Πρώτα έργα

——————
ΜΙΚΡΟΙ ΟΔΗΓΟΙ ΑΚΡΟΑΣΗΣ
——————

Ας παραμερίσουμε τα χρώματα της δύσης του βασιλεύοντος άστρου της ημέρας. Όλοι έλκονται απ’αυτά. Όλοι μιλούν γι’αυτά—το όψιμο στιλ, ο τελευταίος Μπετόβεν, τα ύστερα Καβαφικά, ο Σούμπερτ του χίλια οχτακόσια είκοσι οχτώ και είκοσι εφτά. Οι ώριμοι καρποί πριν από το τέλος που καραδοκεί, οι κι εξ αιτίας αυτού βαρείς από χυμούς γλυκούς που τους τονίζει απόγευση στυφή φερμένη απ’ τη μεγάλη νύχτα που ήδη ακούγεται στα πορφυρώματα του ορίζοντα. Ας μείνουμε στο πρώτο στιλ, αποτύπωμα μιας μυστηριώδους πρώτης ύλης πρωτεϊκής που ψάχνει τη μορφή, αλφαβητάρι και πρωτοφανέρωμα της γλώσσας που αργότερα θα μιληθεί, πρωτόλουβο λουλούδι του Μαρτιού μιας εφηβείας αθάνατης, άδυτη λάμψη αυγινή, λάφυρο της πρώτης μάχης με τη Μούσα που χωρίς κανείς να ξέρει το γιατί, πετάει την προφαντή του πρόκληση στο κράτος του θανάτου.

Προτού περάσουμε σε προφαντό καρπό δικού μας ποιητή ας ακούσουμε μιαν άλλη πρώτη μουσική· σ’ αυτήν, την πάντα τόσο υποταγμένη σε συνθήκη χρονική, την τόσο διαφορετική, ή ίδια μάς καθηλώνει φρέσκια κι αχάλαστη ορμή, με τον ορίζοντα της προσδοκίας ανοιχτό για έργα μικρά ή μεγάλα—αδιάφορο—γιατί αντηχεί στο πιο αλλόκοτο απ’ τα μαρμάρινα της μνήμης τα παλάτια όπου ο χρόνος από το χρόνο έχει νικηθεί:

Τον εικοσάχρονο Προκόφιεφ: Πρώτο Κοντσέρτο για πιάνο (1911-12)


.

Τον δεκαεννιάχρονο Σοστακόβιτς: Πρώτη Συμφωνία (1924-1925)


 .

Τον δεκαεξάχρονο-δεκαεφτάχρονο Μέντελσον: Οκτέτο για έγχορδα (1825) και Ουβερτούρα για το «Όνειρο καλοκαιριάτικης νύχτας» (1826)

Οκτέτο για έγχορδα:


 .

Ουβερτούρα:


 .

Τον δεκαεφτάχρονο Μότσαρτ: Συμφωνία αρ. 25 Κ.183 σε σολ ελάσσονα (1773)


 .

Και περνώντας στον δικό μας ποιητή — τον εικοσιτριάχρονο Μίμη Σουλιώτη, ριζοτόμο, της γλώσσας πρωτεργάτη, που δε σηκώνει μύγα στο σπαθί, και πιάνοντας τη Μούσα από τ’ αφτί της δίδαξε πώς να γίνεται παιδί και να πετάει μια σβούρα με τρόπο αεικίνητο κι επιτυχή.



Παρωδία του γλυπτού συμπλέγματος του Λαοκόωντα από τον Νικολό Μπολντρίνι (περ. 1535-1550) κατά τον Τιτσιάνο. Ξυλογραφία.
Παρωδία του γλυπτού συμπλέγματος του Λαοκόωντα από τον Νικολό Μπολντρίνι (περ. 1535-1550) κατά τον Τιτσιάνο. Ξυλογραφία.
.

Σ β ο ύ ρ α

__________

Ποιητική αντιποίηση: Μια πρώτη λεία ποιητική
__________


2 biblia MS9


When I use a word,
It means just what I choose it to meanneither more nor less.
Lewis Carroll, Through the Looking Glass, Chapter VI, Humpty Dumpty

Ας ευχηθούμε πως θα ξεχαστώ για να με ξαναανακαλύψουν.
Ευχή, παρά τρίχα του Γκ.Κ. Τσέστερτον


Σβούρα, [1]·[2] Τραμ, Θεσσαλονίκη 1972 (μονοτονικό με συνειδητές βελτιώσεις, χωρίς σελιδαρίθμηση).

Ο ποιητής Μίμης Σουλιώτης 23 χρονών.

Παραθέτω:

Στις γωνιες του φέρετρου
τρία γύψινα περιστέρια
τα μούτρα τους κατρακυλουν
κομματιασμένα μες στη βροχη
στο ίδιο μέρος.

Παραδιαβάζοντας ήδη:

Τρία κόκκινα περιστέρια μέσα στο φως
χαράζοντας τη μοίρα μας μέσα στο φως
με χρώματα και χειρονομίες ανθρώπων
που αγαπήσαμε.

(Γ. Σεφέρης, Μυθιστόρημα [1935])

Πρόκειται για κώδικα. Η εποχή ευνοεί τις κωδικοποιήσεις.
Κάποιο σκοτεινό θρίλερ διαμείβεται σε γλωσσικό βάθος και ποιητική επιφάνεια.
Κάποιο ανομολόγητο ριμέικ παλιού ποιοτικού αστυνομικού με σκληρή δράση.

ξετρελαίνοντας
κύταρο
κοματιάζεται
τρελαίνεται
κοματιασμένα
γραμή, γραμή >στο ίδιο ποίημα
κοματιαστού
βλέμα
Οδυσέας
κόκινο
γλώσα
κομάτι
οδύσειες

Αποθαρρύνοντας τα διπλά σύμφωνα εκ συστήματος (βλέπε ως άνω) προσφέρει εμμέσως τις στεμματικές ενδείξεις γενεαλογίας του γραπτού του. Ή απλογραφίες – λιπογραφίες παλαιογραφικά υπερπραγματικές ενός αγανακτισμένου, ιστορικά αποφασισμένου να ξεκαθαρίσει ξελαγαρίσει λάιβ τη γλωσσική υγρασία που οξειδώνει το ζητούμενο νόημα-ποιητική αλήθεια αν υπάρχει.

Και

«εξώφρενη» εξωφρενολογιάζει

«κ’ έκρυψε» παλαιοποιητοεκθλίβει

«στραγκίζει» οβελίζει σαν μπριζόλα και χάφτει το δεύτερο γάμα, αφήνοντας στο πιάτο το κόκαλο του κάπα

«λαρύγκι» ανορθιογραφεί στο 22ο δίστιχο

«θα σου φιάξει» ιδιολεκτολογεί

«είταν δραχμή» παλαιομυθιστοριολογεί· «είταν» με έψιλον γιώτα παλιννοστεί

«πολύπλοκη μουσική
των καθημερινων ήχων»  συμπερασματολογεί μετά την αναγνωριστική αποστολή, στο 16ο δίστιχο.

Πόσο αδικείται η ποιητική σκυταλοδρομία της «Σβούρας» δίχως παρασημαντική νευματική ή συμπτύξεις τύπου nomina sacra – για παράδειγμα ΧΑΚΛΕΙΑ αντίς ΧΑΡΙΚΛΕΙΑ, ΛΕΚΙ αντίς ΛΕΛΕΚΙ. Ή ταχυγραφίες παραπλανητικές ενσυνείδητου γραφέα που αφήνεται παραδίδεται στην παθολογία του κωδικολογώντας φαντασιακά ασύγχροναrecentior non deterior. Τι επιθυμεί ο ποιητής; Ποιο το ductus του; Ποια η usus scribendi του; την οριστική eliminatio τού «κερκίδες πετούν / στάμπες καινούριες» ή την lectio duplex (διπλή γραφή) τού «με τον ουρανό ζεστό πολύπλοκο» μιας αχαλίνωτα ποιητικής επιμόλυνσης τύπου κάλβειας contaminatio (σύμφυρσης) επιδιαπασών γλωσσικής αντίθεσης;







Στα κατά τα άλλα ως επί το πλείστον άτιτλα αυτόφωτα ποιήματα, αν εξαιρέσουμε ένα ΤΩ ΣΩΤΗΡΙ, ένα άλλο ΟΙ ΓΚΡΙΜΑΤΣΕΣ ΤΩΝ ΚΑΙΝΟΥΡΙΩΝ ΜΟΝΤΕΛΩΝ, ένα άλλο ΑΚΟΝΙΣΜΕΝΟ, και δυο άλλα —ΤΑ ΣΗΜΕΙΑ και ΟΤΑΝ ΞΗΜΕΡΩΝΕΙ— όπου εξάλλου οι τίτλοι επαναλαμβάνουν την γνωστή σε όλους μυστηριώδη διαδικασία συμπτωματικού φωτισμού σκοτεινού υπνοδωματίου από δέσμες προβολέων συνεχούς ροής διερχομένων αυτοκινήτων από την παρακείμενη οδική αρτηρία με το συνακόλουθο αιφνιδιασμό των κοιμωμένων που ουδέποτε επιδίωξαν κύματα φωτός—με γυρισμένο το διακόπτη του τίτλου και την αρτηρία έρημη στο νεκρό χρόνο της απολαμπής νυκτός και χαραυγής άνετα εκτυλίσσονται τα αμάρτυρα συμβάντα· στο κάτω ας καταδειχτεί η ατοπία άλλης μιας δήθεν ποιητικής σκοπιμότητας. Ανάμεσα στα κατά κανόνα βραχυσύλλαβα ποιήματα εγκιβωτισμένος ο μονόλογος (δεν διαλέγεται) Αρλεκίνος με αραιά καταστατικά και καθεστωτικά απόκρεα και πλαγιαστά πεζοκαλλιγραφικά σε 24 δίστιχα ή το πολύ τρίστιχα ψηφία. Χαρτοπόλεμος από χρωματιστούς ρόμβους. Μικροσυλλογή εκδικητικών εις εαυτόν, τσιρκολάνικα, μοχθηρά και δύσθυμα ως αρμόζει. Τελειώνει αποσβολωμένος μετά το τελευταίο δίστιχο

Τρίζει το σκοτάδι
μες στην καθημερινη μπουκια

με φυσική κωλοτούμπα τυπωμένος ανάποδα. Το χρωματικό φάσμα της πανηγυρικής δυσφορίας της μικροσυλλογής περιορίζεται στο μαύρο το άσπρο το κόκκινο και το πορτοκαλί — λείπουν το σκούρο μπλε και το σκούρο πράσινο:

Πυροβολω το ούρλιασμα
λέξεων που ανοίγουν
σα σκονισμένο πορτοκαλι φάρδος.

Και

Χλομο άσπρο
σε όρθια σχήματα

Και

Σκίρτησε
γύρισε τον αντίχερα
στο μαύρο.

Και

Χωριστη, κόκκινη,
μαύρο σκούτερ
κοματιαστού ζώου

Και

Το μαύρο του άγγελου
κρατάει τη ζέστη των χειλιών
σε όλο το σκοτάδι.

Και

Κατέβηκες
στο ύφος νυφάδας
[=άσπρο]
χάθηκες απαλα
στο παλτο μου.

Και

Τρίζει το σκοτάδι [=μαύρο]
μες στην καθημερινη μπουκια



Και λίγα ακόμα.

Στο Αλφαβητάριο για την ποίηση (με υπότιτλο «Παιδαγωγικό εγχειρίδιο» — βιβλίο του Μ. Σουλιώτη κατά δήλωσιν «γραμμένο με πρόθεση διδακτική», πρώτη έκδοση στις εκδόσεις Γ. Δεδούση, Θεσσαλονίκη 1993, με λάθη, επανέκδοση από το Επίκεντρο, Αθήνα 2011, μακάρι όχι με λάθη), στο κεφάλαιο «Ο κινηματογράφος μαθαίνει από την ποίηση: Το μοντάζ», πληροφορούμαστε τον ριζικό συσχετισμό που κατά τον συγγραφέα περιέχεται στην ποιητική δημιουργία με την σκηνοθετική. Με εργαλεία-κομβικά σημεία στις δυο διαδικασίες τη στίξη και την ακολουθία εικόνων στο ποίημα και το μοντάζ στη σκηνοθεσία. Είναι δυνατόν από εδώ να αναφανεί πως ήδη η Σβούρα τού 1972 είχε ποιητικά σκηνοθετηθεί με κινηματογραφική λογική και πως οι λέξεις και τα συντάγματά τους δεν είναι εδώ παρά τα ίχνη κινηματογραφικής πλοκής που προτιμήθηκε να ποντιστεί στην αφάνεια. Στην επιφάνεια ερμητικά επιπολάζουν παγωμένοι αντίλαλοι και χρησμοί ενθυμίων και σημασιών όπως η εξόφθαλμη ιαχή

Στέτσον νενικήκαμεν

της ταφής των νεκρών της λεηλατημένης χώρας.

Μέχρι την έξοδο του ποιήματος αρχικά με δυο και τελικά με μια νεκροφόρα:

ΟΤΑΝ ΞΗΜΕΡΩΝΕΙ

Τη θάψαν στα μάτια μου
από τότε περπατώ με δυο νεκροφόρες
σας χαιρετω με μια νεκροφόρα.


Πικάσο, Αρλεκίνος (1923)


Σ Η Μ Ε Ι Ω Σ Η

Με προληπτική μετριοπάθεια ο νεαρός ποιητής επιτάσσει ακροτελεύτια σημείωση στα ποιητικά προλεχθέντα, εμπρόθετα εκσφενδονίζοντας στο τέρμα, αντί της αρχής, το (αφημένο αμετάφραστο) καντάρι (ίνα το ποίημα μη μπατάρει) πολυσήμαντου πλατωνικού παραθέματος (πολυτονικά και με βαρείες) από την Επιστολή Ζ΄:

ἀλλ’ ἐκ πολλὴς συνουσίας γιγνομένης περὶ τὸ πρᾶγμα αὐτὸ καὶ τοῦ συζῆν, ἐξαίφνης, οἷον ἀπὸ πυρὸς πηδἠσαντος ἐξαφθὲν φῶς, ἐν τῇ ψυχῇ γενόμενον αὐτὸ ἑαυτὸ ἤδη τρέφει.

[ Δικό μου πάντως έργο, που να μιλεί συστηματικά γι’ αυτά τα πράγματα, δεν υπάρχει και ούτε ασφαλώς θα υπάρξει ποτέ· ] γιατί η γνώση τους δεν μπορεί να διατυπωθεί με το λόγο, αλλά, μέσα από μακρόχρονη κοινή αναζήτηση της ουσίας του πράγματος και την αδιάκοπη ενασχόληση με το πρόβλημα, ξαφνικά, σαν το φως που ανάβει από μια σπίθα, γεννιέται στην ψυχή, και ύστερα τρέφεται μόνη της (μτφρ. Ηρώς Ε. Κορμπέτη).

Σβουριχτές...
Σβουριχτές...

.