Περί Τόπου. Θραύσμα από τον «Καρπό της ασθενείας μου»

Περί Τόπου. Θραύσμα από τον «Καρπό της ασθενείας μου»

Στο Λουκουμάκι
με την ευχή να τα καταφέρει



Μίλα ή γράψε, κι είσαι ήδη έξω από τα πράγματα που σημαίνουν οι λέξεις.


—— ≈ ——

Τα πρόσωπα είναι κατάμονα στα βάθη τους ακόμη κι όταν τα σφίγγεις στην αγκαλιά σου. Είναι ν’ απορεί κανείς που η πολιτική κι η θρησκεία –στις αγνές εκδοχές τους, έστω– υπόσχονται να πετύχουν, όπου αποτυγχάνει κι η ερωτική συνύπαρξη ακόμη.


—— ≈ ——

Αδύνατον ν’ αγαπήσω έναν άνθρωπο όπως είναι. Αγαπώ τις προσδοκίες, τους φόβους, τις μνήμες που προβάλλει στον εαυτό του κι επιπλέον εγώ σ’ εκείνον. Αλλιώς δεν είμαστε παρά μια ανερμήνευτη οργανική μάζα, εκείνος κι εγώ, τα πλοκάμια του χταποδιού που αλλάζει χρώμα αναλόγως τον βράχο που προσκολλάται.


—— ≈ ——


Οι αληθινές συναντήσεις ποτέ δεν είναι στην ώρα τους· διότι δεν συμβαίνουν δια ζώσης, αλλά μέσα από την αναμνημόνευση.


—— ≈ ——


Πάντοτε η ψυχή αφήνει υπολείμματα στις σάρκες της.


—— ≈ ——

Υποφέρω ό,τι αγαπώ.


—— ≈ ——

Η απομείωση των δυνάμεων φέρνει μια κάποια διαύγαση και με συγκεντρώνει κάπως.


—— ≈ ——

Μας μαθαίνουν πως οι προτάσεις διέπονται από κανόνες και τάξη. Κατά βάθος οι λέξεις μιας πρότασης είναι τριήρεις που συμπλέκονται σε ναυμαχία, η πλώρη της μιας εμβολίζει την πρύμη της άλλης, κάποιες ανατρέπονται, άλλες πλαγιοκοπούνται. Ακούω τις κραυγές και τους ορυμαγδούς. Θα μπορούσαν να ανήκουν και σε σκλάβους στα ορυχεία. Είμαι έτοιμος να μαζέψω –τυχόν– επιζώντες.


—— ≈ ——


Η πολιτική συνύπαρξη συντηρείται επειδή υποφέρουμε λιγότερο μαζί με άλλους κι επιδιώκουμε τα συμφέροντά μας ευκολότερα, όμως τούτο δεν σημαίνει πως εκ φύσεως πολιτεύεται κανείς, ούτε πως η πόλη όντως έχει αφεαυτής καμιά εγγενή αξία.


—— ≈ ——


«μακαρη να ηχαν τα λογηα τη δυναμη να μεταμορφωνουν τα πραματα»,

έγραψε ο Βηλαράς αφανίζοντας τόνους και ορθογραφία, τότε που όλα έμοιαζαν δυνατά· ως και μια νέα γλώσσα για τη νέα Ελλάδα ετοίμαζε ο Βηλαράς, κι άλλοι σχεδίαζαν μια γλώσσα εντελώς πειραματική, όπως ο Δανιήλ Φιλιππίδης. Αιθεροβάμονες οι πρώτοι Νεοέλληνες γέρασαν ταχύτατα μες στα απολειφάδια του μεσαιωνικού παρελθόντος που βάφτισαν «παράδοση», κι έτσι γέρασαν ταχύτερα από τους αρχαίους, οι οποίοι όντως πέτυχαν την αλχημική μεταλλαγή τους, έστω σε κάποιον βαθμό, απελευθερωμένοι καθώς είναι από τόπους και στεγανά.


—— ≈ ——

Ίσως διατηρούν τα λόγια ολίγη δύναμη να μεταμορφώσουν εμένα έστω, να θερμάνουν το αίμα και την ψυχή μου τώρα δα; Τα πράγματα δεν αλλάζουν με τα λόγια· μόνον μετατοπίζεται ολίγες μοίρες ο ένδον εαυτός, κι ας μένουν τα πράγματα ως έχουν.



—— ≈ ——


Τόπος είναι το καταπίστευμα του γήρατος.


—— ≈ ——

Οι γάτες κρύβονται όταν είναι ώρα να πεθάνουν. Διαλέγουν κρυψώνες κοντινές, αδύνατον να τις εντοπίσεις. Κάποτε οι πιο αδύναμες καταρρέουν καθοδόν για τον τόπο του θανάτου και τα μερμήγκια ανεβαίνουν απάνω τους ενώ αναπνέουν ακόμη.

 

αυτόν τον μήνα οι εκδότες προτείνουν: