Μικρή Κλίμακα: Μαριάνα Ευαγγέλου, Αλεξάνδρα Κ*, Λουκάς Λιάκος, Χρήστος Σιορίκης


¤¦H στήλη αυτή προτείνει κάθε μήνα σε τρεις-τέσσερις συγγραφείς μια φράση που θα αποτελεί τον τίτλο ή θα εμπεριέχεται σε ένα αδημοσίευτο πεζό κείμενό τους (έως 250 λέξεις). Ενίοτε δίνεται και μη ρηματική ιδέα συγγραφής, μια μουσική ή μια φωτογραφία. Στόχος της στήλης είναι αφενός να δημιουργηθεί μια δεξαμενή συλλογής πρωτογενούς υλικού και αφετέρου μια εν προόδω χαρτογράφηση της ελληνικής περίπτωσης στο τοπίο της σύγχρονης ελληνικής μικρομυθοπλασίας.

Στους τέσσερις συγγραφείς αυτού του τεύχους έχει δοθεί η φράση: «
στο δέντρο».

Μικρή Κλίμακα: Μαριάνα Ευαγγέλου, Αλεξάνδρα Κ*, Λουκάς Λιάκος, Χρήστος Σιορίκης

Κουρελού

Κρέμομαι από το κλαδί, χρώματα πολλά, υφές ποικίλες, σχέδια αμέτρητα. Υπόλοιπα από κόντεμα, από στένεμα. Ρετάλια από κόψιμο πατρόν. Λινά, βαμβακερά, ζέρσεϊ. Ψαλιδισμένα πουκάμισα, παντελόνια, φορέματα. Πολυφορεμένα, πολυπλυμένα, πολυσιδερωμένα. Σχισμένα πουλόβερ, φούστες, γιλέκα. Μάλλινα, σατέν. Όχι λίγα, αφόρετα. Κομμένα ζακετάκια, μπλουζάκια. Συνθετικά ή μεταξωτά. Ασιδέρωτα. Καλσόν τρύπια, κάλτσες χωρίς ζευγάρι. Λύκρα, πολυέστερ. Εσώρουχα δαντέλες. Ραμμένα όλα με σακοράφα, διάφανο νήμα, σφιχτά παρατεταγμένα, στριμωγμένα. Κρόσσια πολύχρωμα, άραφτα ξέφτια.
Κρέμομαι από την τζακαράντα και περνούν από κάτω, από δίπλα. Περπατούν, χαϊδεύω το μάγουλο, θωπεύω το μπράτσο, γαργαλάω το λαιμό τους. Αδιαφορούν. Ένας-δυο χαμογελούν. Αναμνήσεις; Ή βαδίζουν βιαστικά, τους χτυπώ το πρόσωπο. Δακρύζουν, ανοιγοκλείνουν τα μάτια. Τρίβουν τη μύτη, διώχνουν τη μυρωδιά των υφασμάτων. Φτύνουν. Βωμολοχούν. Θυμήθηκαν κάτι;
Κρέμομαι κουρελού και, ναι, με λοξοκοιτούν ή με κοιτούν ή, με καρφώνουν αλλά, φυσικά, δεν με βλέπουν να τους παρατηρώ που αγνοούν την αμίλητη ζαρωμένη Κλωθώ με το μαύρο τσεμπέρι, τη Νόνα που γέρνει βαριά στο δέντρο με το ένα πόδι στο παρτέρι και το άλλο, τρεμάμενο, στο πλακάκι του πεζοδρομίου, τη Βερντάτι που ριγά ανάμεσα στα μοβ πέταλα, κι ούτε καν αναρωτιούνται: σιωπηλή πωλήτρια ή βουβή φρουρός αδιάθετων, Νόνα, ή Κλωθώ, ή Βερντάτι;

Μαριάνα Ευαγγέλου



Άνδρες καταπίνουν δέντρα

Σε μια γωνία της τάξης μας στεκόταν πάντα ο Τάκης, μια κούκλα ανατομίας, άνδρας παλιός και πλαστικός, λίγο τρομαχτικός με τα εντόσθιά του έτσι γυαλιστερά, μα πάντα νέος κι ωραίος. Χάρη στον Τάκη ξέραμε τι είχαν μέσα τους τα αγόρια. Όμως γιατί κανένας δάσκαλός μας δεν τόλμησε ποτέ να αναφερθεί στο δέντρο τους; Ήταν εκεί, το έβλεπα, οι ρίζες ήταν στα πνευμόνια τους, ο κορμός κρυμμένος μες στον λαιμό, κλαριά και φύλλα φύτρωναν τριγύρω απ' το μυαλό τους. Το είδα μια μέρα ξαφνικά και δεν κατάφερα να το ξεδώ, το είπα στα κορίτσια και το 'δανε κι εκείνες. Το θέμα αυτό μας απασχόλησε. Γεννιούνταν άραγε με δέντρο; Ή κάποιος τους το φύτευε; Κι αν, όταν ήταν μικροί, τους είχαν βάλει με το ζόρι να το φάνε; Με τόσες ρίζες, θα 'χαν πρόβλημα με την αναπνοή τους. Και πώς κατάπιναν; Πώς σκέφτονταν; Θα έπρεπε να δείξουνε μεγάλη γενναιότητα για να το ξεριζώσουν. Η Κατερίνα είπε: «γι' αυτό έχουν γκρίνια και δέρνονται». Η Τίνα είπε: «γι' αυτό έχουν νεύρα και δέρνουν».
Όλες στο σπίτι λένε «Ο μπαμπάς έχει γερά πνευμόνια, θ' αντέξει». Εγώ όμως ξέρω. Ο μπαμπάς δεν έχει νεύρα, δεν δέρνει. Μόνο κάθεται αμίλητος κι ακούει εμάς τις πέντε να τιτιβίζουμε, να κρώζουμε, καπνίζει πάφα πούφα και δεν θα σταματήσει πριν να σκοτώσει εντελώς το δέντρο του. Το δέντρο του μπαμπά μου κλαίει ρετσίνι, βετιβέρ και νικοτίνη. Εγώ όμως ξέρω. Στον ύπνο του, βγάζουμε όλες τα φτερά μας και χτίζουμε φωλίτσες στα κλαδιά του.

Αλεξάνδρα Κ*


Στο νοσοκομείο

Αίσθημα ζέστης, μετά κρύο. Δεν ένιωσα πείνα για περίπου έξι μέρες. Μοιάζω με ζόμπι, το δέρμα γύρω από τα μάτια μου είναι μαύρο, είμαι αδύναμος και πολύ διψασμένος συνεχώς. Έχασα το χρώμα μου, την ικανότητά μου να περπατώ, τα χέρια μου τρέχουν γρήγορα στο σεντόνι σαν του πιανίστα πάνω στα πλήκτρα. Η ζωή σιγά σιγά ρουφιέται από μέσα μου, φουσκώνει σ’ ένα μπαλόνι σκαλωμένο ψηλά στα κλαδιά ενός δέντρου. Η ζωή μου λέω, ανεμίζει σαν κουρελόπανο πάνω στο δέντρο στο οποίο δεν μπορώ να σκαρφαλώσω. Ο κόσμος γλιστρά κάτω απ’ τα σύννεφα που διαβαίνουν, κάποιο πουλί τραγουδά, το μπαλόνι, το δέντρο σαλεύουν. Μα εγώ δεν μπορώ να κουνηθώ, νιώθω το βάρος μου πάνω μου, δυσκολεύομαι να αναπνεύσω και να αρθρώσω τη λέξη βοήθεια. Το σώμα μου με εγκαταλείπει και το μυαλό μου απλά παρακολουθεί. Ακούω τον συριγμό του θανάτου να έρχεται βαθιά μέσα απ’ το στήθος μου. Η εικόνα του αριστερού μου πνεύμονα είναι μια σκιά σε μέγεθος μωρού που επιπλέει σαν πλοίο φάντασμα πάνω στα λαμπερά άσπρα φώτα των ακτίνων Χ. Η αρρώστια με ταπεινώνει. Κάθομαι στο κρεβάτι γεμάτος μικρά σωληνάκια και με μια μεγάλη μάσκα δεμένη στη μύτη και το στόμα μου. Μοιάζω με εξώφυλλο κόμικ. Αυτή η συσκευή είπαν είναι που εμποδίζει να πέσω σε κώμα. Βρίσκομαι μες στο χειμώνα τώρα. Τρέμω σαν λαγός τεντώνω το αυτί μου να ακούσω που θα ’ρθεις μα αντί για σένα έρχεται ο ύπνος μου ήσυχος πλάι στην παροχή οξυγόνου.

Λουκάς Λιάκος


Κάτι λένε στην Πετρούπολη


Τώρα που κάηκε η Σιβηρία, τι θα μας φέρνει ο άνεμος; Φέτος δεν είχε βροχές, το χώμα δεν οργώνεται με τίποτα. Ό,τι φας θα είναι απ’ το περσινό αλεύρι. Περιπλέκονται τα πράγματα. Σηκώνω τα μάτια: στο δέντρο δεν υπάρχει φωλιά ούτε για δείγμα. Χαλάνε οι φωλιές όταν λείπουν τα πουλιά. Είσαι ο τελευταίος που έφτασε. Δυο δάση σώθηκαν, σωστά; Τεντώνω τ’ αυτιά μου ν’ ακούσω: δεν έρχεται κανείς μετά από μένα; Φτάνει το άλογο· δεν έβρισκε σκιά για χιλιόμετρα. Το κοιτάζω στα μάτια. Το μυστικό το ξέρω εγώ. Ούτε η Ρωσία δεν ξέρει τι είναι η Σιβηρία.

Χρήστος Σιορίκης


ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: