Μικρή κλίμακα: Κωστής Μαλούτας, Γιώργος Μουλουδάκης, Θανάσης Νεοφώτιστος, Έλενα Παπαδοπούλου

Η στή­λη αυ­τή προ­τεί­νει κά­θε μή­να σε τρεις-τέσ­σε­ρις συγ­γρα­φείς μια φρά­ση που θα απο­τε­λεί τον τί­τλο ή θα εμπε­ριέ­χε­ται σε ένα αδη­μο­σί­ευ­το πε­ζό κεί­με­νό τους (έως 250 λέ­ξεις). Ενί­ο­τε δί­νε­ται και μη ρη­μα­τι­κή ιδέα συγ­γρα­φής, μια μου­σι­κή ή μια φω­το­γρα­φία. Στό­χος της στή­λης εί­ναι αφε­νός να δη­μιουρ­γη­θεί μια δε­ξα­με­νή συλ­λο­γής πρω­το­γε­νούς υλι­κού και αφε­τέ­ρου μια εν προ­ό­δω χαρ­το­γρά­φη­ση της ελ­λη­νι­κής πε­ρί­πτω­σης στο το­πίο της σύγ­χρο­νης ελ­λη­νι­κής μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας.

————————

Στους τέσσερεις συγ­γρα­φείς αυ­τού του τεύ­χους έχει δο­θεί η φρά­ση:
«βαστάζουμε το φως της γης»
από τη μουσική σύνθεση Περσέπολις (1971) του Ιάννη Ξενάκη.


Αυτανάφλεξη

Σε δάση, σε δρυμούς και πλατανιάδες, σε νάπες, καλαμιώνες και ρουμάνια, σε συστάδες, κοιλάδες και φαράγγια, σε σύδεντρα, σε λόχμες και λιβάδια, σε λειμώνες, λόγγους και λαγκάδια, σε μποστάνια, περιβόλια και χωράφια, σε λαχανόκηπους και ελαιώνες, σε αμπελώνες, παρτέρια και φυτείες, σε ανθώνες, οπωρώνες και σιτοβολώνες, σε θερμοκήπια και ορυζώνες και από αναβαθμό σε αναβαθμό, σε φρυγανότοπους, σε τούνδρες, τάιγκες και στέππες, σε σαβάνες, ζούγκλες και δάση τροπικά, σε σέλβες, πάμπες και ακόμα και σε οάσεις, σε βάζα κυριακάτικα και σε μαγιάτικα στεφάνια, σε αυλές σπιτιών με πέργκολες, αλτάνες και βραγιές, σε ζαρντινιέρες, γλάστρες και ανθοδέσμες, ανάμεσα στις πλάκες του πεζοδρομίου και στις νησίδες των λεωφόρων, στα νεκροταφεία, σε άλση άναρχα και σε πάρκα με αλέες και συμμετρικούς κήπους, σε ντουλάπες και τάφους, στα λουλούδια που φοράτε στα μαλλιά, οπουδήποτε, παντού, σε κάθε εικόνα μια αυτανάφλεξη, γιατί από εδώ και στο εξής εμείς και μόνο εμείς θα βαστάζουμε το φως της γης μας της αυτόφωτης, και όσο οι φωτιές μας θα ανάβουν σε αλυσίδες, τόσο τα φώτα σας θα σβήνουν και θα σβήνονται από προσώπου της· οι προβολείς, οι φανοστάτες, τα φανάρια της κυκλοφορίας, τα πυροτεχνήματα, τα λέιζερ, τα καντηλάκια σας.


Κωστής Μαλούτας


Ιάννης Ξενάκης, 1975
Ιάννης Ξενάκης, 1975


Σχέδιο βιογραφικού

Έστρεψε δεξιά το πρόσωπο. Κάτω απ’ το σεντόνι της μνήμης αναδύθηκε το σχήμα του όλμου με τον οποίο είχε ραντεβού μια μέρα Δεκεμβρίου του ‘44, όλμου που άνθισε σαν πρώιμη πασχαλιά μες στον χειμώνα του πολέμου, οργώνοντας ένα χαράκωμα στη σκοτεινή όψη, αυτήν που κοιτά κατάματα την καρτερία του αδικημένου. Στο εξής θα περιέφερε εκείνο το χαράκωμα σε κάθε συναναστροφή, όπως πιστός το λείψανο Αγίου μέσα στην λειψανοθήκη της αποδοχής, ισθμό που γεφυρώνει δυο πατρίδες που αντιμάχονται, ξένος, αυτός, κι ανεπιθύμητος σε κάθε τόπο του. Σε αντάλλαγμα, αξιώθηκε την πάνδημη αναγνώριση, που κάτω από τη μάσκα φρόντιζε βουβά μια αμυχή από προδοσία που κακοφόρμισε, και μια λιποταξία που ο χρόνος έκανε παράσημο. Στην εξορία ύφαινε ανελλιπώς το μεταξένιο σάβανο της ανέφικτης επιστροφής, πλάι σε διανοίξεις λεωφόρων που θα ονοματοδοτούσε.
Όταν όλα είχαν πλέον δοκιμαστεί στο έδαφος της επικείμενης αποχώρησης, κι αφού κάθε αναζήτηση δικαίωνε μεγαλοφώνως την εξίσωση της απουσίας, ένιωσε έτοιμος.
Μια νύχτα ονειρεύτηκε κωφάλαλους μαέστρους πάνω από τα έργα του και ήταν τότε που κατάλαβε ότι ο χρόνος του έχει σωθεί. Γύρισε μ’ όλα του τα χαρακώματα, πλήρη νεκρών συντρόφων και προσευχών σε γλώσσες άγνωστες και είπε, σαν να άνοιγε δρόμους δυο γενιές μπροστά:

— Βαστάζουμε το φως της γης.

Χρόνια μετά, δίπλα στον γενέθλιό του τόπο, όλμοι θα όργωναν ξανά εδάφη εύφορα. Εκείνος αξιώθηκε μονάχα ορκισμένους φίλους και ακριβούς εχθρούς. Κανέναν αδιάφορο. Έτσι κι ο Άγγελος δεν είχε να τον ψέξει για χλιαρή καρδιά.
Λεγόταν Ιάννης Ξενάκης και υπήρξε, με δυο-τρεις απρόβλεπτους τρόπους, ένας κομμουνιστής.
Μέμνησο Δέσποτα.

Γιώργος Μουλουδάκης



Η κάμερα του μπαμπά

Άρπαξε το γούρι του, την πρώτη κάμερα που είχε αγοράσει ο μπαμπάς του. Είχε γύρισμα σε ένα από τα αγαπημένα του κτήρια στην πόλη, στο σχολείο των μαθητικών του χρόνων, το πρώτο έργο του μπαμπά του, το γεμάτο καμπύλες. Στην πόρτα κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Είδε στα πόδια του τα σταράκια που φορούσε πρώτη μέρα στην Αρχιτεκτονική. Είχε να τα βάλει από τότε που αποφοίτησε.
Φτάνοντας στο κτήριο κοντοστάθηκε στην είσοδο· πάντα τον σαγήνευε αυτή η πρόσοψη, η στατικότητά της σε σχέση με τις καμπύλες του υπόλοιπου κτηρίου. Πότε συντελέστηκε η στροφή μέσα του; Έτρεξε μέσα, χαιρέτησε τους συνεργάτες του και ξεκίνησαν το γύρισμα. Ποιος ο μαέστρος της εικόνας, ποιος βλέπει, ποιος μιλάει, πώς παίζεται το παιχνίδι της αφήγησης; «Βάστα γερά», φώναξε κάποιος στο διάλειμμα, γέλια πλημμύρισαν το κτίριο. Λύθηκαν τα σώματα, μπλέχτηκαν οι φωνές, δονήθηκε το πάτωμα.
Το χάος της εικόνας οργάνωσε τη σκέψη του. Θυμήθηκε τον αρχιτέκτονα μπαμπά του να γράφει στον μαυροπίνακα απέναντι από το κρεβάτι του «βαστάζουμε το φως της γης» τη μέρα που αγόρασε την πρώτη του κάμερα. Με την ίδια κάμερα μέσα στο πρόσωπό του να απαθανατίζει κάθε βράδυ την προσευχή του. Τη λάμψη στα μάτια του όταν είδε την πρώτη του ταινία και την ασυγκράτητη αγκαλιά μετά. Ποια στροφή; Όλα ήταν ευθεία.

Θανάσης Νεοφώτιστος



Βαστάζουμε το φως της γης

Το σπίτι μονοκατοικία του Μεσοπολέμου με δύο μεγάλα παράθυρα να κοιτούν τον δρόμο. Στέκομαι μπροστά στη μεγάλη σιδερένια πόρτα, στο χέρι τα κλειδιά. Κάνει κρύο, φυσάει. Διστάζω, αποφασίζω και ξεκλειδώνω. Η μυρωδιά του σπιτιού. Η θαλπωρή. Τα παιδικά χρόνια. Μπαίνω στο σαλόνι. Ανοίγω το παράθυρο και ο παγωμένος αέρας μπουκάρει στο δωμάτιο, μαζί και η μνήμη.
Το ζευγάρι κάθεται στον καναπέ μπροστά από το μεγάλο παράθυρο. Απόβραδο, κάπου προς το τέλος των ειδήσεων. Τα δάχτυλα της γυναίκας ξύνουν το ύφασμα του καναπέ. Ο άντρας σηκώνεται για να κλείσει τα παντζούρια, ο δρόμος έρημος. Μόνο σκιές από τα δέντρα πάνω στους απέναντι τοίχους. Παγωμένος αέρας μπαίνει στο δωμάτιο. Κάνει ένα βήμα πίσω. Θα κλείσει το παράθυρο βιαστικά.
Κάθομαι στον καναπέ, τα δάχτυλά μου ψηλαφούν το ύφασμα. Στο τραπεζάκι δίπλα το τετράδιο ανοιχτό: «βαστάξαμε». Μια λέξη μόνο στην πρώτη σελίδα. «Να γράφεις, να κρατάς σημειώσεις κάθε μέρα», της είχα πει όταν της το έδωσα. Να γράφει για να μην ξεχνά όταν θα ξεχάσει.
Το σπίτι άδειο πια. Χώνω το πρόσωπό μου στη μαξιλάρα του καναπέ εκεί στο σημείο και κλαίω. Το τετράδιο στο τραπεζάκι δίπλα και δε θα τολμήσω να το διαβάσω. Παίρνω το στυλό και κάτω από τη λέξη της γράφω «το φως της γης. Τόσο το βάρος της μνήμης». Το πρώτο φως θα με βρει κουρνιασμένη στον καναπέ. Στο μάγουλό μου στάμπα το σημάδι από το φθαρμένο ύφασμα. Σα χάδι.

Έλενα Παπαδοπούλου

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: