Μια εφηβική παλιά ανάμνηση κι ένας ώριμος στοχασμός

Στηβ Ρηβς και Μιλέν Ντεμονζώ στον «Γίγαντα του Μαραθώνος» (1959)
Στηβ Ρηβς και Μιλέν Ντεμονζώ στον «Γίγαντα του Μαραθώνος» (1959)
349C990Ab6C453Afa79180A77C74B6F4 Xl

Στα χρόνια μου, εκείνα τα παλιά, πολύ μικρή για βάσανα, άρχισα να φιλοσοφώ. Τα νερά στους δρόμους έφτιαχναν λιμνούλες· η Αθήνα δεν είχε ασφαλτοστρωθεί παντού. Μου άρεσαν οι νησίδες, τα μικρά περάσματα από την μία στην άλλη. Έφτιαχνα σενάρια. Κούκλες δεν έπαιξα. Ούτε είχα ούτε και θυμάμαι αν ήθελα να είχα. Είχα όμως αδέλφια και άλλα γειτονόπουλα που παίζαμε τόπι, κουτσό, σχοινάκι και κάναμε αθλητισμό στο δρόμο, και δεν φοβόμουν να δείξω το χρώμα της καλτσοδέτας μου, όπως σάρκαζε πικρόχολα, στα χρόνια του, ο Εμμανουήλ Ροΐδης. Η «αγωνιστίτις» με είχε καταλάβει και θα ήθελα να είμαι ο Στηβ Ρηβς στην ταινία Ο Γίγας του Μαραθώνος.

Τω καιρώ εκείνω που είδα την ταινία, το σίγουρο είναι πως δεν ήξερα τον Σεφέρη. Ο Σεφέρης ίσως ήξερε την ταινία (που γυρίστηκε το 1959), ο σκηνοθέτης δεν πρέπει να ήξερε τον Σεφέρη (που είχε γράψει την Κίχλη το 1947). Όλοι όμως ξέραμε την Ιστορία και ο καθένας για λογαριασμό του έφτιαξε μια σκηνή θαλασσινή κι ένα ευφάνταστο παιδί  – εγώ– την κουβαλούσε μέσα του μέχρι που την βρήκε στο ίντερνετ και έμεινε με το στόμα ανοιχτό να σκέφτεται τη διακειμενικότητα, που έκανε τη δουλειά της ερήμην όλων μας. Είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας και οι εικόνες μας και οι μουσικές μας και οι ζωγραφιές μας και όλα όσα μας ενώνουν είναι παιδιά πολλών ανθρώπων…

Η ταινία αρχίζει με τον Φειδιππίδη που πετάει ακόντιο στους Ολυμπιακούς αγώνες κι εκείνο χάνεται πίσω από το απέναντι βουνό. Αλλά ο Φειδιππίδης πρέπει να αγωνίστηκε στο δέκαθλο γιατί έριξε και σφαίρα και κολύμπησε και έκανε και άλλα πολλά. Βλέπουμε λοιπόν τον Φειδιππίδη να τρέχει ανάμεσα σε λαγκάδια και ποτάμια για να φέρει το «Νενικήκαμεν» ή να πάει στην Σπάρτη να ζητήσει βοήθεια, και, κυρίως, τα παιδιά που κάναν μακροβούτια και το φεγγάρι έραβε μαλαματένιες βελονιές στην πλάτη τους.

«Και τα παιδιά που κάναν μακροβούτια απ᾿ τα μπαστούνια / πηγαίνουν σαν αδράχτια γνέθοντας ακόμη, / σώματα γυμνά βουλιάζοντας μέσα στο μαύρο φως / μ᾿ ένα νόμισμα στα δόντια, κολυμπώντας ακόμη, / καθώς ο ήλιος ράβει με βελονιές μαλαματένιες // πανιά και ξύλα υγρά και χρώματα πελαγίσια – // ακόμη τώρα κατεβαίνουνε λοξά // προς τα χαλίκια του βυθού // οι άσπρες λήκυθοι» (Γιώργος Σεφέρης, Κίχλη).

Ο Φειδιππίδης σε όλη την ταινία δρα έτσι, ώστε να καταδηλώνεται πως τη φυσική του ικανότητα τη διαθέτει για την πατρίδα. Ήταν τα «παιδιά» των Ελλήνων, λοιπόν, εκείνα που έπεφταν στη θάλασσα και το «νόμισμα» δεν το κράταγαν στα δόντια αλλά στα χέρια.

«Έφηβε γονατιστέ… στον διάφανο βυθό / Που όσο κοιμάμαι και ονειρεύομαι τόσο σε βλέπω ν' ανεβαίνεις / Μ' ένα πανέρι πράσινα όστρακα και φύκια / δαγκάνοντας σαν νόμισμα τη θάλασσα την ίδια που  / Σου 'δωκε τη λάμψη αυτή το φως αυτό το νόημα που γυρεύεις» (Οδυσσέας Ελύτης, Ο μικρός ναυτίλος, 6).

Ναι, έτσι, ανακατεύοντας αισθήσεις και νοήματα και έργα φτάνω πάντα εκεί που πρώτος έχει πάει ο ποιητής και με νεύματα τρυφερά με καλεί.

Τω καιρώ εκείνω, που είδα την ταινία, επανέρχομαι, το σίγουρο είναι πως δεν ήξερα τον Σεφέρη. Ο Σεφέρης δεν ξέρω αν την είδε ποτέ και τι εντύπωση του έκανε. Όποιος όμως την είδε, ο καθένας με τον τρόπο του, εισέπραττε και αξιολογούσε αυτό που έβλεπαν τα μάτια του, έχοντας πάντα και στο νου του αυτό που ήξερε από τα βιβλία του.
Και δεν μπορώ να ξεκολλήσω το μυαλό μου από τα ωραία κορμιά που ’πέφταν στο νερό για να σφηνώσουν πασσάλους στα περσικά πλοία, που ήταν πολίτες και έγιναν αθλητές, που αγωνίστηκαν «για το αγρίλι του Ηρακλέα» και την ώρα του χρέους έγιναν μαχητές και αγωνίστηκαν για την πατρίδα.

Στα χρόνια τα δικά μας, ένας υπεραθλητής, ο Γιάννης Κούρος, επανέλαβε το δρόμο του αρχαίου αγγελιοφόρου που πήγε από την Αθήνα στη Σπάρτη για να ζητήσει βοήθεια και επέστρεψε. Αυτός ο υπεραθλητής έτρεξε σε υπερμαραθώνιους δρόμους, χιλιάδες χιλιόμετρα και ήρθε πρώτος με τεράστια διαφορά από τον δεύτερο, με κίνητρο την ψυχική δύναμη του αρχαίου δρομέα. Κι εκείνο στο οποίο εστίασε, όταν ρωτήθηκε, ήταν ότι ο αρχαίος δρομέας έτρεχε με τα σάνταλα σε κατσάβραχα, ρυάκια, ποτάμια, μονοπάτια και χίλιους κινδύνους, όχι σε καλοστρωμένες λεωφόρους και με πανάκριβα αθλητικά παπούτσια!!! Για να σκεφτόμαστε πόσο σπουδαιότερη ήταν μια αρχαία νίκη σε σχέση με μια ανάλογη σημερινή, όταν ο αθλητής έχει σπόνσορες, επιλεγμένη διατροφή, βιταμίνες, χάπια, νερά και χυμούς στο δρόμο και κάμερες να καλύπτουν τον αγώνα του. Και το σημαντικότερο· πόσο ακριβά εξαργυρώνει τη νίκη του και δεν φοβάται πόλεμο.

Άγε δη χαίρων Αισχύλε χώρει / και σώζε πόλιν την ημετέραν, γνώμαις αγαθαίς και παίδευσον / τους ανοήτους
(Αριστοφάνους, Βάτραχοι, στ. 1500-4)

(Πήγαινε, Αισχύλε, στο καλό, να είσαι καλά και να σώζεις την πόλη μας και με σωστές συμβουλές συμβούλευσε τους ανόητους)

Πρόσφατα, είδα τους Πέρσες του Αισχύλου στην Επίδαυρο και αμέσως μετά τους ξαναείδα στο Ηρώδειο και μετά πήγα στο βιβλίο για κείνη τη σκηνή, όπως την περιγράφει, ρωτώντας, η Άτοσσα τον αγγελιοφόρο: Τόσα καράβια είχαν, που τόλμησαν ν’ αντιβγούν στον περσικό στρατό, μπήγοντας έμβολα; Εκείνα τα «έμβολα» ήταν καταγραμμένα στη παιδική μου μνήμη. Αποτέλεσμα για τους Πέρσες ήταν η καταστροφή του στόλου και η καταρράκωση της αλαζονείας τους. Η ιερή υπόσχεση, που ήταν νόμος στον όρκο των Αθηναίων εφήβων, «Την πατρίδα ουκ ελάττω παραδώσω, πλείω και αρείω όσης αν παραδέξομαι», έχει καταπατηθεί από τον Ξέρξη, αφού ο Πέρσης βασιλιάς αποδείχτηκε ανάξιος συνεχιστής εκείνου που παρέλαβε. Όχι μόνο δεν το αύξησε αλλά κατέστρεψε τα πάντα. Το ανθό των στρατιωτών και όλα τα πλοία.
Επανέρχομαι στην εικόνα με τα ωραία κορμιά που κολυμπούν υποβρυχίως, τη σελήνη ολοστρόγγυλη πάνω από την Ακρόπολη και την πρωταγωνίστρια δεμένη στην πρώρα σαν την Ανδρομέδα στο βράχο. Το εχθρικό πλοίο που έρχεται, έχει έναν μηχανισμό, σαν το στόμα του τέρατος που ανοίγει να την κατασπαράξει, όπως λέει ο μύθος. Είναι σκηνές ανεπανάληπτες που η όποια ιστορική ανακρίβεια καμιά σημασία δεν έχει για την γενική εντύπωση. Για να το πούμε αλλιώς ήταν ένα ιστορικό παραμύθι με προβολή αξιών όπως αυτές προέκυπταν από τα βιβλία∙ αγάπη για την πατρίδα, εντιμότητα, ειλικρίνεια, ομορφιά, ήθος, έρωτας.

Σεφέρης, Μέρες Δ΄ σελ. 33: «στον Αισχύλο υπάρχει πάντα μαζί με τον άνθρωπο ένα σύμβολο, ένα στοιχείο που θρέφεται από ανθρωπότητα, τρομαχτικά ζωντανό. Στην Ορέστεια είναι το κακό… στους Πέρσες η θάλασσα που γυρίζει πάντα προς την ισορροπία, στους Επτά είναι το αίμα που στρέφεται ολοένα και πολεμά τον ίδιο του τον εαυτό, διχάζεται και σμίγει σμίγει και διχάζεται (Κοίταξε το χορό που μοιράζεται στα δυο, στο τέλος)».
Κοίταξε τώρα και το τέλος ενός άλλου: Αναποδογυρισμένα στις χωματερές αλόγατα, σωρός τα/ χτίσματα μικρά μεγάλα, θρουβαλιασμός και σκόνης άναμμα μες στον αέρα!/ Πάντοτε με μια λέξη μες στα δόντια του άσπαστη κειτάμενος/ Αυτός ο τελευταίος Έλληνας! (Οδυσσέας Ελύτης, Τα ετεροθαλή, «Θάνατος και Ανάστασις Κωνσταντίνου Παλαιολόγου»).
Επανέρχομαι στην «αγωνιστίδα» που λέει ο Ροΐδης και που όλα τα παιδιά είχαμε τότε. Με βάζει σε απορία, γιατί αυτός ο «ξινός» αριστοκράτης κατηγορούσε μια δραστηριότητα που ερχόταν με τόση δόξα και τιμή από την αρχαία Ελλάδα που την είχε αναδείξει. Μάλλον είναι αυτό που λέμε «θα δείξει». Ο χρόνος είναι ο μέγας κριτής και έδειξε. Εμείς πάντως, αγνοούσαμε και τον Ροΐδη και την ιδιοτροπία του, τρέχαμε, πηδάγαμε άλμα εις ύψος, εις μήκος, κάναμε οτιδήποτε, προτελίτσα προτελιά, αμπάριζα, μέχρι που τελείωσα το δημοτικό και, ως ανεπτυγμένη, που ήμουν, όση όταν ολοκληρώθηκε η ανάπτυξή μου και πριν συρρικνωθώ στη σημερινή μου, σταμάτησα, χωρίς να σταματήσω. Χοροπηδάω μέσα μου. Κάπως έτσι το επισημαίνει ο Σεφέρης στις Μέρες Γ΄, Δεκέμβρης 1939, σελ. 153: Ο Miller δάνεισε το Ημερολόγιο του Nijinsky στον Σεφέρη. Πλάι στη φράση «I am a man of motion not immobility», ο Durrell σημειώνει τη φράση του Miller: «I want to stand still and dance inside». Εγώ όμως δεν μπόρώ αυτό το «stand still» και θέλω να εξωτερικεύω το «inside», αλλά…

ΒΡΕΙΤΕ ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΗΣ Ανθούλας Δανιήλ ΣΤΟΝ ΙΑΝΟ.

ΙΚΕΑ
 

αυτόν τον μήνα οι εκδότες προτείνουν: