Μουφλόν και οργαντίνα

Πάουλ Κλέε: «Παλιός ήχος, αφαίρεση σε μαύρο φόντο» (1925)
Πάουλ Κλέε: «Παλιός ήχος, αφαίρεση σε μαύρο φόντο» (1925)



Εντύπωση που παράγεται από τα διαφορετικά μήκη κύματος του φωτός
        
(λήμμα «Χρώμα» του Λεξικού της Γαλλικής Ακαδημίας).
Χρώμα ορυκτόν, κιτρινωπόν
                
(λήμμα «Ώχρα» στο Μέγα Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης Δ. Δημητράκου).



Αφιέρωμα στον Κλοντ Ντεμπισί

Υπάρχει γκρι σουρί και υπάρχει και γκρι τουρτερέλ. Και η διαφορά είναι η ίδια με τη διαφορά ανάμεσα στην ευγενική τσόχα και την ανάλαφρη μουσελίνα – η πρώτη είναι αποφασισμένη, ρυθμική, αλλά χωρίς βάρος, όπως επιθυμούσε τη δωδέκατη Σπουδή του ο Ντεμπισί , η δεύτερη είναι σαν την ανοιχτογάλαζη σπιλιάδα που ακινητεί στον απέναντί μου απόβροχο ουρανό, λιγοστά χρυσοκοντυλισμένη. Και τα δύο είναι υφάσματα άρα ανήκουν σε άλλους χρόνους και καιρούς, και τα δύο είναι χρώματα υφασμάτων ή χρώματα ζωγραφικά, από το λεξιλόγιο της μοδίστρας (άλλο εξαφανισμένο είδος) ή την αστική τάξη των επαρχιών και τον καλό ποτέ κόσμο της πρωτεύουσας. Και αξίζει να τ’ ακούς μουσκεμένα στο πυκνό πούσι βορειότερης προφοράς, με τον ήλιο ρουφηγμένο και την χρωματική αλήθεια της λέξης να λαμποκοπά. Ίσως και με τραγανό ρω Πηλίου αν δε γινόμαστε γραφικοί.
Κοντά στην τσόχα βρίσκεται και το μουφλόν που τόσο μας ξάφνιασε ένα πρωινό στην Κύπρο. Είναι επιθετικά τρυφερό σαν άγριο χνούδι που περονιάζει χαρούμενα την αφή και την παρηγορεί με λίγη ζωή παραπάνω. Αυτή που μοιάζει να περισσεύει στους περισσότερους. Και στο μουφλόν ταιριάζει προφανώς το γκρίζο, όπως ταιριάζει και το σκοτσέζικο καρό με ταιριαχτά κοντραρισμένους ζωηρόχρωμους ρόμβους, ιδιαίτερα στη φορεσιά της μπέρτας με το μοναδικό μεγάλο διακοσμητικό κουμπί, ιδιαίτερα στο μούχρωμα που κλείνει την πεδιάδα, όταν υπάρχει, στον εαυτό της. Το τουρτερέλ πάλι είναι η ίδια η ουσία της οργαντίνας που την άκουγες και οργάντσα ή οργκάντζα και οργκαντί. Ύφασμα και χρώμα μετέφεραν τον ίδιο ηχερό καημό της τρυγόνας , την τρυφερότητα του τουρ τουρ που πνίγεται στα τρεμάμενα πούπουλα, στις δροσινές γωνιές του μεσημεριού, κάτω από τα σφραγιστά κλεισμένα βλέφαρα. Σαν ριπές σαραβαλιασμένης σίνγκερ στα αδύναμα χεροπόδαρα απόμαχης ράφτρας, πουντιασμένοι τζίτζικες ασημορελιάζουν το πρώτο σχεδόν φθινοπωρινό απόβροχο σούρουπο : γνώρισα τα χρώματα σαν αυτό που είναι, σώματα στερεά, τσουβαλιασμένη σκόνη από βαφές σε τρίμματα, λουλακί και μπρικ, πράσινη βαφή, μυρωδιαστά, σχεδόν βρώσιμα, επικίνδυνα, φαρμακερά, γεννημένα από την τύχη και την ανθρώπινη επιμέλεια, να λάμπουν αλχημικά στο σκοτεινό υπόγειο όπου τα πουλούσε με το καντάρι και τη σέσουλα η συφοριασμένη κιτρινιάρα μάγισσα. Ανάερο γκριζοπράσινο γεννημένο από τη γανάδα και την αποφορά της οργανικής σαπίλας, διάφανο κίτρινο από ίνες πολύτιμο σαφράνι μέσα σε μικρό χωνί από χαρτί εφημερίδας. Καθώς έπιασε να βρέχει, η αγαλλίαση της επιστροφής σε παλιά συνήθεια καλή ή κακή αδιάφορο, πότισε την κάμαρη. Άρχισαν να χλιμιντρούν τα χρώματα, να ηχολογεί η υλική μεριά της γλώσσας. Τίποτα δε χαρίζεται, όλα κερδίζονται. Και η ηχερή καρδιά της γλώσσας, κι αυτή κερδίζεται, ποιος ξέρει ακόμα με τι θυσίες. Δες τη γλώσσα του Μπεράτη που κρούει μονάχα τους αναγκαίους ήχους. Όπως το ξύλο του κέδρου, «ευχρηστότατη δια τα πολυχρόνια πράγματα». Δες την καλλιγραφία της βροχής, που μου τα έφερε όλα ετούτα, τη γλώσσα του Απολινέρ ― όπως τη μετάφερε πριν από εξήντα έως τριάντα χρόνια ένα μπερδεμένο κουβάρι από μεταφραστές :

ΒΡΕΧΕΙ

Βρέχει φωνές των γυναικών σα να’ χουνε πεθάνει ακόμα και στη μνήμη
και σας ακόμη βρέχει θαυμάσιες συναντήσεις της ζωής μου, ώ μικρές ψιχάλες
και νά τ’ αφηνιασμένα σύννεφα βάλθηκαν να χλιμιντρίζουν ολόκληρο κόσμο
από πολιτείες της ακοής
άκου σαν βρέχει πώς λύπη και καταφρόνια κλαίνε μια μουσική παλιά
άκου πώς πέφτουν οι δεσμοί που σε κρατάνε κάτω και ψηλά


Κλοντ Ντεμπισί (1862-1918), Δώδεκα Σπουδές (1915)

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: