Το κλαρίνο του Μήτσου Μπατζή κοιμάται στη μεθόριο

Κυριακή 27 Οκτωβρίου 2019, παραμονή της επετείου, κάπως φορτισμένοι κάποιοι από μας, μ’ έναν αδιόρατο, υφέρποντα τρόπο, κάπως αδιάφοροι οι περισσότεροι. Στο βάθος, μια τηλεόραση παίζει. «Το αλάτι της γης», παράξενα χαρούμενη εκπομπή που χρόνια τώρα ταξιδεύει –πρόσω αργά– την λίμνη της ελληνικής ψυχής, με τον Λάμπρο Λιάβα στη γέφυρα, ωραίο καπετάνιο που επιτρέπει και κανένα κρασάκι εκεί, πλάι στον πηδαλιούχο. Ακούγεται ένα κλαρίνο σε ντο, ένα κλαρίνο πιο βραχύσωμο απ’ το συνηθισμένο. Ο συμπαθής οργανοπαίκτης μνημονεύει με συγκίνηση το όνομα που δεν ήξερα: Τον Οκτώβρη του 1940, ο Μήτσος Μπατζής επιβιβάζεται με το κλαρίνο του σε ένα τραίνο που κινείται προς την αλβανική μεθόριο, μαζί με χιλιάδες άλλους συμπολεμιστές του. Ανάμεσά τους κι ο πατέρας μου. Καταλήγει στην πρώτη γραμμή ενός αγώνα ήδη διονυσιασμένου μες στην υπέρβαση. Το φάσμα μιας ηλιόλουστης στη δικαιοσύνη πατρίδας επιταχύνει όλα τα τραίνα. Λαός ένθεος σφίγγει στη φούχτα του έναν ήδη ξετελεμένο αγώνα. Το έπος ζέσταινε τις μηχανές. Τα πρώτα τρυφερά φτερά αναριγούσαν στη ράχη της νίκης. Η μάχη έγινε δουλειά του καθενός, μάχη φτιαγμένη απ’ τον πηλό μνήμης αρχαίας, τόσο εγκορμισμένης στο αυτονόητο, που ήτανε πια –έτσι καθώς της έπρεπε– μνήμη ασυνείδητη. Δεν ήταν τα όπλα που μιλούσαν. Ήταν η χωμάτινη καρδιά των αγέννητων παιδιών μας που καταχτυπούσε σε κάθε στήθος. Και δίπλα στη γιορτή, μια προδοσία που ερχόταν έρποντας. Αλλά κανείς δεν νοιαζόταν για αυτήν.

Ο Μπατζής, στο μέτωπο, βγάζει το κλαρίνο του κι εμψυχώνει τους συντρόφους. Ηπειρώτικες προσευχές γλιστράνε τις βουνοκορφές και στέκονται στα διάσελα ν’ ακούσουν τον αντίλαλο. Ο Μπατζής, στο βουνό, μοιρολογεί πάνω απ’ τους νεκρούς συντρόφους. Κάπου εκεί θα άκουσε –δεν μπορεί– το μοιρολόι κι ο πατέρας μου, λίγο πριν να τραυματιστεί, λίγο πριν επιστρέψει στο άλλο το βουνό, στο άλλο μέσα στοίχημά του. Έτσι και ο Μπατζής. Και μία μέρα –ή ίσως μια νύχτα ή μια στιγμή της αμφιλύκης με τις ωραίες της τις συλλαβές ανάμεσα στους δύο κόσμους– η βόμβα που δεν ήξερε από μοιρολόγια και που είχε μαζί του ραντεβού ήδη προτού να γεννηθεί, έσκασε δίπλα και του πήρε το κεφάλι.
Οι σύντροφοί του –πρόσωπα σκληρά, μισά κιόλας μέσα στον θάνατο, μισά μες στη ζωή, όρθια όμως μες στο νόημα της ώρας, πρόσωπα με αντρίκεια δάκρυα μέσα στη λάσπη και το αίμα της Ηπείρου, πρόσωπα μάσκες άλλης τραγωδίας– τον συνοδεύουν στον δικό του τόπο. Και βάζουν το κλαρίνο στην αγκαλιά του, να του κρατά παρέα στο ταξίδι.
Λένε ότι ο τάφος του Μπατζή είναι σε μια κορφή δίπλα στο εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία, που κοιτά στην Κόνιτσα. Άλλοι λένε πως είναι στον Προφήτη Ηλία Δολιανών. Κανείς δεν ξέρει ακριβώς να πει. Κι ούτε που έχει σημασία. Ο πατέρας του ο Ντίνος τον έψαξε μα δεν τον βρήκε.

Το κλαρίνο του Μήτσου Μπατζή κοιμάται στη μεθόριο

Οι αρχαιολόγοι κι οι ιστορικοί ξέρουν πάντως να πουν ότι στο μαυσωλείο του αυτοκράτορα Τσιν Σι Χουάνγκ θάφτηκε μαζί με τον νεκρό, τον 3ο π.Χ. αιώνα, ο στρατός του από τερακότα, 8.000 ομοιώματα στρατιωτών του πεζικού, που κανείς δεν μοιάζει με τον άλλον, άρα είναι όντως ομοιώματα, και, μαζί, ιππείς, τοξότες γονατιστοί και τοξότες όρθιοι, αξιωματικοί, άρματα, άλογα, ένα σιωπηλό πλήθος πιστών μαχητών που θα τον φύλαγε στην αιωνιότητα. Με κάποιον τρόπο, όντως τον φύλαξε στην αιωνιότητα, αφού, εξαιτίας αυτών των τρομερών φρουρών, το όνομά του, 23 αιώνες μετά, ζει στη μνήμη μας, μια μνήμη γεμάτη από εικόνες ενός παρελθόντος που ήρθε περπατώντας ως τις μέρες μας, για να εγκατασταθεί στην περιοχή του μύθου.
Ο κάτι λιγότερο ή κάτι περισσότερο από αυτοκράτορας Μήτσος Μπατζής δεν χρειαζόταν έναν στρατό από τερακότα. Το θαλάσσιο ξύλο του, πολυταξιδεμένο και πολύηχο, βγαλμένο κατ’ ευθείαν απ’ την Ιλιάδα και γι’ αυτό το ίδιο πολύτιμο με τον στρατό του Τσιν Σι Χουάνγκ, κοιμάται κάπου στα βουνά της Αλβανικής μεθορίου, και τον φυλά ζωντανό στο παρόν και στο μέλλον του. Αν το να ακουμπάς το επιστόμιο ενός τέτοιου ιερού ξύλου στα χείλη σου αντιστοιχεί σε ένα διαρκές φιλί της ζωής, που αποδιώχνει τον θάνατο και τη βαρβαρότητα όπως ο σταυρός, λένε, τον βρικόλακα, τότε ο Μπατζής και το κλαρίνο του θα βρεθούν αγκαλιασμένοι απ’ τον εμβρόντητο αρχαιολόγο του μέλλοντος σαν ζευγάρι ερωτευμένων. Ένας Ρωμαίος με την Ιουλιέττα του θα έχουν μόλις γεννηθεί.

Αναθιβάνω σήμερα τις ώρες του ανθρώπου που δεν γνώρισα. Τον βλέπω να κοιμάται αγκαλιά με το κλαρίνο του, κλαρίνο σε ντο, αυτή τη νότα την ξενόφερτη που πολιτογραφήθηκε Ελληνίδα για τις δικές μας τις ανάγκες, και κάθε τόσο, τα πιο σκοτεινά τα βράδια, βράδια χωρίς φεγγάρι, βράδια με δίχως άνεμο, δίχως βροχή, βράδια με δίχως χιόνι, τον ακούω να τρίβει τη γλωττίδα στο κάτω χείλος του και να πιάνει το μοιρολόι για κάθε τι που πέρασε. Τώρα τον ακούνε μοναχά τα νυχτοπούλια και, κάποιοι λένε, η μάνα του και χαίρεται. Τι να μοιρολογεί ετούτο το κλαρίνο;
Κάποτε θα περνάει κι ο πατέρας μου, θα κοντοστέκεται ν’ ακούσει αυτόν τον άγνωστό μου Μήτσο, αν δεν τον είχε ήδη ακούσει πριν, αν δεν τον είχε ήδη η τύχη αξιώσει ένα μακρόσυρτο μοιρολόι πάνω απ’ τον τάφο των συντρόφων, ορθός, αποφασισμένος και περήφανος, σίγουρος, πλάι στις πηχτές τις νότες που γλιστρούσανε με τον αντίλαλό τους και χαϊδεύανε τα τρυφερά βουνά, τα άγρια βουνά, τα δικά τους πάντα βουνά, από πλαγιά σε πλαγιά, με το κεφάλι σκυφτό, γεμάτο τις δικές του μνήμες, πάνω απ’ το ίδιο –μπορεί– το σώμα του Μπατζή, με το κλαρίνο του αγκαλιά μέσα στον τελευταίο λάκκο. Ν’ άκουσε άραγε κι αυτός το μοιρολόι των συμπολεμιστών, να έκλαψε κι αυτός μαζί τους, να ’τανε άραγε εκείνος που έσκαψε με τα χέρια του την τελευταία του Μπατζή αιώνια κούνια; Δεν ξέρω. Ποτέ δεν είπε. Δεν είναι απίθανο. Και πάλι δεν είναι πιθανό. Ανάμεσα σ’ αυτές τις δύο άκρες που ξεφτίζουν απ’ τα ωραία μπατζάκια του πιθανού, που όμως δεν απέχουν και πολύ, στέκεται η μία, διαρκής, παράξενη αλήθεια: Ίσως να συναντήθηκαν, ίσως και όχι. Ήτανε όμως σίγουρα γιοι του ίδιου πατέρα, κι έτσι, κάπου, σε μια του παρελθόντος ή του μέλλοντος μήτρα, για πάντα θα αγκαλιάζονται σαν αδερφοί.
Έτσι, στο φως αυτής της πιθανότητας που αγκαλιάζει ήσυχη τον εαυτό της, έχω κι εγώ ακούσει το κλαρίνο του Μπατζή, χωρίς να το ξέρω, χωρίς να το ξέρει κι ο πατέρας μου. Κι έχω γευτεί από πρώτο χέρι –αν είναι το χέρι που γεύεται σε τέτοιες περιπτώσεις, αφού το χέρι πράττει, άρα αυτό είναι που πρέπει να ξέρει τα περισσότερα– έχω λοιπόν γευτεί από πρώτο χέρι την έξαψη των ημερών, τον οίστρο της νίκης, τη σιγουριά του μη εφικτού που για αυτό ακριβώς γίνεται αδιαφιλονίκητα δυνατό, την κορυφογραμμή με την ωραία θέα ανάμεσα στο ίσως και στο ναι, έχω κρατήσει στην ποδιά μου την συγκίνηση απ’ τους ήχους που κατακρημνίζονται στα Ηπειρώτικα βουνά κι ανάμεσα στις τρύπες του κλαρίνου του Μπατζή, με τη δεξιοσύνη του αυτονόητου, με την απλότητα του θείου, με το «έτσι είναι η ζωή» τού για πάντα. Κάθε σύντροφος σε κείνο το βουνό ήτανε και μια νότα λειασμένη στον πόθο της νίκης, κάθε νότα σ’ αυτό το κλαρίνο ήταν όλοι μαζί εμείς, που κατρακυλούσαμε με εμπιστοσύνη τις πλαγιές στην Ηλιορράχη, κοιτώντας προς την πεδιάδα τον Αώο να βρέχει εδώ και αιώνες τα πόδια της Πίνδου. Ή ίσως τον Γορμό τον ποταμό, τότε που κινούσαμε για τη Βήσσανη με προσευχές και με τραγούδια. Τώρα, όπως και τότε.

Αν ο Μπατζής κοιμάται αγκαλιά με το κλαρίνο του, σε μια άγνωστη σε μας γωνιά της Πίνδου, μερικές χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, προς τα βορειοδυτικά, δίπλα στο Στόουνχεντζ, ο για πάντα 45χρονος τοξότης του Έιμπσμπερι κοιμάται αγκαλιά με το τόξο του εδώ και 4.500 χρόνια. Ναι, 45 τόσους αιώνες. Αυτό το «κοιμάται» συνιστά πράξη! Τι άλλο να ναι άλλωστε η αιωνιότητα;
Ανάμεσα στον τοξότη του Έιμπσμπερι, στη δύση, και στον αυτοκράτορα Τσιν Σι Χουάνγκ, στην ανατολή, κάπου στην Αλβανική μεθόριο, κοιμάται ο Μήτσος ο Μπατζής, αγκαλιά με το δικό του το δώρο, το δικό του ες αεί τεταμένο τόξο. Το κλαρίνο όμως του Μπατζή δεν θάβεται δίπλα του επειδή του «ανήκει», όπως οι σύζυγοι, οι υπηρέτες και τα κατοικίδια των νεκρών κάποτε ηγεμόνων. Εθελουσίως τελειώνει τον βραχύ του βίο μαζί με το αφεντικό του, αφού εκείνος είναι που του δίνει την «πνοή», κι εκείνος είναι που του την παίρνει με την παροδική του αφωνία.

«Υιέ μου πνέουσαν μ᾿ είδες…», μονολογεί ο Κάλβος μέσα απ’ το στόμα του φάσματος, και ο υιός, με τη σειρά του, φέρει την μητρική πνοή ως το τέλος του. Το πιστό όργανο ακολουθεί τον Μπατζή στον τάφο του, προσδοκώντας τη μέρα που θα εγερθεί και θα πνεύσει ξανά ζωή μες στο νεκρό του σώμα, θα φυσήξει πνοή στα άρμενα του θαλάσσιου ξύλου, αυτού του αιώνιου ταξιδευτή, θα ορθωθεί ξανά πάνω απ’ την ιστορία κραδαίνοντας το λάβαρο του διαρκούς μέσα μας τόπου. Είναι λίγο;

Και κάτι ακόμα: Όπως στους ενταφιασμούς της Νεολιθικής εποχής, που ήταν ίσως μια εποχή αγνότητας των αισθημάτων, το κτέρισμα του Μπατζή, το φτωχικό όσο και πολύτιμο κλαρίνο του, δηλώνει απρόσμενα έναν παράξενο υπομνηματισμό, ένα ψιθύρισμα μιας κάποτε –ή μιας μελλούμενης– κοινωνίας δίχως τάξεις, που ο Μπατζής αναρωτιέμαι αν είχε καν διανοηθεί, εξόν κι ένα ηπειρώτικο μοιρολόι λέει πράγματα που ακόμα δεν καταλαβαίνουμε, ούτε εμείς ούτε κι οι ίδιες οι μοιρολογίστρες, και μάλλον έτσι είναι, οπότε κι ο νεκρός θα ανθίζει μετά θάνατον και θα γίνεται όλο και σοφότερος. Πάντως, εδώ, ο νεκρός δεν προσδοκά μια μετά θάνατον ζωή στην διάρκεια της οποίας το κτέρισμά του θα του ήταν απαραίτητο ως μέσον ανταλλαγής, γι’ αυτό και δεν έχουμε χρυσάφια και πορφύρες. Είναι εκεί, σαν μέρος του σώματός του, σαν μια ακόμα ωλένη, ένας ακόμα μηρός, μια δεύτερη ίσως καρδιά, κι όχι σαν όργανο. Αφήνει έτσι έναν ακριβού δασκάλου χαιρετισμό: Η μουσική, όπως και κάθε άυλο αυτού του κόσμου πράγμα, δεν πιάνεται με το υποδεκάμετρο. Γιατί είναι τρόπος. Και είναι τόπος. Και είναι επόπτευση του σύνολου χρόνου, εμπρός και πίσω μας. Ταυτόχρονα.

Είμαι κι εγώ μουσικός, ό,τι κι αν αυτό σημαίνει. Για μένα σημαίνει –φταίει και ο Μπατζτής για τούτο βέβαια– έναν τρόπο να αντιλαμβάνεσαι τις λεπτομέρειες ενός καμβά που στήνεται στην επικράτεια της ζωής σαν αιολική άρπα που τη φυσούν τα γεγονότα, έναν τρόπο που ο περισσότερος κόσμος δεν διαθέτει και που δεν διανοείται καν. Και δεν μιλώ για τεχνικές και για άλλα τέτοια χλιαρά, των σαλονιών και της του άστεως χυδαιότητας τα φαντάσματα, μα για το πολύλαλο εκείνο φίλτρο που μεταμορφώνει ένα δεμάτι ξύλα σε σκεύος στοχασμού, σε εργαλείο που σκαλίζει τα πιο βαθιά της ύπαρξης χώματα. Ξέρω, λοιπόν, πως, όταν ο Μπατζής μοιρολογεί, δεν είναι ο ίδιος που μοιρολογεί, αλλά το πνεύμα σύγκορμο του δάσους που έθρεψε το ξύλο του κλαρίνου του, μ’ όλα μαζί τα ξωτικά που το κατοίκησαν μες στην ωραία ιστορία του. Κι αυτό ο κάθε μουσικός το ξέρει. Αν, βέβαια. Μα και ο κάθε άνθρωπος που Ζει.
Το χώμα νοτισμένο, το χώμα χιονισμένο, σκουλήκια σέρνονται μέσα απ’ τις τρύπες του, αγκαλιάζουν τις τάπες του, σκουλήκια κοιτούν μέσα απ’ τις κόγχες των ματιών του προς τη μεθόριο που διακορεύτηκε, προς κάθε διαβάτη που περνά και που δεν ξέρει.

Δεν είναι αυτό μνημόσυνο. Είναι γιορτή της γης που χαίρεται κάτω απ’ τα πόδια μας και που μας περιμένει. Όπως κι η θάλασσα περιμένει τους πνιγμένους της στην άλλη μεθόριο, του Αιγαίου, είτε αυτοί ταξιδεύουν προς την Τροία είτε αυτοί ταξιδεύουν προς την Λέσβο. Το θαλάσσιο ξύλο του Μπατζή θα ταξιδεύει αιώνια την ιστορία μας και προς τις δύο κατευθύνσεις. Θα τραγουδά στον ύπνο μας το μητρικό νανούρισμα της διάρκειας. Θα απλώνει καθαρό χέρι στο διαρκές της μίας μόνης σημασίας. Θα στέκεται με παρρησία στην Αγορά του Δήμου, δίπλα στα πιο πολυγιορτασμένα πρόσωπα, θα διαλαλεί την λίγη-απροσμέτρητη παρουσία του σ’ αυτόν τον κόσμο. Τότε, σήμερα, αύριο, με την ελπίδα πως θα υπάρχουν κι αύριο παιδιά με μάτια και αυτιά που βλέπουνε κι ακούνε, παιδιά με ψυχές που δεν γινήκανε ψυχές βαρβάρων.

Το κλαρίνο θάφτηκε ως υπηρέτης εν ζωή του Μπατζή. Σαν ταφικό δώρο που θα τον συντροφεύει στις αιώνιες ώρες της σιωπής του. Όμως οι σύντροφοί του πίστευαν στην μία μετά θάνατον ζωή, πίστευαν, ακόμα και αν ήταν άθεοι, γιατί μια τέτοια πίστη είναι άσχετη με την θρησκευτικότητα, όπως θα ήξερε και ο πατέρας μου να πει, που, στην επιστροφή του απ’ την εξορία, συνόδευε τις Κυριακές τη μάνα μου στην εκκλησία. Ή, να το πω αλλιώς, είναι μια πίστη που εδραιώνει μια βαθύτερη θρησκευτικότητα, για την οποία μοναχά οι πράξεις ξέρουν να μιλήσουν. Ο νους, δίπλα τους, θα παραμένει φτωχός, φτωχότατος συγγενής. Οι σύντροφοι πίστευαν πως ο Μπατζής θα νανουρίζει κάποιους και μετά τον θάνατό του. Και σωστά το πίστευαν. Αυτό δεν κάνει άλλωστε ετούτη την ωραία τη στιγμή, μέσα σ’ ετούτο εδώ το κείμενο, μέσα από μένα, σαν να μουνα εγώ ο ίδιος το κλαρίνο του; Φυσάει στις βουνοκορφές και ομορφαίνει ο τόπος. – Αληθώς!

Ο πατέρας έφερε στο σπίτι μιαν εικόνα απ’ το μέτωπο και μιαν ευλογία: «– Ζει ο Μπατζής ο Μήτσος;!» ήταν σα να ρωτούσε κάθε Κυριακή μετά τη λειτουργία. «– Ναι, ζει, και είναι εδώ, μαζί μας!», του απαντούσαμε. Μοιρολογά τον κάθε σύντροφο που φεύγει μακριά, μοιρολογάει και τον εαυτό του που απομακρύνεται, μοιρολογά κι εμένα που σας γράφω αυτή την ώρα, κι εσένα που διαβάζεις στη δική σου ώρα, και που δεν ξέρουμε να πούμε τη στιγμή που οι λασπωμένες γκέτες του θα περπατήσουν ταπεινά πάνω απ’ το κεφάλι μας, αργόσυρτα, αντρίκεια, καθαρά, περήφανα, για να μας χαιρετήσουνε για πάντα.

Σκέφτομαι τον Μπατζή με ένα στο κάθε του χέρι όπλο. Το ένα, που διανοίγει την πληγή που μας θανατώνει. Το άλλο, που διανοίγει την πληγή που μας ανασταίνει. Θα άφηνα ένα λουλούδι στον τάφο αυτού του διαρκούς πατέρα μου. Αν τον ήξερα.

Το κλαρίνο του Μήτσου Μπατζή κοιμάται στη μεθόριο

Ο Μήτσος Μπατζής, ο πιο διακεκριμένος της μεγάλης οικογένειας των Μπατζαίων, απ’ το Βασιλικό Πωγωνίου, πολέμησε στο ανεξάρτητο Τάγμα Δελβενακίου και σκοτώθηκε, σύμφωνα με τα αρχεία του ΓΕΣ, στις 15/11/1940. Ήταν τότε 29 ή, κατ’ άλλους, 31 ετών. Εδώ, σε ηχογράφηση του 1936, ακούμε το κλαρίνο του. «Ετούτη τη χρονιά», με την Αθανασία Ατραΐδου. Είναι το μόνο ασφαλές απόσπασμα, γιατί ακούγεται ο χαιρετισμός: «Ώπα, γεια σου, Μήτσο Μπατζή με το κλαρίνο σου!». Απ’ το 2:33 ακούγεται μόνος του, και στο 2:55 περνά μια εικόνα που πρέπει να είναι αυτός, ο ίδιος ο Μπατζής. Δεν έχω άλλη.

 

αυτόν τον μήνα οι εκδότες προτείνουν: