως η όποια αναφορά στη συνέχεια των συναντήσεων, επαγγελματική ή όχι, δεν έχει χώρο εδώ, εξ ού και την παρακάμπτω ως άκομψη· μονάχα η αίσθηση της πρώτης φοράς, που, κατά πώς λένε, διαθέτει διεισδυτικές αρετές.
Θυμάμαι λοιπόν, όχι δίχως κάποια αδιόρατη νοσταλγία, πως ο Χατζιδάκις εξέπεμπε την καθηλωτική χάρη ενός ακριβού αρώματος της ανατολής, και μαζί έναν αέρα ακατανίκητης συγγένειας. Η Κρήτη ρίζωνε όμορφα στα υλικά του και ήταν ολοφάνερο ότι τον έθρεφε. Δίπλα στον Θεοδωράκη άκουγες το διακριτικό ψιθύρισμα, μια χαμηλόφωνη αναγγελία επικείμενης πτήσης, το φτερούγισμα μιας αγκαλιάς προς το εύθραυστο της ζωής, ένα ήρεμο σάλπισμα και μαζί μια επιτακτική πρόσκληση να απελευθερωθείς απ’ τη θνητότητα, πριν προλάβει ο Χάρος και σε ντροπιάσει. Το ίδιο Κρητικό σθένος που από καταγωγή κουβάλαγαν κι οι δύο (Χανιώτης απ’ τον Γαλατά ο ένας, Ρεθεμνιώτης απ’ τον Μύρθιο ο άλλος, μεγαλωμένοι όμως στην ξενιτιά τής μοναξιάς τους) μεταγλωττιζόταν δίπλα στον Θεοδωράκη σε κάτι που έμοιαζε με κουβέντα κλεμμένη απ’ τον Καπετάν Μιχάλη (ή απ’ τον καπετάν Μίκη, να πεις εδώ), ενώ δίπλα στον Χατζιδάκι μεταμορφωνόταν σε πολύτιμο προυκιό, εργόχειρο προγιαγιάς που στεκότανε ντυμένη τα γιορτινά της στο κεφαλόσκαλο να σε καλωσορίσει, εικόνα-κέντημα που οι άντρες όλοι έσκυβαν να προσκυνήσουν. Έλεγες πως παλλότανε μες στην ησυχία του απογεύματος σαν υποφωτισμένη κάμαρη του Καβάφη, που μόλις από μέσα της είχαν εξέλθει ακροποδητί οι «Νέοι της Σιδώνος». Κι αυτά την ώρα που ο Θεοδωράκης φύσαγε αφηρημένος το ίδιο του το φουσκωμένο άρμενο, ιστιοφόρο μέσα στην απόλυτη ερημιά της νύχτας, που ξεκινά ταξίδι μ’ άγνωστο προορισμό. Τη διάφανη ζωή τους όμως την ξεφανέρωναν αυτά τα ξεχασμένα πούπουλα, ριγμένα απ’ την ορθάνοιχτη φτερούγα κάποιας ουτοπίας, πούπουλα που δεν προλάβαιναν να κρύψουν, και που στο φως του απογεύματος έλαμπαν σαν μοναδική αλήθεια. Γι’ αυτό ήταν κεφάτοι.


Εργοτέλης

Λίγο πριν απ’ τα παραπάνω, στο κατάμεστο μεταπολιτευτικό γήπεδο του Εργοτέλη, συνελάμβανα την ίδια μου την ψυχή να πάλλεται λουσμένη στον αέρα που ανακάτευε με το φτερούγισμά του όταν διηύθυνε, κάτω απ’ το τρυφερό σεντόνι της φωνής της Φαραντούρη [φωνή-μάνα, φωνή-ερωμένη, φωνή-συντρόφισσα] και κάτω απ’ τις κοφτερές λεπίδες των μπουζουκιών του Καρνέζη και του Παπαδόπουλου [με τα χέρια τους να δείχνουν σ’ άλλον τόπο το καθένα, λες και τα χώριζε η ευχή ενός καθρέφτη], που απ’ τους πιο πολυσύχναστους δρόμους της γυάλινής τους έξαρσης χυνόντουσαν κατά πάνω μας κι έκοβαν τσαμπιά μνήμης ολόδροσα, τις ρόγες των αόρατων προσευχών, τα δώρα της αδιαμεσολάβητης ζωής. Στηριγμένοι στο σταθερό πάτημα του χασάπικου και περνώντας σκυφτοί μέσα απ’ τους δαιδαλώδεις λαβυρίνθους του ζεϊμπέκικου [πάντα στους ίσκιους άκουγες το πηχτό μουσούνισμα του Μινώταυρου], τα μοίραζαν σε χέρια πεινασμένα, σε εμάς, που πάνω στις διονυσιασμένες ιαχές του ακονίζαμε τη διάρκεια του αισθήματος, την ανταρσία σ’ ό,τι λοιδορούσε το φιλότιμο, την αποκοτιά μιας αστραπιαίας μα με χειρουργική τελειότητα κίνησης που ξερίζωνε απ’ τα σπλάχνα τον εισβολέα του φόβου και τον πετούσε στον αφαλό της γιορτής, ντροπιασμένο. Τότε θα ερχόντουσαν οι μαυροφόρες να χορτάσουν με τη σάρκα του τα νύχια τους, λυτρωτικά μπροστά στα μάτια μας να τον αφανίσουν.
Κι ερχόταν κάποτε η ώρα για να πει τη Ρωμιοσύνη, έτσι καθώς συλλαβίζεις έναν χρησμό χωρίς να ξέρεις (τη Ρωμιοσύνη που ήταν δάνειο, η πρόνοια κάποιου κρυμμένου μέσα μας διαρρήκτη, δάνειο όπως κι ο Ζορμπάς — μικρές κλοπές που ο χρόνος ίσως του συγχώρησε, αφού μέσα στην πολυπραγμοσύνη δεν υπήρχε χώρος για δικά σου και δικά μου, κι ας κόστισε αυτό σε ανοιχτές πληγές· ποιος να μιλήσει σήμερα γι’ αυτά, και από ποια γωνιά της μνήμης;). Κι ο τρόπος που συλλάβιζε τη Ρωμιοσύνη ήταν ο τρόπος όλων μας. Λουσμένος, απ’ την κορυφή ως τα νύχια της θεόρατης φιγούρας του με μια βία λυτρωτική, βία που την έθρεφε κάθε γραμμάριο αδικίας, που την άνδρωνε η πίκρα της προδοσίας, που την έκανε λάβαρο ο έρωτας προς έναν κόσμο που θα ήταν άλλος. Κι αυτόν τον κόσμο, με αξεδιάλυτα όμοιο τρόπο, τον ανέμιζε μέσα στο στήθος μας σαν προσευχή ο χριστιανός κι ο άθεος.
Σήμερα δεν μπορώ να ξεχωρίσω εκείνο το φτερούγισμα απ’ τον ίδιο τον Θεοδωράκη, και να γιατί εδώ η απώλεια δεν είναι ένας θάνατος μα μια εκρίζωση, ο θρήνος για τον αποχωρισμό απ’ τη γιορτή μιας ζώσας ουτοπίας, όχι κάτι λιγότερο απ’ το πένθος της κανονικής ζωής. Τώρα, λίγο πριν, αποσβολωμένοι, βλέπαμε το νεκρό σώμα της εφηβείας μας να κατεβαίνει σ’ αυτή την παράξενη τρύπα στη γη του Γαλατά, έτσι όπως κάθε νεκρός, σαν ποτέ να μην ήταν τίποτα περισσότερο από ένας νεκρός. Μυριάδες θρήνησαν βουβά και σώπασαν για αυτό που έσταξε πίσω απ’ το δάκρυ: ό,τι έδωσε νόημα στη ζωή μας, ό,τι μας ανύψωσε λίγο πάνω απ’ τον κόσμο της ανάγκης, υπήρξε θνητό. Στην παράξενη τρύπα του Γαλατά κατεβάσαμε τον ίδιο μας τον εαυτό.

Το φτερούγισμα μιας αδιάλειπτης εφηβείας



[ Β ]

Κάτω απ’ τη φόδρα

Ως εδώ το έδαφος ήταν κοινό. Απ’ το σημείο αυτό κι έπειτα διακρίνονται οι γκρίζες ζώνες. Στο εξής ο καθένας θα πατά στη δική του τη βάρκα.
Ο Θεοδωράκης —αυτό το κομμάτι Θεοδωράκη που εγώ θέλω να κρατήσω— ακόνιζε το ξίφος του στην καθαρότητα της πρόθεσης και όχι στη βεβαιότητα της νίκης. Η μετέωρη πατρίδα που υπερασπίστηκε (αυτός και οι χιλιάδες σαν αυτόν, ανάμεσά τους κι ο πατέρας μου) ανέπνεε ήδη μέσα τους, σύμμαχος κι άγγελος. Με κάποιον τρόπο πραγματική πατρίδα τους υπήρξε η ίδια η μάχη, και να γιατί η σκηνή που ανακαλεί ο Θεοδωράκης [εκεί που σε έναν μελλοθάνατο προσφέρεται η δυνατότητα να εξαιρεθεί, αλλά αυτός βουτά στη θάλασσα και κολυμπά προς τη βάρκα που θα τον οδηγήσει μαζί με τους συντρόφους του στο εκτελεστικό απόσπασμα] συνοψίζει το τι υπήρξε ο θάνατος για αυτούς, θάνατος που μεταστοιχειωνόταν σε διαρκές χάδι της ποθητής πατρίδας, στη μόνη της ενσάρκωση, στον μόνο τόπο που το όνειρο ανέπνεε ψηλά πάνω από τα μικρά μεγέθη. Κι ο χρόνος διαστέλλονταν. Ο λίγος που απόμενε φούσκωνε σε αιώνες παραδείσιας γαλήνης. Και να γιατί οι Μακρονησιώτες απεχθανόντουσαν τη δήλωση, κι αυτό το ξέρω κι απ’ τη μαρτυρία και το μαρτύριο του πατέρα μου, που ήταν εκεί, συγκάτοικος, στα ίδια ακριβώς εκείνα χρόνια.
Αλλιώς: Το εκτελεστικό απόσπασμα ήταν ένα μικρό τριζόνι, σαν αυτό που κάποτε φανερώθηκε μες στο «Λακωνικόν» του Ελύτη, για να κατακυρώσει, «μέσα στη νύχτα των αφρόνων» και με τον πιο αδιαμφισβήτητο τρόπο, «το νόμιμο του Ανέλπιστου».
Ποια άλλη Ελλάδα να ζητήσει κανείς;


Συμφωνητικό μιας παρατεταμένης εφηβείας

Ανασκαλεύοντας τώρα για λίγο ακόμη τα ρούχα του νεκρού, (αφού ήδη διαπράξαμε την ύβρη και η νέμεση, χωρίς αμφιβολία, θα μας πλήξει), θα δούμε ότι ο νεκρός είχε ζήσει τη δεύτερη, παράλληλη, ζωή του σε κοινή θέα, έτσι ώστε αυτή να είναι διάπλατα εκτεθειμένη στις συμβολικές επενδύσεις. Αυτό, σε συνδυασμό με ένα διατρητικό ταλέντο που ένωνε ετερόκλητα άνθη καθώς και μια δαιμονική αντοχή (που μπορείς να την πεις γενναιότητα ή ψυχοπαθολογικής καταγωγής άγνοια κινδύνου, που τη συνόδευε —όπως κάποια παιδιά— μια εξαίσια τύχη) του επέτρεπε να παραμένει όρθιος στα δύσκολα και να επιμένει λες και ήταν άτρωτος. Και όντως, με αυτόν τον πρωθύστερο τρόπο, παρέμενε άτρωτος. Τον προστάτευε άλλωστε, καθώς πολλοί φίλοι θα ισχυριστούν, η πανοπλία ενός υπερτραφούς Εγώ. Μα ποιος νοιάζεται γι’ αυτό σήμερα; Απ’ τη χρονική απόσταση που λειαίνει τις λεπτομέρειες, εκείνο που δεσπόζει είναι η ωραιότητα των πιο ιδιωτικών του αγώνων, εκείνων που υποπτεύεται κανείς στις χαραμάδες των συνεντεύξεων και της μεγάλης μουσικής του. Κι αυτή η ωραιότητα δεν ήρθε ανέξοδα, εκτός και υποθέσει κανείς (πράγμα που, εγώ πάντως, θεωρώ βέβαιο) πως η άμα τη παραδώσει πληρωμή των ευγενών τόπων στους οποίους εισέρχονταν τον απάλλασσε απ’ την υποχρέωση να πληρώνει κατά την έξοδο.
Στην έξοδο λοιπόν τίποτα δεν πληρώθηκε. Τον δόξασαν ακόμα και εκείνοι που, σαν εμένα, μέτρησαν σε ανύποπτο χρόνο με το υποδεκάμετρο της μικροψυχίας τους τα λάθη μιας ζωής που αναδύονταν για λίγο στην επιφάνεια, ξεφυσώντας, για να αναπνεύσει, αντί να κοιτάξουν το μέγεθος του κήτους που χόρευε κάτω απ’ το νερό, έτοιμο να καταδυθεί στην άβυσσο.
Κατά τα λοιπά, μπορώ να υποθέσω ότι το βασικό του σθένος υπήρξε η εμμονή στις μεγάλες καταδύσεις και η προσφορά ενός διχτυού προστασίας προς τους πεπτωκότες συναγωνιστές. Την νοηματοδότηση της καθημερινότητας θα έπρεπε να τη σέρνει η ατμομηχανή των πιο μεγάλων φιλοδοξιών, κι αυτό νομίζω τον έκανε να ξεφεύγει απ’ την κακιά την ώρα τότε που οι σφαίρες σφύριζαν γύρω του, και να ξεγλιστρά επιτυχώς απ’ τα μικρά όταν αυτά απειλούσαν να τον κυριεύσουν. Έτσι, ο πιο επαρκής συνομιλητής του υπήρξε ένα φαντασιακό κοινό (ή πραγματικό; δύσκολο να πεις τι προηγήθηκε και τι απέμεινε), που ήταν ο καθρέφτης ενός εξαίσιου, ιδανικού Εγώ, ένα κοινό που χειροκροτούσε τον διονυσιασμένο δικό του καθρέφτη μες στα γεμάτα στάδια. Γιατί, ασφαλώς, και το κοινό τον δικό του ιδανικό εαυτό ήταν που χειροκροτούσε πάνω στη μορφή του Θεοδωράκη, γι’ αυτό εκ των υστέρων κάποιοι δεν του συγχώρησαν που γέρασε. Ενενήντα έξι έτη ήταν χωρίς αμφιβολία πάρα πολλά για έναν έφηβο, όσο κι αν κάθε τόσο γιορτάζαμε και πάλι την αναγέννηση της εφηβείας του [μας].
Μια εξαίσια παλαίστρα υπήρξαν οι μυθικές εκείνες εξέδρες, οι φορτωμένες μουσικούς σαν κιβωτοί του Νώε, παλαίστρα να αναμετρηθείς με το φθαρτό του χρόνου, και η ικανοποίηση στον γύρο του προσώπου του, που οι κάμερες κατέγραφαν, δεν μπορεί παρά να καταγότανε από μια χώρα πιο μακρινή απ’ τη ματαιοδοξία. Μα κι αν υποθέσουμε πως κι εκείνη η ματαιοδοξία είχε βάλει τη μακριά ουρά της στην εξίσωση, εύκολα θα πεις σήμερα χαλάλι του, αφού μέσα στο εργαστήρι των γεγονότων αυτή έγινε ο κινητήρας μιας εξουθενωτικής εξωστρέφειας, απόλυτα κρίσιμης κι επικίνδυνης, σαν δίκοπο μαχαίρι, ανάλογα τους ανθρώπους στους οποίους αυτή απευθυνόταν.
Και πολλοί θα πουν σήμερα πως με τους Χατζιδάκιδες και τους Θεοδωράκηδες χάσαμε τη δυνατότητα μιας πολυφωνίας του ψυχικού κυματισμού μας. Αλλά αυτό δεν θα το ξέρουμε αν δεν έρθει ο λογαριασμός, αν δε υπολογίσουμε τι κληροδοτήθηκε και τι εμποδίστηκε. Το μόνο που έχουμε στα χέρια μας είναι η προίκα. Και μιλώντας για τον Θεοδωράκη, πρέπει να παραδεχτώ ότι στο δικό μου ψυχικό αποτύπωμα η παρουσία του δάνεισε εκείνη την αίσθηση του ανίκητου που η γενιά μου κουβάλησε στους ώμους της, αποσκευή και σταυρό. Λες κι είχαμε κρυφά συνυπογράψει ένα συμφωνητικό ότι αυτή την εκκλησιά θα την ασπρίζουμε τα καλοκαίρια, θα της ανάβουμε τα καντήλια της και θα τη λειτουργούμε, όσο κακοί καιροί κι αν ερχόντουσαν. Και ήρθαν.


Ο λαός του

Ισχυρίζομαι ότι Θεοδωράκης είχε τις εποχές και τους τόπους του. Καθόλου δεν αγαπώ τις έλευσή του απ’ τις αίθουσες των Μεγάρων Μουσικής, κάτι που κι ο ίδιος θα πρέπει να ένοιωθε. Το ένδυμα εκεί πρόδιδε το περιεχόμενο με χίλια στόματα. Μόνο στον πρώιμο μεταπολιτευτικό χρόνο και στους ανοιχτούς ουρανούς των σταδίων μπορούσε να χτιστεί η εύφορη φωλιά που έθρεψε το άρρητο, τους βουβούς ακόμα μαχητές ενός μέλλοντος σαν χάδι του ήλιου μες στο καταχείμωνο. Όσο η τεχνική επιστρατευόταν, τόσο το ψεύδος έτριβε τα χέρια του. Εκεί, τότε, μες στην πραγματική φωλιά των ιερών μεταγλωττίσεων, με εκείνα τα χέρια-φτερούγες που σκέπαζαν τις φωνές-χρησμούς, που φούσκωναν και ξεφούσκωναν σαν μες στην αγκαλιά μάγου το αερόστατο ενός θυμικού εύπλαστου όπως το θυμικό του πληγωμένου, ευλογούσε την υπόσχεση προς τον «λαό του» πως θα παραμείνει άφοβος μπροστά στο άγνωστο· όπως και ο λαός του. Παράλληλα, δεν αμελούσε την ιερή υποχρέωση να κοιτά προς τα κει που ψυχανεμιζόταν πως ζυγιάζεται το βάρος μιας μάχιμης συλλογικότητας με ελληνικό πρόσωπο, όσο επικίνδυνο κι αν ήταν να αρθρωθούν τα χαρακτηριστικά εκείνης της ελληνικότητας. Γιατί αυτό το άρρητο ήταν που ένωνε τον «λαό του». Το ότι δεν μπόρεσε να αρθρωθεί δημόσια και πειστικά αυτή η συλλογικότητα μοιάζει να είναι ο λόγος της διολίσθησης στο σημερινό τίποτα των αισθημάτων, που ασφαλώς κι αυτός μοιράστηκε στη μοναξιά του. Και μιλώντας για τον «λαό», ακόμα αναρωτιέμαι τι γεύση να ‘χε άραγε μέσα στο στόμα του αυτή η σχεδόν κομματικής προέλευσης αβλεψία της γλώσσας.
Μοιάζει πάντως βέβαιο πως το πένθος που πλάκωσε τις ψυχές αυτού του λαού απ’ την μέρα της αποχώρησής του θα αποδειχθεί βαθύτερο και διαρκέστερο από αυτό που θα περίμεναν όσοι εδώ και μια δεκαετία προετοίμαζαν τον επικήδειο ενός προσώπου που πλησίαζε τα εκατό. Η γενιά μας θα πενθήσει πολύ περισσότερο, γιατί μαζί μ’ αυτόν θα πενθήσει την ίδια της την κάποτε ικανότητα να βλέπει την ιστορία σαν γεγονός που οι ενέργειές της μπορούσαν έστω και λίγο να ακουμπήσουν. Η μετάλλαξη, μες στις οθόνες και μες στο αστικό τοπίο της αποξένωσης, έτριβε τα χέρια της ήδη απ’ την δεκαετία του ’80. Τώρα είχε εγκατασταθεί στις ζωές μας, πάνοπλη.
Και ένα παράδοξο, μια παράλληλη για τον «λαό του» σκέψη, που ίσως είναι ένα κλειδί: Την πλέον ανιδιοτελή, την πλέον άγια, θα ‘λεγες, στάση στα δύσκολα χρόνια έμοιαζε να την υιοθέτησαν οι «άθεοι», που δεν καταδέχτηκαν απ’ την κορυφή της περηφάνειας τους να ζητήσουν ένα αντίτιμο για ό,τι ένοιωθαν ανάγκη τους. Έτσι, πάνω στο πτώμα της ήττας έμεινε χώρος μόνο για τις ύαινες, που σε ένα ανοιγόκλεισμα του βλέφαρου μαζεύτηκαν, άλλοι σιδερώνοντας ξανά την κουκούλα του δωσίλογου, και άλλοι μιλώντας για τον νέο άνθρωπο, που είναι μάλλον το ίδιο πράγμα. Για τους υπόλοιπους, η ζωή έγινε μια διελκυστίνδα ανάμεσα στον θυμό και στη συγχώρηση. Την ακριβή στιγμή μιας τέτοιας διελκυστίνδας περιγράφει κάπου ο Θεοδωράκης, τότε που ο —εξαθλιωμένος πλέον— κάποτε βασανιστής ζητάει τη βοήθειά του. Η εικόνα επαναλαμβάνεται στις λιγοστές διηγήσεις που μου έκανε δώρο ο πατέρας μου απ’ τη δική του τη ζωή. Και οι δύο παραχώρησαν τη βοήθεια που τους ζητήθηκε. Σήμερα αυτό δεν μπορεί παρά να μοιάζει αυτονόητο. Στο σκηνικό της κάθε Μακρονήσου μπορούσες να αντέξεις τον βασανισμό μόνο αν κατάφερνες την ηλιόλουστη εκείνη θέση ψηλά πάνω απ’ τη σιδερένια μέγγενη, εκεί απ’ όπου ο βασανισμός έμοιαζε να συμβαίνει κάπου μακριά, σε άλλη χώρα. Το ίδιο είπε ο Χριστός επάνω στον σταυρό, όχι ασφαλώς προς τον Πατέρα Του αλλά προς τα δικά μας τα θνητά αυτιά: «Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς,…».
Από αυτό το ύψος κοίταξαν, οι άθεοι. Και ο πόνος έγινε συγχώρεση.


Μεγάλη ποίηση και λαϊκό ήθος

Κάνω εδώ ένα βήμα πίσω, για να σκεφτώ τη μόνιμη επωδό, ότι εκείνος είναι που έβαλε τα λόγια των μεγάλων ποιητών μέσα στο στόμα του λαού. Θα πω, γυρνώντας τη φόδρα του ισχυρισμού ανάποδα, πως ήταν η «μεγάλη ποίηση» που βαφτίστηκε στα νερά του λαϊκού Ιορδάνη, με νονό αυτόν τον νέο Ιωάννη Βαπτιστή, ανάμεσα σ’ άλλους εξέχοντες αναδόχους. Γιατί η μεγάλη ποίηση υπήρχε πάντα μες στις ταπεινές ζωές και πάντα ξέπλενε το στόμα του λαού απ’ τις ακαθαρσίες των καιρών. Υπήρχε μες στα ιερά κείμενα και στους ψαλμούς και μες στους Ερωτόκριτους της κάθε γωνιάς αυτής της πατρίδας και μες στο στόμα κάθε αφηρημένου ανθρώπου, που, όταν ξεχνιόταν, ένας πρόγονος τον καταλάμβανε, στρούφιζε μες τη γλώσσα του και μίλαγε μ’ αυτήν. Στην Κρήτη ακόμα βρίσκω μέσα απ’ το στόμα ενός «αγράμματου» —εκεί που ακόμα καταδέχεται να κατεβεί— να στάζει ο Κορνάρος φως απ’ το φως της λύρας του και να γεμίζει ο τόπος παράδεισο. Έτσι, χρειάστηκε μονάχα το μπουζούκι του Καρνέζη και το αλέτρι της φωνής του Μπιθικώτση, που ερήμην του (και πόσο μεγάλη σημασία είχε εκείνο το «ερήμην του»!) όργωνε τα εύφορα μέσα μας χωράφια, για να ανοίξουν οι καρδιές σε εκείνες τις μεταγραφές της διαρκώς παρούσας μέσα ποίησης, που υπήρξε η ποίηση των ποιητών.
Δεν ήταν λοιπόν οι μεγάλοι ποιητές που φωταγώγησαν τη γιορτή, μα ήταν ο λαός που άνοιξε την πόρτα του σε εκείνους, χρίζοντάς τους άξιους να του μιλήσουν απ’ τον ίδιο τόπο που του είχε μιλήσει το δημοτικό τραγούδι. Δίχως να ξέρουνε, κρατούσανε κι αυτοί πεσκέσια απ’ τη μάνα. Και να γιατί ο Σεφέρης μπορεί και κάθεται ταυτόχρονα στις «θαλασσινές σπηλιές» του και μέσα στα σαλόνια του Αγγλικού Προξενείου, ίδιος κι απαράλλαχτος, και όμως άλλος. Οι μάσκες άλλαζαν, το όραμα ενός παράδεισου που είχε την όψη της πατρίδας —όσο άκομψα και να το πεις, πάντα κάτι θα λέει αυτό— έμενε ζωντανό μες στον καθένα μας. Αυτό ήταν το σημείο της συγχώρησης, η κορυφή των ενεργειών, η χαραμάδα του χρόνου απ’ όπου ξεδιπλώθηκε η μεγάλη όραση, ανέτειλε ένα φως και φώτισε την επικράτεια της ουτοπίας που ήταν πάντα η ζωή, ως μακριά, ως το σημείο του κοινού μας Γαλατά.
Θα προσθέσω πως, την ώρα που η αστυφιλία διάβρωνε την καθαρότητα του βλέμματος των εσωτερικών μεταναστών, επισκιάστηκε, αν όχι αποσιωπήθηκε, αυτή η καίρια σκέψη, το ότι δηλαδή η μεγάλη ποίηση υπήρξε «μεταγραφή», ένα καινούργιο ένδυμα πάνω στο ίδιο το παλαιό σώμα της συγκίνησης. Αυτή η αποσιώπηση —συνειδητή ή όχι— υπήρξε λάθος τακτικής αν όχι έγκλημα. Απ’ αυτή την ασυνέχεια, απ’ το χάσμα που άφησε ετούτη η ελλιπής συνείδηση, πέρασαν οι ορδές των βαρβάρων κι εγκαταστάθηκαν. Σ’ αυτή την στιγμή της αναγκαστικής πλέον μάχης, λέω πως μια ομοβροντία αποθησαυρισμένων προσευχών που επί χρόνια κρύβονταν σαν πυρομαχικά μες στην ψυχή των τραγουδιών —και του Μίκη και όλων, ασφαλώς— θα είναι το κύριο όπλο μας. Μια ομοβροντία που θα έσπερνε σε εύφορους ουρανούς τα φυλαγμένα στο χώμα ίχνη της καταγωγής, τους ήλιους ενός αρχαίου γαλαξία, που περιμένει κάπου, στην πιο βαθιά νύχτα, να τον συλλαβίσουμε. Αυτό προσπάθησε ο κάθε Θεοδωράκης, είτε το είπε έτσι είτε αλλιώς.

Έξοδος

[Κανένα πρόσωπο δεν αποχωρεί εφόσον μένει εδώ ο σπόρος του, που γονιμοποιεί το ρήγμα και εκμαιεύει το πραγματικό μας πρόσωπο μέσα από το εφήμερο. Ό, τι θα ζήσει εκεί λογιάζεται αθάνατο. Ο Θεοδωράκης, και όποιος άλλος φώτισε μια έστω βραχύσωμη μα ζωοποιό ουτοπία, θα είναι ένα χέρι δίπλα μας πολύτιμο, να απλωθείς να πάρεις φως τότε που όλα θα ‘χουν σκοτεινιάσει. Όσο για τον Θεοδωράκη που επέμενε να περπατά πάνω στη γη, καλοδεχούμενος κι αυτός, γιατί χωρίς αυτόν ούτε ο άλλος.]
Καλοζωσμένες μπάμπουσκες, πολύχρωμες, μοιάζουν οι άνθρωποί μας, μ’ όλα τους τα παιδιά μέσα στο σώμα τους. Μια νύχτα θα ακούσουμε τα λόγια τους να μας καλούν πάνω απ’ το ράφι. Τότε θα ζητηθεί, σαν από πάντα έτοιμοι, να απαντήσουμε: εμείς, ποιο απ’ τα ορφανά τους θα υιοθετήσουμε;

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
ΣΧΕΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: