Show must go on

Άκουγε συνέχεια το «I am a woman in love» με την Barbara Streisand και έβλεπε στο βίντεο πάλι και πάλι την ταινία The Way We Were ή στα ελληνικά Τα καλύτερά μας χρόνια, όπου συμπρωταγωνιστούσε με τον Robert Rendford. Ξάπλωνε με μια ρομπ ντε σαμπρ στο ανάκλιντρο, έβαζε ένα φουλάρι κόκκινο πάνω στο αμπαζούρ, άναβε και μερικά ρεσό σε μια ανοιχτή κρυστάλλινη πιατέλα, πολλαπλασιάζοντας τις μικρές φλογίτσες και έπαιζε πάλι και πάλι το ίδιο τραγούδι στο πικάπ. I am a woman in Love, I am a woman in Love, I am a woman in Love. Δεν μπορούσε με τίποτα να ξεχάσει την παλιά εκείνη ιστορία. Δεν ξεπέρασε το τραύμα ποτέ! Ποτέ; Ποτέ!

Όχι, δεν ξεπερνιέται. Και σκέφτομαι ότι κάπως έτσι συνέβη και με την Κάλλας, αν θυμηθούμε και την πολύ ωραία ταινία του Τζεφιρέλι Callas for ever με την θεϊκή Φανύ Αρντάν και τον Τζέρεμι Άιρονς. Η Κάλλας, κλεισμένη στο διαμέρισμά της, μόνη στο απέραντο Παρίσι, ακούει την Τραβιάτα του Βέρντι. Γραμμένη στη Βενετία το 1853. Εκατό χρόνια μετά η Κάλλας θα θριάμβευε με αυτήν. Και τώρα, «Addio del passato». Η άνοδος και η πτώση της. Και όχι μόνο εκείνη αλλά και οι θαυμαστές της δεν μπορούν να χωνέψουν αυτό που έχει γίνει. To ίδιο και η Μανόν Λεσκό του Πουτσίνι: «Sola, perduta, abbandonata» …

Sola, perduta, in landa desolata!
Orror! Intorno a me s’oscura il ciel…
Ahimè, son sola!
E nel profondo deserto io cado,
strazio crudel, ah! sola abbandonata,
io, la deserta donna!
Ah! non voglio morir!
No! non voglio morir!
No! non voglio morir… amore, aita!

Και αυτό από την Κάλλας και όχι μόνο από αυτήν. Μια άρια που έχουν τραγουδήσει όλες οι μεγάλες σοπράνο. Η ιστορία συνήθης και συχνά είναι αληθινή. Η Κυρία με τις καμέλιες του Δουμά υιού (1848),είναι η νεαρή εταίρα Μαρί ντι Πλεσί που πέθανε στην ηλικία των 23 ετών και με την οποία είχε σχέσεις ο δημιουργός. Η Μαρί μεταπήδησε στην μυθιστορηματική της εκδοχή ως Μαργαρίτα, ενώ στην Τραβιάτα, όπως τιτλοφορήθηκε η όπερα, από τον Τζουζέπε Βέρντι μετονομάστηκε σε Βιολέτα (από λουλούδι σε λουλούδι). Η ιστορία, μέσες άκρες, είναι κοινή με την Μανόν Λεσκώ, η οποία από ηρωίδα του Αβά Πρεβό, στις Αναμνήσεις ενός ευγενούς (1884) έγινε ηρωίδα του Πουτσίνι στην όπερα που έχει ως τίτλο το όνομά της (1890). Και οι δύο ηρωίδες, πεθαίνουν στο τέλος, αν και δεν θέλουν να πεθάνουν. Και ποιος θέλει, άλλωστε;
Αφήνοντας τα ρομαντικά στην άκρη, περνάμε στο κοινωνικό μυθιστόρημα και, συγκεκριμένα, στις Μεγάλες Προσδοκίες (The Great Expectations) του Charles Dickens. Εδώ τα πρόσωπα από τη λογοτεχνία πέρασαν στο σινεμά και μάλιστα σε πολλές και ενδιαφέρουσες εκδοχές, διασκελίζοντας τις εποχές και ανανεώνοντας τη μορφή σε ένα θέμα πανάρχαιο. Μόνο που εδώ ο ερωτευμένος, εξαπατημένος και παρατημένος είναι ένας άντρας, ο Πιπ.

Στην ελεύθερη διασκευή του Αλφόνσο Κουαρόν (1998) με τους Ίθαν Χοκ και Γκουίνεθ Πάλτροου, σκηνή που μένει στη μνήμη είναι εκείνη με την μις Χάβισαμ, που εγκαταλείφτηκε με το νυφικό λίγο πριν από τον γάμο και παραλόισε. Ανήκει και η Μις Χάβισαμ στον προηγούμενο κανόνα των γυναικών θυμάτων, μόνο που επέζησε για να την ροκανίζει το μαρτύριό της. Άλλωστε, αυτή δεν ήταν εταίρα. Οι εταίρες ήταν πιο τυχερές, πέθαναν νέες και θεοποιήθηκαν από την τέχνη. Η Μις Χάβισαμ ζει στο αραχνιασμένο αρχοντικό της, το ετοιμασμένο για τον γάμο, με την τεράστια τραπεζαρία, τα πολυτελή σερβίτσια, κηροπήγια, κουρτίνες, όλα σαπρακιασμένα από τον χρόνο, να σηματοδοτούν τον μέσα της κόσμο. Στην ουσία είναι ο πεθαμένος έρωτας που βρικολάκιασε στο κενοτάφιο, όπου σαν ζωντανή νεκρή ζει με έναν στόχο∙ να εκδικείται, σε κάθε άντρα, τον άντρα που την πλήγωσε. Όργανο τέλεια σατανικό η Εστέλα. Κάθε άντρας που θα ερωτεύεται την όμορφη προστατευόμενή της, την Εστέλα, θα πληρώνει για το πάθημα το δικό της. Η παροιμία που θέλει τον χρόνο γιατρό δεν ισχύει στην περίπτωση της Μις Χάβισαμ γιατί περνά χαράσσοντας ένα ακόμα βαθύ χαράκι στην άρρωστη ψυχή.
Τούτες είναι οι θλίψες οι μεγάλες, λέει ο ποιητής. Εκείνη, τερατώδες πρόσωπο εκδικητικό, βάζει στο γραμμόφωνο συνέχεια τον ίδιο δίσκο∙ «Besame mucho». Στην ταινία ακούγεται το τραγούδι σε όλους τους ρυθμούς, σε ποικίλες διασκευές. Ο ίδιος πόθος σε κάθε εποχή αλλιώς εκφρασμένος αλλά πάντα ίδιος. Και η Εστέλα με τον Πιπ χορεύουν υπό την καθοδήγηση της Μις Χάβισαμ. Δύο χαριτωμένα μικρά παιδάκια που μεγαλώνουν για να ερωτευτούν, αλλά μόνο ο Πιπ, γιατί η Εστέλα λειτουργεί σαν κουρντισμένο τιμωρητικό εργαλείο.
Σταματώ στη σκηνή που εκείνος, ο Πιπ, παίρνει το χέρι της Μις Χάβισαμ και το βάζει στην καρδιά του. «Ξέρεις τι είναι αυτό;», τη ρωτάει και αμέσως της λέει. «Η καρδιά μου είναι αυτή and it is broken. Can you feel that?». Κι εκείνη κουνάει το χιλιορυτιδωμένο της πρόσωπο και του γνέφει «Ναι». Κάθε ρυτίδα της μπορεί να βεβαιώσει την απέραντη γνώση που έχει πάνω στο θέμα της ραγισμένης καρδιάς. Γιατί οι ρυτίδες της είναι χαράκια του πόνου, όχι του χρόνου. Μέσα σ’ αυτά βρήκε μονιά το άγριο θηρίο της εκδίκησης που την μετέβαλε σε τέρας, απομυζώντας νιότη, αισθήματα, ζωή. Η κραυγή της στην κορυφή της σκάλας του τερατώδους μαυσωλείου της δείχνει πως επιτέλους το τέρας χόρτασε και έσπασε… σηματοδοτώντας τη λύση του δράματος.



Από τα «ένδοξα Παρίσια» περνάμε στο λαμπερό Χόλυγουντ. «Amado Mio» και «Put the blame on me, baby». Η Rita Heyworth, που στο πέρασμά της ξεσηκώνεται όλος ο ανδρικός πληθυσμός, ζει και αναπνέει μόνο για κείνον, τραγουδάει και χορεύει, σαν τρελή, για να συγκινήσει εκείνον. Είναι η περίφημη Gilda, ντουμπλαρισμένη από την Ανίτα Έλις, για μας όμως είναι η Ρίτα Χέιγουορθ. Όσο και αν προχωρήσει ο κόσμος, η ψυχή δεν αλλάζει. Ο άνθρωπος, θα έχει πάντα την αχίλλειο φτέρνα του στην καρδιά του. Και η μεγαλύτερη προδοσία είναι η ερωτική. Όλες οι άλλες σε εξοργίζουν, η ερωτική σε πεθαίνει.

Σε ελληνικό τόπο και χρόνο δεκαετία του ’40, ο Μιχάλης Σουγιούλ μελοποιεί τους στίχους που έγραψε ο Μίμης Τραϊφόρος για να συγκινήσει την Σοφία Βέμπο που τον εγκατέλειψε για την καριέρα της στην Αμερική. Το τραγούδι τελευταίως ακούγεται από την Δανάη: «Ας ερχόσουν για λίγο / μοναχά για ένα βράδυ…. Και ας χανόσουν μετά». Δεν θα έρθει όμως. Ό,τι χάθηκε, χάθηκε για πάντα. Η ευχετική εκδοχή του ρήματος και οι λεπτομέρειες που φαντασιώνεται ο δημιουργός τους σημαίνει πως αυτό που λείπει είναι πολύ σημαντικό και χάθηκε οριστικά. Η ατμόσφαιρα του τραγουδιού, και ας μη φανεί παράξενο, έχει κάτι από την ατμόσφαιρα του καβαφικού Καισαρίωνα. Αλεξανδρινός ο Τραϊφόρος, Αλεξανδρινός και ο Καβάφης, αντιμετωπίζουν με παρεμφερή τρόπο το θέμα της απουσίας ενός αγαπημένου προσώπου. Ο Καβάφης φαντασιώνεται ότι ήρθε ο Καισαρίων, ο Τραϊφόρος εύχεται «να ερχόταν». Και οι δύο περιπτώσεις συγκλίνουν στην απουσία.

Ξανά πίσω στα «ένδοξα Παρίσια». Ο πολυτάλαντος, πολύπλευρος, πολυμήχανος Ζαν Κοκτώ γράφει το 1930 την Ανθρώπινη φωνή. Μια γυναίκα σπαράζει από έρωτα για κείνον, που θα της φύγει, μιλάει για τελευταία φορά στη τηλέφωνο μαζί του, τον εκλιπαρεί. Η τηλεφωνική γραμμή διακόπτεται συνεχώς. Υποδήλωση των εξωτερικών εμποδίων, ίσως; Είναι ένας μονόλογος γραμμένος από έναν άντρα και αφορά μια γυναίκα που μιλά στον εραστή της για τελευταία φορά, γιατί εκείνος αύριο παντρεύεται μια άλλη. Και εκείνη, στα πρόθυρα της τρέλας, τον παρακαλεί να την συγχωρήσει, φοβάται μήπως τον ενοχλήσει, θα κάνει ό,τι της ζητήσει, θα του επιστρέψει τα γράμματά του, για να τα κάψει και να μην ανησυχεί γι’ αυτήν. Μόνο να της δώσει τη στάχτη σε μια μικρή ταμπακέρα που εκείνη του είχε χαρίσει. Η απόπειρα αυτοκτονίας δεν πέτυχε κι έτσι θα ζήσει μόνη να τον θυμάται … Το έργο, βέβαια, αν και μονόλογος, παίζει σε πολλά επίπεδα και όχι μόνο σ’ αυτό που είναι άλλωστε το κυρίαρχο∙ η εγκατάλειψη της ερωτευμένης γυναίκας.
Τον σπαρακτικό αυτόν μονόλογο έχουν ερμηνεύσει με συγκλονιστικό τρόπο διάσημες ηθοποιοί, μεταξύ των οποίων η Σιμόν Σινιορέ, η Ίνγκριντ Μπέργκμαν, η Λιβ Ούλμαν, η Χούλια Μιχένες, η Ντενίζ Ντιβάλ, η Ρενάτα Σκότο. Η Άννα Μανιάνι στην ταινία του Ρομπέρτο Ροσελίνι L’ Amore (1948) έχει και ιδίαν αντίληψη επί του θέματος, όταν στη ζωή της εισέβαλε η Ίνγκριτ Μπέργκμαν και πήρε τη θέση της πλάι στο Ροσελίνι.


Πάνω σ’ αυτόν τον γυναικείο σπαραγμό που συνέθεσε ο Κοκτώ στήριξε την όπερά του ο Φρανσίς Πουλένκ La voix humaine (1958), για να αποδώσει την απόγνωση της εγκατάλειψης. Στην όπερα την ερμήνευσε η Φελίσιτι Λοτ και στην Ελλάδα, στο θέατρο, η λαμπερότατη και παραστατικότατη, Έλλη Λαμπέτη το 1950, 1971 και 1978. Η μορφή της στην πιο καλή στιγμή της βρίσκεται στο ίντερνετ. Ο μονόλογος τελειώνει, ενώ το τηλέφωνο έχει κλείσει, με ένα επαναλαμβανόμενο: «σ’ αγαπάω», «σ’ αγαπάω», «σ’ αγαπάω», «σ’ αγαπάω», «σ’ αγαπάω», «σ’ αγαπάω», «σ’ αγαπάω», «σ’ αγαπάω», «σ’ αγαπάω»… χωρίς τελειωμό.

Με τον τίτλο «Έχω μάτια στα αυτιά» (σαν να λέμε σε βλέπω μέσα από το τηλέφωνο) παρουσιάστηκε η Ανθρώπινη φωνή στις 7 και 8 Αυγούστου, φέτος, στο Μικρό Θέατρο της Αρχαίας Επιδαύρου, με την Μυρσίνη Μαργαρίτη στον ρόλο. Και, πράγματι, με μάτια στα αυτιά ακούσαμε και είδαμε τις διακυμάνσεις της ανθρώπινης ψυχής. Και κυριολεκτικά, αφού μια φωνή και ένα πιάνο ανέλαβαν να μας τις μεταφέρουν. Η Μυρσίνη Μαργαρίτη στη φωνή και η Μαρία Παπαπετροπούλου στο πιάνο είχαν ξαναπαρουσιάσει το 2016 το ίδιο έργο στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, με το οποίο επανήλθαν τον Αύγουστο του 2020 στη Μικρή Επίδαυρο.

Ενδιαφέρον ακόμη το ότι ο Κοκτώ ονόμασε Ανθρώπινη φωνή, και όχι «γυναικεία φωνή», το έργο του, επεκτείνοντας και στα δύο φύλα το τραγικό συναίσθημα της εγκατάλειψης…
Όμως, παρά τις δυστυχίες, «the Show must go on» και η αλήθεια των στίχων θέτει ερωτήματα στα οποία δεν υπάρχει απάντηση. Η ζωή, αδιάφορη, συνεχίζεται.

Κυριακή πρωί. Στο Τρίτο Πρόγραμμα η Κάλλας τραγουδά την άρια της Cio Cio San, από την Madama Batterfy, μια αληθινή ιστορία που έγινε μυθιστόρημα από τον Πιερ Λοτί, Η Κυρία Χρυσάνθεμο (1887), ανέβηκε στο θέατρο και ενέπνευσε τον Πουτσίνι. Πρεμιέρα στη Σκάλα τον Φεβρουάριο του 1904. Η ιστορία γνωστή. Αφορά μια παλιά ιαπωνική συνήθεια που επιτρέπει σε έναν ξένο να αποκτήσει μια «πρόχειρη» σύζυγο για όσον καιρό θα είναι εκεί. Με αυτόν τον τρόπο η κοπέλα δεν θεωρείται πόρνη. Η Cio Cio San, μια ανήλικη γκέισσα, εξαναγκάζεται σε έναν τέτοιο γάμο, νομίζοντας όμως πως είναι κανονικός. Ερωτεύεται τον Αμερικανό σύζυγό της, ενώ εκείνος δεν ενδιαφέρεται παρά το σύντομο παρόν και πως θα δρέψει κάθε λουλούδι που του αρέσει. Μετά φεύγει, της υπόσχεται ότι θα ξανάρθει να την πάρει μαζί του στην Αμερική, εκείνη γεννά τον γιο τους, περνά μεγάλη οικονομική δυσκολία, μόνη, εγκαταλελειμμένη, εξευτελισμένη και διαγραμμένη από την οικογένειά της. Ματαίως περιμένει, ενώ ο τύποις μεσάζων (ο μαστροπός δηλαδή), την πιέζει για έναν άλλο γάμο. Ο Αμερικανός έχει άλλη οικογένεια στην Αμερική. Όταν επιστρέφει στην Ιαπωνία, της παίρνει το παιδί κι εκείνη κάνει χαρακίρι για να πεθάνει με τιμή αφού δεν μπορεί να ζήσει με τιμή. Εκεί ακούγεται η σπαρακτική άρια της Cio Cio San. Την έχουν τραγουδήσει όλες οι μεγάλες σοπράνο του κόσμου. Η τραγική θέση της ηρωίδας ξεπερνάει την ερωτική προδοσία και εγκατάλειψη και αγγίζει τα όρια της γυναίκας που γίνεται εργαλείο εκμετάλλευσης.

ΒΡΕΙΤΕ ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΗΣ Ανθούλας Δανιήλ ΣΤΟΝ ΙΑΝΟ.

 

αυτόν τον μήνα οι εκδότες προτείνουν: