Διακοπές σαν τροχοπέδιλα

Διακοπές σαν τροχοπέδιλα

Το σκοτάδι έπεφτε στο ΟΑΚΑ. Τα ανοιχτά και τα κλειστά γήπεδα βουτούσαν εδώ και ώρα στη γλύκα της αμφιλύκης. Οι κόρες διαστέλλονταν, χαλάρωναν στιγμή με τη στιγμή στην αποχαιρετιστήρια της μέρας τελετή. Κι όμως ποτέ δεν είναι άλλη η στιγμή, ποτέ δεν είναι η ίδια. Έπλεε κι αυτός με βυθισμένο το δεξί του μάγουλο στα στενάχωρα κάποιου αποχωρισμού. Δεν ήξερε ποιού. Παιδιά και μανάδες περνούσαν τρέχοντας για τη γιορτή, μα ούτε και για τη γιορτή ήξερε αυτός τίποτα. Κάτι στο βάθος καταχτυπούσε σαν καρδιά τέρατος. Το άκουγε εδώ και ώρα που ζέσταινε τις μηχανές, κουλουριαζότανε να ξεχυθεί μ’ όλους τους υπηρέτες του ενάντια στις μικρές μας τις καρδιές, το ‘νιωθε να δρασκελίζει τον εφιάλτη σαν Γκοτζίλας της κάποτε εφηβείας του. Κι όμως δεν ήξερε τι είναι. Παιδιά και μανάδες –σπανίως ένας πατέρας– πέρναγαν βιαστικοί, και τώρα κατέφθαναν απ’ την αντίθετη κατεύθυνση πρόσωπα φρεσκοβαμμένα, σαν από καρναβάλι και σαν από τελετή φυλής παράξενης της Αφρικής που αφήνει ανεξίτηλα τα σημάδια της στους μύστες. Και τα τσιμέντα, τα πλακάκια, τα πιο ταπεινά υλικά ετούτης της πλατείας, γέμιζαν ώρα την ώρα χρώμα. Τι ήταν αυτό, δεν ήξερε. Ίσως το σώμα και το αίμα των ανθρώπων. Ένα σημάδι πως μετά τη γιορτή τίποτα δεν θα είναι πια το ίδιο. Δεν ήξερε. Αλλά σηκώθηκε να περπατήσει ανάστροφα στο ρεύμα των μπογιατισμένων, προς τη μεριά που φανταζόταν ήδη το τέρας να καταβροχθίζει τα πρώτα θύματα, τους αδαείς προσκυνητές, τους γενναιόδωρους εθελοντές ετούτης της υπέρτατης θυσίας. Περπάταγε, κι ο ήχος της καρδιάς του όλο και δυνάμωνε. Ή μήπως ήταν η καρδιά του κτήνους που χτυπούσε μέσα του, ή τα σαγόνια του στ’ αφτιά του που τον καταβρόχθιζαν; Δεν ήξερε. Κι όλο πλησίαζε. Κι ο κόσμος όλο πλήθαινε. Τα βήματα γίνονταν πιο πυκνά, ανήσυχα –σαν μπόρα που ξεκίναγε– όλο και πιο γρήγορα, όλο και πιο μικρά, βηματάκια, βήματα νάνων. Γιατί βεβαίως έτρεχαν, αλλά με κάποια τώρα επιφύλαξη, κάποια αμφιθυμία αδιόρατη, που έκανε τον διασκελισμό τους συνεχώς βραχύτερο. Και τότε ήταν που τα φώτα αναβόσβησαν, και διέκρινε τις μουσικές που αναδύονταν συνεσταλμένες κάτω απ’ το μέγα της γιορτής το τύμπανο. Μετά ξεπρόβαλαν οι επιγραφές και τα λογότυπα των εταιριών με τη φτηνή πραμάτεια.
Όχι, δεν θα μιλήσει για ονόματα, δεν θα λερώσει αυτός τον ουρανίσκο του με τούτες τις αλλόφυλες, αλλόγλωσσες, αλλόγνωμες επιγραφές, μ’ αυτά τα ταπεινά προστάγματα, ολωσδιόλου ξένα στη δική του τη ζωή. Κι όμως κοιτούσε έναν γύρο πρόσωπα χαρούμενα, «ίσως χαρούμενα», είπε τώρα μέσα του, ίσως και μόνον χαμογελαστά, αλλά μ’ εκείνο το χαμόγελο από ζελατίνη, που μοίραζαν κοψοχρονιά στα διαλείμματα της τηλεοπτικής κοπριάς, χαμόγελα που όμως ξέραν να γεμίζουν μέχρις διαρρήξεως το ωρολόγιο πρόγραμμα της καλοκουρντισμένης πόλης, ξέραν να εναποθέτουν στην πιο ήσυχη γωνιά το δηλητήριο, που κατεβαίνει τώρα με υπομονή, τακ-τακ, ώρα την ώρα, με ασφάλεια, σίγουρο κι ύπουλο, στις φλέβες κάθε υπηκόου, τακ-τακ, κι είναι αυτό που τα τσιράκια των πολυεθνικών, εκείνοι οι μυριοκακόμοιροι κουκουλοφόροι από φελιζόλ, λένε «θετική σκέψη», και «να περνάς υπέροχα», κι ίσως «ουάου, είναι τέλεια!», τακ-τακ, και άλλα να σου ανακατεύεται το στομάχι τέτοια.
Πλησίαζε τώρα κι αυτός, με τον τρόπο που θα πλησίαζες κυκλώνα, βέβαιος για τον θάνατό του, μα έναν θάνατο που ζωντανεύει την καρδιά και προαναγγέλλει επικίνδυνα φαινόμενα στις αρτηρίες –ένα χαμίνι ολοΐδρωτο τρέχει ασταμάτητα την αλάνα– έναν θάνατο που σου ζεσταίνει τα μελίγγια, κι η κάθε σκέψη μοιάζει φρατζολάκι πρωινό, φρεσκοψημένο, σαν να ‘ναι η πρώτη και η τελευταία σου, προχώραγε υπνωτισμένος προς το μάτι τού κυκλώνα, το ασταθές εκείνο κέντρο που φιλοξενεί τον εφιάλτη του κωφάλαλου στη μέση των μεγάλων μαχών, σαν ένα σκάφανδρο που καταδύεται όλο και πιο μακριά απ’ τον κόσμο και πηγαίνει, προχώραγε με βήμα σταθερό προς την δίνη που τον ρουφούσε σπιθαμή τη σπιθαμή στο στόμα της, τον περικύκλωνε γλυκά και αποτρόπαια, σαν βλέμμα άγνωστης που σε μια αστραπή του χρόνου ερωτεύτηκες, παραχωρώντας της τη μία του κορμιού σου και τη μια του λογισμού σου εξουσία, τον τράβαγε, κι εκεί, στο βάθος, με μάτια κατάκλειστα, χωρίς να ξέρει και δίχως τίποτα να περιμένει, ανάμεσα σε σύννεφα μπογιάς που χρωματίζαν τον νυχτερινό αέρα και τού ’διναν μορφή απτή, σαν φάντασμα του νου που έβρεξε μόλις το σεντόνι του σε λίμνη χρωμάτων, διέκρινε μέσα του, και μάλιστα πάνω στην πιο τρυφερή επιφάνεια του φιλμ, εκείνην που φιλοξενεί την χημική αντίδραση ερήμην μας σαν περπατάμε αφηρημένοι, διέκρινε για τελευταία φορά τα ήδη χαραγμένα φώτα των διαφημίσεων, το νέον των εναέριων τροχών κάποιου ιλιγγιώδους της ζωής του λούνα παρκ, τις γιγαντοοθόνες με τα προϊόντα και τ’ αστέρια των ΜΜΕ, τα νέα σώματα της μηχανικής πειθούς των προϊόντων μες στα σπλάχνα του, άλλα για φαγητά και για αναψυκτικά, άλλα για ρούχα και εσώρουχα, άλλα για μουσικές και τέχνες, άλλα για υπερβάσεις αλά «δικό μου είναι, ό,τι θέλω το κάνω!», άλλα με οδηγίες της μιας χρήσεως περί του πώς να διάγεις βίον, ούτως ειπείν, ανθόσπαρτον –ξέρουν αυτοί καλύτερα, εσύ παρακαλώ να μην κουράζεσαι– κι άλλα περί του τι εστί κρείττον γι’ αυτήν εδώ την ώρα, γι’ αυτό εδώ το Εδώ, σ΄ αυτό εδώ το Τώρα σου που μεταλλάσσεται αδιάκοπα, στιγμή με τη στιγμή, έτσι που και η γη τρέχει τον δρόμο της χωρίς ποτέ να τη σκεφτόμαστε, χωρίς καθόλου να συναισθανόμαστε το άπειρο μέσα στο σύμπαν βήμα της -μα δεν πειράζει ούτε κι αυτό, αφού η ζωή είναι μικρή και πού να τρέχεις τώρα– μεταλλάσσεται, λέω, αυτό το Εδώ κι αυτό το Τώρα από διαρκή και ακατάλυτη του βίου προσευχή σε απύθμενης ρηχότητας (να ένα μέγεθος σαφές) χωματερή της θάλασσας, όπου ξεβράζονται οι θαλασσοπνιγμένοι της ανοησίας, μεταλλάσσεται, έτσι όπως μεταλλάσσεται το κάθε τι τριγύρω σου, γιατί είναι πια πολύ αργά, γιατί το δηλητήριο είναι καιρός που κατοικεί στις φλέβες σου, με το βαρύ του το περπάτημα, αψύ και σίγουρο, βρίσκει τον δρόμο του, τρυπώνει στα πιο δύσβατα, περνάει, διαχέεται, μπαίνει από κάθε είσοδο στο κάστρο, απ’ τα μάτια, απ’ το στόμα, απ’ τη γλώσσα, απ’ τα αυτιά, απ’ το δέρμα, απ’ την ύπαρξη των άλλων που δεν είναι Άλλοι, γιατί αυτό το εκεί έξω έχει τα πάντα κυριεύσει, και τίποτα δεν είναι εκεί έξω εξόν να πεις λέξεις σε αποσύνθεση, τίποτα δεν είναι άλλο από περβόλια αποξηραμένης στη χρεία νεότητας, νεότητας που ξαστόχησε –παρά μια τρίχα ή παρά έναν γαλαξία, ποια η διαφορά;– δεν είναι άλλο εξόν το τύμπανο ετούτου του μονότονου ρυθμού που θα φιμώνει κάθε άλλον, κι όταν θα έχεις πια καταδυθεί στην πιο βαθιά σπηλιά, στο πιο ανήλιαγο της ιδιωτικής σου κόλασης δωμάτιο, στο πιο «δεν έχει άλλο» αυτής της κατασκέπασης κάτω απ’ το βάρος του ξένου, τότε, εκεί, στο τελευταίο δευτερόλεπτο, λίγο πριν τον γκρεμό, λίγο πριν τον αφανισμό, εκεί που νιώθεις την ανάσα της αβύσσου να σου γλύφει τον σβέρκο, εκεί είναι που θα παρουσιαστεί ο από μηχανής θεός, ο Ένας, που επιτέλους θα φουσκώσει τα πνευμόνια του για να κραυγάσει το υπέροχο «Βοήθεια!», ουρανομήκες σαν στεντόρεια στον ύπνο του Εμπειρίκου ιαχή, Κάποιος που επιτέλους θα σηκώσει το κεφάλι απ’ το αμνιακό υγρό για να αναπνεύσει, λίγο προτού οριστικά τον καταπιεί ο αφαλός της δίνης, η μαύρη τρύπα του ποτέ, το στόμα τού από πάντα τίποτα, εκεί, στο τελευταίο δευτερόλεπτο, σαν έκλαμψη επιθανάτια και σαν στερνή του απελπισμένου προσευχή που αλλαξοστρατίζει τη σκληρή χαρακιά της μοίρας, Αυτός θα έρθει από μέσα για να δείξει, με χέρι σίγουρο και καρδιά πυρωμένη, το Καίριο, το δίχως Του τίποτα, Εκείνο που, ας είναι και στο τελευταίο δευτερόλεπτο, θα αποκαλυφθεί για να σε Σώσει:

[Την είδε. Να κινείται. Σαν να γλιστρούσε στο όνειρο. Πέρασε μια φορά. Μετά μια δεύτερη. Με χέρια υψωμένα. Με δάχτυλα που χαϊδεύανε τον αέρα. Να κρατηθούν. Ή να κρατήσουν τον αόρατο. Πέρασε άλλη μια φορά. Τότε άκουσε μέσα του τον παλμό. Το θρόισμα των τροχών κάτω απ’ το λίγο της βάρος. Η γη κινιόταν αλλιώς. Κάτω του. Και κάτω της. Θυμήθηκε. Πρώτο όνειρο πτήσης. Παιδί. Στο δωμάτιο. Στο κρεβάτι. Δεν ήθελε να τελειώσει. Μα ξύπνησε. Τώρα όχι. Εκείνη ξαναπέρασε. Ο αέρας γύρω πλημμύρισε ζωή. Και κάτι από χάδι φούστας. Σε γυμνό μηρό. Η καρδιά του σκίρτησε. Γλύκα που δεν ήξερε. Από πού ερχότανε; Ποια χιλιετία; Μωρό στη μέση του κρεβατιού. Της μάνας του. Και του πατέρα. Υψηλός πυρετός. Χαϊδεύει με τα δάχτυλα μια μπαλαρίνα. Μακρύς λαιμός και όλα τα μυστήρια σφιχτά δεμένα σ’ έναν κότσο. Ψηλά πάνω απ’ τον άξονα. Με τα ελατήρια. Και το ’να χέρι στον αέρα. Να περιστρέφεται. Στους ήχους μιας επίχρυσης λατέρνας. Ο κόσμος όλος ήταν μια παρηγοριά. Για ό,τι είχε ως τότε γίνει. Και για ό,τι ήταν να γενεί.]

Έτσι και τώρα, ξαναπέρασε. Και το κορμάκι της διέγραψε ένα στήθος που δεν ήταν ακόμα στήθος. Και η κοντή της φούστα κυμάτισε στη νύχτα την κίνηση. Και ο αέρας της χάιδεψε το πιγούνι με το ένα του δάχτυλο και το σπρωξε λίγο προς τον ουρανό. Και τα χέρια της απλώθηκαν με θέρμη να ακουμπήσουν τον αόρατο. Με προσμονή; Με γλύκα; Με εμπιστοσύνη. Χωρίς βιάση. Σαν να ’ταν η ζωή αιώνια κι ο χρόνος όλος τούτη η στιγμή.
Κι ύστερα ξαναπέρασε. Άλλο ένα οχτώ διαγράφτηκε στο άλλο βλέμμα του, εκείνο που κοιτούσε από ψηλά. Από ψηλά ήταν αλλιώς. Μα και το ίδιο. Και ύστερα την κοίταξε που απομακρυνόταν. Με σταθερή λεκάνη πάνω από τα τροχοπέδιλα. Και ήταν τότε που, μετά από τόσες επικλήσεις, σήκωσε το αριστερό της πόδι απ’ το έδαφος. Κάποιος την κράτησε σταθερή στην αγκαλιά του, μέσα στο σίγουρο οκτώ, αυτό που διέκρινε με το επάνω βλέμμα.
Ποτέ δεν σήκωσε τα μάτια της να τον κοιτάξει. Αυτός παρέμενε ακίνητος, σαν τότε που ξυπνούσε από γλυκό όνειρο και δεν ήθελε ο ύπνος να το καταλάβει. Περίμενε, με κρατημένη την ανάσα, τη μοίρα να του φανερώσει την πρώτη χαρακιά. Βυθισμένος στην βεβαιότητα πως μια και μόνη λάθος σκέψη είναι που αποσυναρμολογεί το θαύμα. Περίμενε υποταγμένος στη δική της κίνηση, που πλημμύριζε την ψυχή του και δώριζε από ένα μικρό φωτοστέφανο στους περαστικούς. Και τότε κατάλαβε: Ήταν –όχι Αυτή, αλλά– η Κίνησή της που τον κοίταζε! Και τότε όλα χάθηκαν, κι έμεινε ένα νεκρό σεντόνι πεταμένο στις πλάκες.
Το διαρκές οχτώ που ανάδευε τον χώρο και τον χρόνο, ο άνεμος που έσκυβε κάτω απ’ τη φούστα της να τη φυσήξει, το λίγο ρούχο που αγκάλιαζε τη χάρη των μηρών και σκέπαζε τις γάμπες κάτω ως τα λευκά μποτάκια, τα χυμένα της μαλλιά που αναστάτωναν –δεν ήξερε να πει το χρώμα τους μες στο σκοτάδι– ετούτον τον ευτυχισμένο άνεμο, τα δάχτυλα που χάιδευαν για ώρα τον αόρατο, η στέρεη λεκάνη –δοσμένη με υπεροψία δωρεά σ’ έτοιμο βλέμμα– στητή ψηλά πάνω απ’ τα δυνατά της πόδια, κι εκείνο το άλλο, το με εμπιστοσύνη δώρο του μηρού λίγο πάνω απ’ το έδαφος, όλα, κατάλαβε, ήταν εκεί μονάχα για να ζυγιαστούν απ’ τη σωστή μεριά, σαν καλοσύνης ποταμός που έφερε τις εκβολές του ήρεμα σε τούτο το νυχτερινό σημείο της ζωής του, νερά ιερά ζωής παράλληλης, να ζυγιαστούν απ’ την ανάποδη, αντίβαρο στου τέρατος το τίποτα, που είχε από ώρα εξαφανιστεί. Τα ράμφη της πλάστιγγας για μια στιγμή φιλήθηκαν, δροσιά δικαιοσύνης φύσηξε τα καμπυλωμένα μέταλλα, μια ανακούφιση συνεπήρε κάθε λυπημένο παιδί και κάθε μάνα και κάθε πατέρα δίχως να το ξέρουνε, ο κόσμος όλος για λίγο ισορρόπησε.
Και τότε ήταν που θυμήθηκε ότι εκείνος ο αόρατος δεν ήταν άλλος απ’ τον Άγγελό του, τον ιδιωτικό, εκείνον που με μια μικρή γομολάστιχα, χρόνια τώρα, υπομονετικά, λεπτό το λεπτό, κύκλο τον κύκλο, στροφή τη στροφή, σβήνει κάθε ασχήμια, με τούτη την παρηγορητική καταμεσής στην επικράτεια του τέρατος χορογραφία, στο μάτι λες το ένα ίδιο του Κύκλωπα και του κυκλώνα, εκεί όπου το κόπρισμα της ζωής απ’ τους αλλόφυλους είναι πιο αδιόρατο κι έτσι και πιο δυσβάσταχτο για την ψυχή, μα να που πάντα θα υπάρχει δικαιοσύνη με μάσκα κοριτσιού ή έφηβου, κι ας είναι μοναχά για όσους βλέπουνε, και στο εξής το σύμπαν θα χορεύει γύρω μας σαν μπαλαρίνα στα χέρια άρρωστου παιδιού, που μέσα σ’ ένα θαύμα θεραπεύεται. Τότε, τώρα, κάθε φορά, για πάντα, μ’ ένα «για πάντα» που σκίζει τον χρόνο προς κάθε κατεύθυνση και τον συνοψίζει στο αεί, φεύγοντας απ’ το καρφωμένο στο χώμα του τώρα νυν, πετώντας ως τον όμορφο κυματισμό του «εις τους αιώνας των αιώνων».

Και είπε μέσα του: Οι διακοπές που έρχονται είναι μια μετονομασία. Το ναρκοπέδιο πού φύτεψαν στο δρόμο μας τα «υπέροχο!», και τα «ουάου, τέλειο!». Μια απάτη και μια πρώτη αμαρτία. Ό,τι κατατροπώνει την ασχήμια κι ό,τι κάνει λίγο πιο υποφερτό τον κόσμο μας είναι ο απελπισμένος, που την ευλογημένη ώρα, τη σωστή, ανοίγει διάπλατα τα μάτια, ένθεος κι αποφασισμένος, να αντικρίσει έναν Άγγελο.

Έτσι είπε. Κι ήτανε πια βαθύ σκοτάδι εκεί έξω, μα ρόδιζε ξημέρωμα μες στην καρδιά του. Περπάτησε τα λίγα βήματα ως την έξοδο, αγκαλιασμένος την καινούργια προσευχή. Ήταν πραγματική; Δεν ήταν; Είναι ο κόσμος όνειρο; Δεν είναι;

[Εν τέλει: Τι θα ήταν μια ζωή που έχει χρεία από διακοπές;


(14 Ιουλίου 2019)

ΣΧΕΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
 

αυτόν τον μήνα οι εκδότες προτείνουν: