Μικρή κλίμακα: Νάνσυ Αγγελή, Κώστας Βραχνός, Κατερίνα Κοντοπούλου, Θανάσης Δ. Σταμούλης

H στήλη αυτή προτείνει κάθε μήνα σε τρεις-τέσσερις συγγραφείς μια φράση που θα αποτελεί τον τίτλο ή θα εμπεριέχεται σε ένα αδημοσίευτο πεζό κείμενό τους (έως 250 λέξεις). Ενίοτε θα δίνεται και μη ρηματική ιδέα συγγραφής. Στόχος της στήλης είναι αφενός να δημιουργηθεί μια δεξαμενή συλλογής πρωτογενούς υλικού και αφετέρου μια εν προόδω χαρτογράφηση της ελληνικής περίπτωσης στο τοπίο της σύγχρονης ελληνικής μικρομυθοπλασίας.

Στους τέσσερις συγγραφείς αυτού του τεύχους έχει δοθεί το θέμα:
«Μπόρχες»

Μικρή κλίμακα: Νάνσυ Αγγελή, Κώστας Βραχνός, Κατερίνα Κοντοπούλου, Θανάσης Δ. Σταμούλης

Ποιο είναι το νόημα της ζωής, Μπόρχες;

Στον ορίζοντα έφεγγε το πρώτο φως της αυγής. Ο αέρας ήταν δροσερός και μόνο τα κύματα της θάλασσας έσπαζαν την ησυχία. Αλλά, παρά τα κύματα, μια ακινησία απόκοσμη κάλυπτε τα πάντα. Μέσα σ’ εκείνη τη σιωπή, όλα έμοιαζαν σε παύση, όλα τα πυρ του κόσμου. Στην ακτή, σαν σε άλλο πεδίο μάχης, ανάμεσα σε ξύλα και σπασμένα βότσαλα, κείτονταν άψυχα τα δυο κορμιά. Τα γδαρσίματα, τα σκισμένα ρούχα, και τα μέλη γυρισμένα ανάποδα, μαρτυρούσαν τη μάχη που είχε προηγηθεί. Πανοπλίες είχαν πέσει, κεφάλια είχαν κοπεί. Σ’ εκείνη την ακτή, εκείνη την νύχτα, ο άνδρας και η γυναίκα είχαν παλέψει μέχρι τελικής πτώσης για την ευτυχία. Στη μάχη που είχε προηγηθεί, ο άνδρας και η γυναίκα είχαν μείνει γυμνοί. Δίχως προσχήματα, χωρίς παραπετάσματα καπνού, είχαν έρθει αντιμέτωποι με όλους τους φόβους τους, όλες τις προσδοκίες και τους κρυφούς τους πόθους, με όλη τη μάταιη θνητότητά τους, τις υποσχέσεις ή τα όνειρα, κι είχαν απλώς ηττηθεί. Ανάμεσα στα θραύσματα, η παλίρροια μόνο, επίμονη κι ανυποψίαστη όπως η ανθρωπότητα, συνέχιζε ακάθεκτη την παλινδρομική της κίνηση.
Θέλησα να βγω από αυτόν τον ταρκοφσκικό εφιάλτη. Έκλεισα το συνδρομητικό κανάλι και κοίταξα τον σκοτεινό ουρανό. Σ’ ένα μετά-αποκαλυπτικό σύμπαν, θα τρέφουμε, λοιπόν, ακόμα ελπίδες; Περισσότερο κι απ' την πλάνη του έρωτα, πονά η πλάνη του χρόνου· σπαταλημένου, που είναι η πλάνη της ύπαρξης, ομόκεντροι κύκλοι ή λαβύρινθος, ηχώ ή καθρέφτης.
Ασυναίσθητα, ο νους μου πήγε στον Μπόρχες.

Νάνσυ Αγγελή

Μικρή κλίμακα: Νάνσυ Αγγελή, Κώστας Βραχνός, Κατερίνα Κοντοπούλου, Θανάσης Δ. Σταμούλης

Μπόρχες εναντίον Μπόρχες

Είχαν διαφορές. Όχι κτηματικές, ούτε «για τα μάτια μιας γυναίκας», όπως λένε. Όμως, διαφορές. Κι όποτε τύχαινε στο σύλλογο να καθίσουν κοντά, αμέσως επικρατούσε παγωμάρα και μούδιασμα, ενώ άλλοτε για ασήμαντη αφορμή λογόφερναν άσχημα, ώσπου επενέβαιναν οι ψυχραιμότεροι και τα πνεύματα ηρεμούσαν ή, μάλλον, ο ένας απ’ τους δύο έπαιρνε το λευκό του μπαστούνι κι έφευγε ή τους έβγαζαν έξω σηκωτούς.
Το Σάββατο στις 11 το πρωί έκοβε την πίτα της η ομοσπονδία του γκόλμπολ. Όλος ο καλός ο κόσμος ήταν εκεί. Τα σκυλιά έξω έπαιζαν σαν παιδάκια.
Πώς το ’φερε πάλι η τύχη και κάθισαν στο ίδιο τραπέζι. Με το που το αισθάνθηκαν, απλώθηκε αμηχανία, και η μέχρι τότε ξέγνοιαστη, εορταστική ατμόσφαιρα αμέσως χάλασε. Αρχικά, μουγκαμάρα, ύστερα νευρικές κινήσεις και ξεφυσήματα ενόχλησης. Στο μεταξύ, η πίτα κόπηκε, το φλουρί βρέθηκε και η ώρα τσούκου-τσούκου πέρναγε στη μεγάλη αίθουσα του συλλόγου, που έσφυζε από γέλια και φωνές.
Ώσπου κάποια στιγμή, κι ενώ ο αντιπρόεδρος της ομοσπονδίας έλεγε ένα απ’ τα περίφημα ανέκδοτά του, ακούστηκε ένα απότομο σύρσιμο τραπεζιού, πιατικά να σπάνε κι ένα δυνατό γκουπ. Οι δύο εχθροί είχαν πέσει στο πάτωμα και κυλιόντουσαν πάνω στις αμίτες και τις βασιλόπιτες, αγκαλιασμένοι όχι από αγάπη μα σαν δυο αρσενικοί δράκοι του κόμοντο την περίοδο της αναπαραγωγής. Πρόσωπα κατακόκκινα, στόματα αφρισμένα, γιακάδες σκισμένοι, γυαλιά ηλίου στραβά, νυχιές, αγκομαχητά, μουγκρητά, βρισιές, απειλές, αναθέματα. Τα δυο κορμιά περιπτύσσονταν, στροβιλίζονταν, κουτρουβαλούσαν. «Χωρίστε τους, ρε μαλάκες, τι καμαρώνετε;», φώναξε κάποιος. Έξω, τα καημένα τα λαμπραντόρ κλαψούριζαν κοιτώντας τ’ αφεντικά τους σε τέτοιο χάλι.

Κώστας Βραχνός

Μικρή κλίμακα: Νάνσυ Αγγελή, Κώστας Βραχνός, Κατερίνα Κοντοπούλου, Θανάσης Δ. Σταμούλης

Φανταστικά όντα;

– Μεγαλόψυχο από μέρους σου. Να του παραχωρήσεις την ύστατη ζωή σου. Θα μπορούσες να αρνηθείς.
Σήκωσα τους ώμους. Οι μπούκλες μου χώθηκαν ανάμεσα στις φτερούγες. Τι να του έλεγα; Πως μέτρησα λάθος; Λούφαξα και υποκρίθηκα τον υπεράνω.
– Σου έχουν πει πώς θα είναι; ρώτησε ο Μιχαήλ.
Μούγκρισα «όχι».
– Οραματίσου να ολισθαίνεις εντός ενός τυφώνα. Οφείλεις να εναποθέσεις την πίστη σου στα βασικότερα των στοιχείων, στον αέρα και στα νέφη, να βουτήξεις μέσα στον οφθαλμό του τυφώνα κάτωθεν ημών και να εξέλθεις μέσω αυτού στη γη.
Αισθανόμουν το πρόσωπό μου λευκότερο του χιτώνα μου. Και τι με νοιάζουν οι τυφώνες και οι παρομοιώσεις, σε λίγο φτερά, μπούκλες, ουράνια γαλήνη τέλος. Μόνο πόνος και φόβος και μόχθος και αγωνία και –
Αντί αποχαιρετισμού, ο Μιχαήλ απίθωσε ένα φιλί στο μέτωπο. Το ένιωσα να απλώνεται σε ένα κόκκινο σημάδι στο μεσόφρυδο. Ήμουν παγωμένος, μόνο το φιλί του έκαιγε πάνω μου.

Βρίσκομαι σε μια στενωπό, σε ένα γλιστερό, συμπαγές, ευέλικτο τούνελ. Προσαρμόζεται και οδηγεί τη φόρμα του σώματός μου, μια φόρμα ευμετάβολη που κατεβαίνει με ιλιγγιώδη ταχύτητα λίγα εκατοστά, φρακάρει για ελάχιστα αγωνιώδη δευτερόλεπτα και συνεχίζει. Θαμπό, λερωμένο φως πέφτει στο λεπτό μου δέρμα. Βαθύς βόμβος βρυχάται μακριά μου. Αρπάζομαι από τα οικεία –τον ήχο και το φως– μια ευλογία για τον φοβισμένο, γυμνό, ζαρωμένο εαυτό μου. Κάθε νέα ώθηση σπρώχνει έξω από το κεφάλι μου μια-μια τις σκέψεις σαν αναποδογυρισμένος κουμπαράς. Ό,τι θυμάμαι και ό,τι έχω υπάρξει γλιστρά σαν κέρμα από μια σχισμή μέχρι που μένω κενός και καθαρός. Έτοιμος. 

Κατερίνα Κοντοπούλου

Μικρή κλίμακα: Νάνσυ Αγγελή, Κώστας Βραχνός, Κατερίνα Κοντοπούλου, Θανάσης Δ. Σταμούλης

Χσινγκ-τιέν

Ο Διονύσιος Αλταβίλλας από μικρή ηλικία έδειξε ότι είχε κλίση στα γράμματα. Ήδη στα δέκα του διάβαζε δέκα γλώσσες και έγραφε άλλες τόσες. Τη μέρα που έκλεισε τα δεκαοχτώ του, η μητέρα του τού έκανε δώρο το Βιβλίο των Φανταστικών Όντων του Μπόρχες. Το τελείωσε το ίδιο βράδυ και το επόμενο πρωί ανακοίνωσε στους γονείς του ότι ήταν αποφασισμένος να ανακαλύψει την αλήθεια που κρυβόταν στη φαντασία του συγγραφέα, όπως έκανε ο Σλήμαν με τον Όμηρο. Έτσι, άρχισε να γυρίζει τον κόσμο, αγνοώντας ότι αυτό το ταξίδι θα τον άφηνε στη μιζέρια του δικού του χρόνου.
Έπειτα από σαράντα χρόνια, ο Αλταβίλλας βρέθηκε στην Κίνα. Τα μαλλιά του είχαν ασπρίσει και κοιτούσε τον θάνατο με τον ιδρώτα που έχουν τα βλέφαρα όταν συνηθίσουν στην αποτυχία και σκέφτηκε ότι κάθε θάνατος έχει τη δική του ορθογραφία. Πήγε στο Σινικό Τείχος και με το νύχι άρχισε να χαράζει μια φράση σε μια γλώσσα που δεν μπορούσε να διαβάσει. Αργά το βράδυ, αφού πρώτα χάραξε και την τελευταία λέξη επάνω στην πέτρα, έκατσε στο έδαφος εξαντλημένος. Εκείνη τη στιγμή μέσα απ’ τα δέντρα εμφανίστηκε το Χσινγκ-τιέν, το ακέφαλο πλάσμα που έβλεπε με το στήθος και ανέπνεε απ’ τον αφαλό, κρατώντας ασπίδα και τσεκούρι. Ήρθε κοντά του, σήκωσε το τσεκούρι ψηλά και τον αποκεφάλισε. Και την ώρα που το κεφάλι του κυλούσε στη γη σα στάλα ιδρώτα, ο Αλταβίλλας διάβασε τι είχε γράψει στο τείχος και χαμογέλασε με κατανόηση: Όταν ξυπνάμε, ξεχνάμε το πιο βαθύ που είδαμε στο όνειρο

Θανάσης Δ. Σταμούλης

ΣΧΕΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
 

αυτόν τον μήνα οι εκδότες προτείνουν: