Ο Κωστής Παπαγιώργης και η φιλοσοφία

Ο Κωστής Παπαγιώργης και η φιλοσοφία

1/ Το γραπτό που αποτυγχάνει

Δύσκολο να πεις τι παθαίνει ένα βιβλίο όταν το αποκηρύσσει ο συγγραφέας του. Βγαλμένο από το corpus έργων ομόσαρκων γίνεται απότοκο ενός αναίμακτου διαμελισμού, μέλος ασυσχέτιστο πια και άστεγο. Τυχόν φυσική ασχήμια κι αλλοκοτιά το σώζουν, ίσως· το φρίκιασμα έχει τις χάρες του, και ένα εξαμβλωτικό curiosum κουρνιάζει ευκολότερα στη διαστροφική αγκάλη των ανθρώπων. Tα πράγματα ζορίζουν, όταν το απόβλητο γραπτό υπολείπεται και στην στρεβλότητα ακόμη, οπότε παραμένει στα αζήτητα για δεκαετίες. Τέτοια είναι η περίπτωση της Οντολογίας του Μάρτιν Χάιντεγγερ (Αθήνα: Νεφέλη 1982), ενός νεανικού φιλοσοφικού πονήματος του Κωστή Παπαγιώργη που εκκρεμεί σε καθεστώς φιλοσοφικής και συνάμα λογοτεχνικής καραντίνας. Πρώτος ο συγγραφέας του το αποκήρυξε διαρρήδην – αν όχι τις ιδέες περί Χάιντεγγερ που περιέχει, πάντως «το φρόνημα» με το οποίο γράφτηκε,[1] πράγμα βαρύτερο ακόμη. Μήπως δεν είναι το φρόνημα με το οποίο γράφεται ένα βιβλίο κάτι σαν την ψυχή του;
Η Οντολογία του Μάρτιν Χάιντεγγερ μοιάζει πράγματι με διττή αποτυχία. Δεν θα βοηθήσει ιδιαίτερα όσους επιθυμούν να μυηθούν στον Χάιντεγγερ, ούτε θα το απολαύσουν όσοι αγαπούν το ύφος του Παπαγιώργη. Αποτυγχάνει ως ό,τι υποτίθεται πως είναι –ένα βιβλίο για τον Μάρτιν Χάιντεγγερ–, εφόσον στην πιάτσα βρίσκει κανείς πιο κατανοητές εισαγωγές στον γερμανό φιλόσοφο· και δύσκολα συγκρίνεται με κατοπινά αριστουργηματικά δοκίμια, όπως είναι τα Ίμερος και κλινοπάλη (1988), Η κόκκινη αλεπού (1989), ή οι Ζώντες και τεθνεώτες (1991), τα οποία είναι ήδη κλασικά της νεοελληνικής γραμματείας (το πρώτο έχει ως θέμα τον έρωτα μέχρις εσχάτων· το δεύτερο την μισανθρωπία· το τρίτο, τον θάνατο). Ο ίδιος ο Παπαγιώργης είχε να πει τα εξής για την Οντολογία του Μάρτιν Χάιντεγγερ: «…δεν το εκτιμώ καθόλου –το απέρριψα άλλωστε και δεν ανατυπώθηκε – επειδή κουβαλάει όλα τα κουσούρια του χαρτογιακά με την κίβδηλη συνείδηση».[2] Έκτοτε, κανείς δεν ξέρει τι να κάνει με το βιβλίο τούτο. Δίχως ανατυπώσεις ή αναφορές, μοιάζει αναπόδραστα παραδομένο στη λήθη μιας damnatio memoriae.

Κι όμως – πρόσφατα ο Δημήτρης Καράμπελας παρατήρησε ότι εν αντιθέσει με τους ισχυρισμούς του Παπαγιώργη το ύφος των αποκηρυγμένων κειμένων του φέρει in nuce όλα τα στοιχεία που εντέλει τον ανέδειξαν σε σπουδαίο στυλίστα του νεοελληνικού λόγου: «το εκφραστικό κεντρί, η αβίαστη προφορικότητα, η μεταφορική φαντασία, είναι παρόντα από τις πρώτες κιόλας δοκιμές του, έστω απονευρωμένα, απορρυθμισμένα σε φράσεις χαλαρές και πλατειάζουσες. [...] [η] σφοδρότητα της απάρνησης μοιάζει αδικαιολόγητη».[3] Η Οντολογία του Μάρτιν Χάιντεγγερ δεν αποτελεί εξαίρεση, αλλά φέρει ατόφια τα γονίδια του συγγραφέα της. Ως γνωστόν, μόνον τα σπλάχνα σου μπορείς να αποκηρύξεις.
H πιθανή –επ΄ουδενί βέβαιη– αδυναμία του Παπαγιώργη να ανιχνεύσει αναδρομικά το ίδιο του το ύφος στην Οντολογία του Μάρτιν Χάιντεγγερ, μάλλον η πιθανότερη αδιαφορία του για ένα τέτοιο φιλολογικό εγχείρημα, όσο κι η ολίγον ποζέρικη συνήθεια νεοελλήνων συγγραφέων να αποκηρύσσουν τα νεανικά γραπτά τους, εξηγούν το «γιατί» η Οντολογία του Μάρτιν Χάιντεγγερ δεν ανατυπώθηκε ποτέ. Ωστόσο, προκύπτει το ερώτημα για το «πώς» ένα τέτοιο βιβλίο σχετίζεται σήμερα με δοκίμια υστερότερα και επιτυχημένα, για τον τρόπο δηλαδή που φιλοξενείται δυσχερώς στο ίδιο ράφι μαζί τους, έστω αναδρομικά. Σώματα ταλαιπωρημένα και βιβλία αποτυχημένα κρύβουν δυνατές εντάσεις που κάποτε έχουν μεγαλύτερη αξία από τα ίδια. Εν προκειμένω, η Οντολογία του Μάρτιν Χάιντεγγερ είναι ένα κείμενο με πενιχρό λογοτεχνικό ή φιλοσοφικό βάρος, που όμως συνιστά μια κρυμμένη ή λανθάνουσα απολογία του δοκιμιακού στοχασμού. Αυτή εμφανίζεται υπό τον μανδύα ενός πονήματος περί Χάιντεγγερ, και δεν μοιάζει να προέκυψε ως αποτέλεσμα συγγραφικού σχεδιασμού ή εμπρόθετα, αλλά ανεπίγνωστα μάλλον και ασύνειδα· απλώς συνέβη.

2/ Figmentum malum, ή το ποταπό βάθος του ανθρώπου

Ο άνθρωπος είναι κυφό ον. Με την πρώτη ευκαιρία παθοκρατείται, κι η φύση του αναποδίζει νου και λογισμό. Όλο σχεδόν το έργο του Παπαγιώργη αναπτύσσει αυτήν την ιδέα του Πασκάλ – πως ο άνθρωπος είναι χίμαιρα, και πως ακέραιες προσωπικότητες δεν στέκουν μπρος μας παρά μόνον ως μασκαράτες. Εκτροπές καθημερινές και υποτροπές συνεχείς επιμαρτυρούν μιαν αστοχία εαυτού παραμόνιμη κι ανεκρίζωτη. Ο Πλάτωνας της Πολιτείας, ο Χριστός των Ευαγγελίων και ο Καντ της Κριτικής του πρακτικού λόγου δεν κατάφεραν να αναιρέσουν την παλιά αλήθεια πως ο γέρος γάϊδαρος περπατησιά νέα δεν μαθαίνει. Γράφει ο Παπαγιώργης στο Ίμερος και κλινοπάλη:

«Ο άνθρωπος ψεύδεται, κουράζεται, αγανακτεί, πελαγώνει, μετανιώνει, βρίσκει καταφύγιο στη χυδαιότητα και την ασχήμια, συχνά το σκάει από τον εαυτό του. Πώς να αρθεί πάνω από τις εγγενείς του ατέλειες και να αποβεί ενσάρκωση της ομορφιάς; Αργά ή γρήγορα εξαναγκάζεται να υποκύψει στην πικρή σκέψη ότι δεν μπορεί να ζει στο ύψος αυτών που αισθάνεται».[4]

Ο βίος ως διαρκής αποτυχία να αναχθεί κανείς στην ηθική τάξη του κόσμου προοικονομείται στις εναρκτήριες αράδες της Οντολογίας του Μάρτιν Χάιντεγγερ: «Η δύναμη των πραγμάτων», διαβάζουμε, μετριέται με γνώμονα την «σπάνια τέχνη που κάνει την κάθε στιγμή και την κάθε ζωή να ομολογεί ότι το παρελθόν είναι μια σειρά από μικρές ή μεγάλες αποτυχίες» (σ. 7). Μολονότι, λοιπόν, στο πρώτο κεφάλαιο της Οντολογίας του Μάρτιν Χάιντεγγερ ο νεαρός Παπαγιώργης συζητά την αισιοδοξία του Καρτέσιου, υπορρήτως διασώζει ακέραιη την κοσμοαντίληψη του Πασκάλ – κι είναι αυτή που ανακινεί τη διερώτηση πολλών ύστερων δοκιμίων. Διόλου τυχαίο, πως αρκετά χρόνια αργότερα ο Παπαγιώργης θα μεταφράσει έξοχα τον Πασκάλ: «Είμαστε ανίκανοι και για το αληθές και για το αγαθό», διαβάζουμε στις Σκέψεις, καθώς ο Πασκάλ ιχνηλατεί το figmentum malum [κακό πλάσμα] που είναι ο άνθρωπος: «... αυτό το ποταπό βάθος του ανθρώπου, ετούτο το figmentum malum δεν είναι πάρεξ απλό επικάλυμμα: ποτέ δεν αφαιρέθηκε. Το Εγώ είναι αξιομίσητο».[5] Ο κακόμοχθος και στρεβλοκάρδιος άνθρωπος που περιγράφει ο Παπαγιώργης, το ον που δεν αλλάζει παρ’ όλη την ορθοπεδική βία της ηθικής φιλοσοφίας, είναι η σαρδόνια απάντηση στην προτροπή του Πίνδαρου και του Νίτσε να «γίνουμε αυτοί που είμαστε».

Γι’ αυτό, θα περίμενε κανείς πως ο Παπαγιώργης θα στρεφόταν αμέσως στην χαιντεγγεριανή πρόσληψη της έννοιας της Selbstverfehlung, δηλαδή της αυταπώλειας – της αστοχίας του ένδον εαυτού. Κάτι τέτοιο θα αναδείκνυε ορισμένες εκλεκτικές συγγένειες με τον Χάιντεγγερ. Ωστόσο, η Οντολογία του Μάρτιν Χάιντεγγερ δεν ακολουθεί την αναμενόμενη πορεία· εξαρχής διαπνέεται από μια γενικευμένη δυσθυμία που αφορά τον φιλοσοφικό λόγο εν γένει. Σαν το αγόρι στο χαλί του σαλονιού που κουρδίζει την κούρσα του γνωρίζοντας πως από στιγμή σε στιγμή η χείρα του χαιρέκακου αδερφού θα την παρεμποδίσει απ’ το να τρέξει αβίαστα, ο Παπαγιώργης μοιάζει να περιορίζεται από την επιλογή να γράψει στη σκιά του Χάιντεγγερ, χωρίς να αποτινάσσει την συγγένεια τούτη. Ήδη στις πρώτες σελίδες η δυσφορία που προκαλεί η διανοητική εκζήτηση της νεώτερης φιλοσοφίας τον ωθεί να αναζητήσει προσωρινή καταφυγή στον Αντρέ Ζιντ, «έναν συγγραφέα που δεν ήταν φιλόσοφος αλλά είχε ανάγκη την φιλοσοφία». Κι η ενασχόληση με τον Χάιντεγγερ γίνεται από την ανάποδη – εκθέτοντας το σκεπτικό της χαϊντεγγεριανής επανεκκίνησης της φιλοσοφίας επιβεβαιώνεται η ανάγκη για μια στοχαστική γραφή, η οποία ωστόσο διόλου δεν είναι πρόθυμη να κουβαλάει εσαεί τα μπαγκάζια της ιδιογλωσσίας του Χάιντεγγερ. Ανάλογη υπήρξε, νομίζω, η σχέση του Εμίλ Σιοράν με τον Χάιντεγγερ – κι έχει τη σημασία του πως ο Σιοράν είναι εκείνος ο σύγχρονος δοκιμιογράφος με τον οποίο συγγενεύει περισσότερο ο Παπαγιώργης (και τον οποίο μετάφρασε υποδειγματικά):

«Αν μεταφραστεί σε τρέχουσα γλώσσα, ένα φιλοσοφικό κείμενο εξανεμίζεται κατά τρόπο περίεργο. Όλα τα φιλοσοφικά κείμενα θα έπρεπε να υποβληθούν σε αυτήν τη δοκιμασία. [...] Οφείλω βεβαίως ευχαριστίες στον Χάιντεγγερ διότι, με την αξιοθαύμαστη λεκτική του επινοητικότητα, μου άνοιξε τα μάτια. Κατάλαβα τι θα έπρεπε πάση θυσία να αποφύγω».[6]

Ο Σιοράν και ο Παπαγιώργης συνειδητοποιούν νωρίς ότι ο φιλοσοφικός λόγος αδυνατεί να αποδώσει με ενάργεια την «κακία φύσεως», την pravitas animi που μαστίζει το ανθρωπομάνι. Ο λόγος της φιλοσοφίας κι εκείνος της συναισθηματικής εκτροπής είναι ασύμπτωτοι, διότι ασύμπτωτα είναι τα ενδιαφέροντά τους – η φιλοσοφία αναζητεί κάποιο «διότι», το οποίο και ανευρίσκει ολοένα· ενώ τα αναπόβλητα πάθη εμμένουν στις συγκεκριμένες περιστάσεις που τα γεννούν και στις τροπές του εαυτού τους, ώστε οποιαδήποτε αναγωγή σε γενικές φιλοσοφικές θεωρίες παύει πια να τα έχει προ οφθαλμών. Πώς λοιπόν να μιλήσει κανείς για τον homo ineptus και τα συνεχή ραπίσματά του; Τι είδους γλώσσα απαιτείται για να φωτιστούν οι πτυχώσεις της μισανθρωπίας, μιας εμμονής τόσο αβυσσαλέα ανθρωποκεντρικής; Το βίωμα βλέπει στην αλάνα των παθών, κι η φιλοσοφία στον ακάλυπτο των εννοιών. Η θέα είναι διαφορετική, κι ο συγγραφέας που μετακινείται από το ένα σημείο στο άλλο έχει ανάγκη ένα ύφος αλλιώτικο από εκείνο των φιλοσόφων, μια γλώσσα άλλη. Ώσπου να τη βρει, κολυμπά απρόθυμα στα απόνερα του Χάιντεγγερ, ή του Κίρκεγκωρ, ή του Πασκάλ.

3/ Stimmung και αυτοβιολογία

Είμαστε απάτριδες μες στα καθημερινά μας πάθη, και συνήθως παραμένουμε μουγγοί επίσης. Αυτή η περιπλάνηση –ανοικειότητα θα την πει ο Χάιντεγγερ στο τέταρτο κεφάλαιο της Εισαγωγής στη Μεταφυσική– παρωθεί σε δοκιμές με τον λόγο. Από τον Μονταίν ως τον Παπαγιώργη το δοκίμιο συστήνεται ως απόρροια της ανομολόγητης αδυναμίας της φιλοσοφίας να αναμετρηθεί με τα συγκεκριμένα περιστατικά της ζωής, όσα της ξεγλιστρούν όπως τα μικρά ψάρια απ’ τα δίχτυα, είτε πρόκειται για έναν ξυλοδαρμό, είτε για ένα μειδίαμα. Η φιλοσοφία γλωσσοκοπάει παρά τα καθέκαστα· ενώ το δοκίμιο απαντά στο πλέον τυχαίο ή ευτελές κάλεσμα της ανθρώπινης συμ-πάθειας (το να έρχεσαι στη θέση του άλλου) και αντι-πάθειας.
Περνώντας από τον υπομνηματισμό των φιλοσόφων (όπου σε καιρούς κρίσης αποσύρεται κανείς ασμένως και βρίσκει έναν κάποιο σκοπό, ή έτσι νομίζει) στον πρωτογενή δοκιμιακό λόγο, ο δοκιμιογράφος δεν ορρωδεί προ ουδενός, αντιθέτως επεκτείνεται θρασύτατα ως τα πάθη του γείτονα, κι ακόμη παραπέρα, ως τα πάθη «όσων έχουν το σθένος να παραμερίζουν χωρίς να αφήνουν χνάρια», για να θυμηθούμε ξανά τον Σιοράν. Αυτό που ενδιαφέρει κι εμπνέει είναι ο άνθρωπος ως παθηματικό ον. Όταν λοιπόν ο Παπαγιώργης λέει πως: «ήθελα να γράφω με τη φυσικότητα που ένας άνθρωπος κιτρινίζει όταν φοβάται, ξυρίζεται στον καθρέφτη ή σκάει στα γέλια όταν ακούσει κάτι παράδοξο», τότε κυριολεκτεί.[7] Ζητεί μια γλώσσα σωματική που να έχει κάτι από τα γέλια του Δημόκριτου κι από τα δάκρυα του Ηράκλειτου, και από το σφρίγος του Μονταίν, που έγραψε κάποτε ένα δοκίμιο για τους αντίχειρες.
Τούτη η «αυτοβιολογία του Κωστή», όπως θα την πει ο Γιώργος - Ίκαρος Μπαμπασάκης,[8] λανθάνει ακόμη και στην Οντολογία του Μάρτιν Χάιντεγγερ, το (φαινομενικά) λιγότερο προσωπικό βιβλίο του Παπαγιώργη. Η ανάγκη για μια γραφή αλχημική που γίνεται σώμα και πρόσωπο συμπλέκεται με τον υπομνηματισμό του Χάιντεγγερ, ώσπου εξαίφνης μεταρσιώνεται σε υφολογική απόκλιση, μάλιστα πρωτοπρόσωπη:

«Ξεχασμένος κάποια χειμωνιάτικη νύχτα έξω από τον Πύργο της Ηλείας, κατάλαβα σε βάθος τι εννοεί ο Χάιντεγγερ όταν λέει ότι τη φύση τη συναντούμε πάντα μέσα σε μια συγκινησιακή διάθεση. Δεν πρόκειται για την υποκειμενικότητα των αισθημάτων (αυτό το γαλάζιο που μου θυμίζει τα μάτια της, η ανθισμένη μυγδαλιά ντύθηκε το νυφικό της), αλλά για την a priori θυμική διάθεση που χαρακτηρίζει την κάθε στιγμή μας μέσα στον κόσμο» (σ. 115).
Όποιος πέρασε ως οδοιπλανής (από το οδοιπλανέω: περιπλανιέμαι από οδού εις οδόν, περιφέρομαι) έξω τον Πύργο γνωρίζει το ιδιαίτερο νεοελληνικό πνεύμα του τόπου (genius loci). Εδώ λοιπόν σαρκώνεται η χαιντεγγεριανή ιδέα «ότι κάποιοι με εγκατέλειψαν μέσα στον κόσμο» και αναδύεται η αντίστοιχη «θυμική διάσταση» [Stimmung] (σ. 149). Η δοκιμιακή καταγραφή των παθών ανέκαθεν τρέφεται με περιστασιακές «θυμικές καταστάσεις» για να ακροπατήσει σε τόπους που αφήνουν ασυγκίνητη τη φιλοσοφία. Αν όμως «η λογική και η καθαρή θεωρία δεν συγκινούνται, αυτό σημαίνει ότι δεν έχουν ανακαλύψει τα υπαρκτικά τους θεμέλια», διαβάζουμε στην Οντολογία του Μάρτιν Χάιντεγγερ (σ. 150). Κι αλήθεια, τι να την κάνουμε μια θεωρητικολογία που μονίμως της διαφεύγουν οι μύριες παραμορφώσεις της ανθρώπινης παθοκράτειας;
Σημειωτέον, ότι οι πρωτοπρόσωπες εκτροπές είναι μάλλον σπάνιες στο έργο του Κωστή Παπαγιώργη (τη εξαιρέσει του Συνδρόμου αγοραφοβίας [1998] και των Βιβλιολατρών [1990], τα οποία όμως είναι εξαρχής γραμμένα στο πρώτο πρόσωπο). Αν οι σποράδην φανερώσεις του πρώτου προσώπου στην Οντολογία του Μάρτιν Χάιντεγγερ έχουν μια κάπως ιδιαίτερη αξία, είναι επειδή πρόκειται για κατάλοιπα γραφής επιστολικής, για σπαράγματα μιας αλληλογραφίας που είτε τους επετράπη να ενσωματωθούν σε ένα διαφορετικό είδος του λόγου, ή κάπως πέτυχαν να εισδύσουν σε τούτο κατά τόπους, και να παραμείνουν ως είχαν, ολίγες παλαιές αράδες άθικτες. Πράγματι, μέρος της Οντολογίας του Μάρτιν Χάιντεγγερ προέκυψε όταν ο Παπαγιώργης επεξεργάστηκε «γράμματα-δοκίμια», τα οποία είχαν σκοπό να διασκεδάσουν «τη στρατιωτική ανία» κάποιου φίλου (σ. 7). Κατά τα λοιπά, ο Παπαγιώργης ήξερε καλά, όπως ο Σιοράν και οι γάλλοι moralistes, ότι η πιο προσωπική γραφή του εαυτού απαιτεί την απόρριψη ακόμη και της κατάσαρκης μάσκας του πρώτου προσώπου.

4/ Το χαλασμένο όργανο

Στην Οντολογία του Μάρτιν Χάιντεγγερ βρίσκουμε έξοχα διατυπωμένη την εμμονή με το συντρίμμι και το στρέβλωμα, το αυθεντικό ενδιαφέρον για το χαλασμένο όργανο και το απόβλητο πράγμα:

«Τα συντρίμμια που αφήνουν πίσω τους οι μετωπικές συγκρούσεις στην εθνική οδό εξακολουθούν άραγε να είναι όργανα-αυτοκίνητα ή μετατρέπονται σε ένα σωρό παλιοσίδερα; Τα απόμαχα κανόνια μπρος στους Invalides ή στη σχολή Ευελπίδων είναι ακόμα όπλα ή μέταλλα; Αχρηστευμένο ή χαλασμένο όργανο σημαίνει παράλυση των για να και άμεση απειλή ότι η παρεύρεση βρίσκεται προ των πυλών. Και πραγματικά, όταν το λάστιχο του ποδηλάτου ξαφνικά τρυπήσει, το όργανο μένει στα χέρια χωρίς για να, ορφανεμένο από τη χρήση του και ανίκανο να αντιμετωπίσει τη θανάσιμη αντίπαλό του» (σ. 113).

Όμορφος τρόπος για να εξηγήσει κανείς τις χαιντεγγεριανές έννοιες της «παρ-εύρεσης» και της «προ-χειρότητας»! Περισσότερο από δαύτες μετράει εδώ αυτό που μοιάζει να είναι απλώς μια επεξήγησή τους· ή αλλιώς, την παράσταση κλέβει ό,τι μας φανερώνεται μες στον μεταφορικό λόγο, ό,τι μας κλείνει το μάτι μες από τα απόμαχα κανόνια και τα τρύπια λάστιχα. Τα ευτελέστερα πράγματα δείχνουν τον ανθρωπότυπο του απόβλητου και του λοξία· και τα στραπάτσα, τη δυσλειτουργία και την κατάρρευση (ατομική και συλλογική), εν ενί λόγω τον άνθρωπο ως σύντριμμα. Όπως θα πει ο Παπαγιώργης αργότερα,

«Αυτό που με συναρπάζει είναι η κατάσταση του διαλυμένου Εγώ, του ανθρώπου που βρίσκεται σε απόλυτη αδυναμία – σαν τον λαγό μπροστά στο φίδι – και αρχίζει να παίρνει ανάποδες, όπως λέμε».[9]

Η τερατοσκοπία, δηλαδή η παρατήρηση κι η ερμηνεία των θυμικών και άλλων παραμορφώσεων υπήρξε αγαπημένη ασχολία των moralistes, που ήδη με τον Πασκάλ και τον Μονταίν διαφοροποιούνται από την καρτεσιανού τύπου λογοκρατία της νεώτερης φιλοσοφίας. Η θεματική του συντριμμένου Εγώ εντάσσει τον Παπαγιώργη στην δυτικοευρωπαϊκή αντίληψη περί δοκιμίου, όσο κι η επιλογή των εκφραστικών του μέσων – ακόμη κι όταν φέρεται να σχολιάζει τον Χάιντεγγερ, τάχα.

5/Allotria

Δοκίμιο είναι ο διαπαιγμός της φιλοσοφίας (από το διαπαίζω, που θα πει εμπαίζω, παίζω μέχρι τέλους).
Δοκίμιο είναι ό,τι απομένει από τα στραπάτσα της πάλης με τον εαυτό και με τους άλλους.
Δοκίμιο είναι οι νοσηρές εκδοχές του θυμικού εγκλεισμένες σ’ ένα φωτεινό ύφος. Και το ύφος βρίσκεται στις αποκλίσεις μας.

Τέτοια γραφή –μια αποπειρογραφία– ποτέ δεν είχε ιδιαίτερη παράδοση στην Ελλάδα, τον τόπο όπου άπαντες θέλουν να είναι ποιητές ή πεζογράφοι. «Πρωτογενές [πράγμα] ήταν πάντα η λογοτεχνία, δευτερογενές, πάρεργο ή κατασκευασμένο ήταν το δοκίμιο».[10] Ακόμη χειρότερα, το δοκίμιο είναι το ίδιο ένα απόβλητο είδος του λόγου, μια λογοτεχνία που ενδύεται το πανωφόρι του στοχασμού για να βγει στο σύγκρυο της ύπαρξης, ένα «ενδιαμέσως» που μας προκαλεί έκπληξη κι απορία. Είναι μια «μεθοδική μη μέθοδος» που λειτουργεί με αποσπάσματα, γράφει ο Αντόρνο, όπως άλλωστε η πραγματικότητά μας είναι αποσπασματική. Για τον Αντόρνο, το δοκίμιο αντανακλά το αντικείμενο της αγάπης και του μίσους, κι η μονίμως επισφαλής ενότητά του προκύπτει από μια πορεία ανάμεσα στις ρηγματώσεις και τις αιχμές, παρά γυαλίζοντάς τες.[11] Κι αν ο Αντόρνο κατατάσσει το δοκίμιο στα «αλλόκοτα» (Allotria), ο φιλόσοφος Max Bense το ορίζει ως «παράξενη εσχατιά» (ein merkwürdiges Konfinium), και οριακή περίσταση (Grenzfall).[12] Τα γενικά χαρακτηριστικά του δοκιμίου –που τα βρίσκει κανείς όλα στον Κωστή Παπαγιώργη– είναι το πείραμα και ο υβριδισμός, μια δημιουργική ροή σκέψεων και συναισθημάτων· το ενδιαφέρον για τον πολιτισμό της καθημερινότητας, για το ευτελές και το εφήμερο· η ασυνέχεια και το θραύσμα· μια οπτική γωνία συνειδητά υποκειμενική, μάλιστα ο δοκιμιογράφος με θάρρος καταφάσκει την υποκειμενική του ματιά· αυτοβιογραφικά στοιχεία· η αγάπη για το παράδοξο· η ευσύνοπτη μορφή· η ενσωμάτωση γλωσσικών τύπων της καθομιλουμένης· κι ένα κυμαινόμενο ύφος που συνδυάζει στοιχεία λογοτεχνικά, ιστορικά και επιστημονικά.[13] Άραγε, μπορεί ποτέ ένα τέτοιο υβρίδιο λόγου, που κατάγεται από μια εποχή πριν την ανάδυση της μυθοπλασίας και την διάκριση των ειδών, να φιλιώσει ποτέ με τη φιλοσοφία ξανά, να γυρίσει εκεί απ’ όπου αποσκίρτησε τον δέκατο έβδομο αιώνα; Δεν το νομίζω. Αν κάτι βεβαιώνει η Οντολογία του Μάρτιν Χάιντεγγερ είναι την βεβιασμένη συνύπαρξη φιλοσοφικής θεωρίας και δοκιμιακού στοχασμού.
Ακόμη και η μυστικιστική ηδονή που διανοίγει ο πόνος στα κείμενα του Σιοράν δεν φανερώνεται ποτέ σε εκείνα του Κωστή Παπαγιώργη. Αυτά παραμένουν κείμενα περήφανα κεντρωμένα στην καθημερινή εμπειρία, ο ξυλοδαρμός και το μεθύσι δεν καταδέχονται να χάσουν τη σωματικότητά τους. Ενώ στον Σιοράν τα δάκρυα γίνονται αγωγοί μιας μυστικής κι εντελώς ιδιωτικής θείας ευχαριστίας, εκείνα του εραστή που γλωσσοδέρνεται επ’ ουδέν έρχονται, δεν πάνε πουθενά. Ο αναγνώστης υποψιάζεται μόνον αραιά και που, ότι όποιος βιώνει στα ποτοσχολαστήρια την έσχατη κραιπάλη δεν απέχει και τόσο από εκείνον που αναζητεί στο ασκηταριό την εσχατιά της αιωνιότητας.
Για τους ενθουσιώδεις αναγνώστες του ο Κωστής Παπαγιώργης μοιάζει με τον διαβαστερό οικότροφο που βγήκε στον κόσμο κι από χάπατο έγινε αλεπού. Για τους ξηρούς φιλόλογους είναι πιθανότατα ο μοναδικός Έλληνας δοκιμιογράφος που πληροί τα κριτήρια ενός στοχαστικού δοκιμιακού λόγου à la manière de Montaigne (έστω και αν η κοσμοαντίληψή του βρίσκεται εγγύτερα σε αυτήν του Πασκάλ),[14]) καθώς μόνον διασταλτικές και κατά συμβεβηκός σημασίες της λέξης «δοκίμιο» μας επιτρέπουν ανετότερες, κι ενδεχομένως δημιουργικότερες κουβέντες περί νεοελληνικού δοκιμίου. Σε κάθε περίπτωση, το ύφος του Παπαγιώργη είναι τόσο καινοφανώς προσωπικό, κι η σωματικότητα του στοχασμού του καθίσταται δια της γραφής τόσο παροντική και ζεστή, ώστε δεν υφίσταται χρεία μεσολάβησης ή υποβοήθησης· όπως, ίσως, συμβαίνει στις ομορφότερες ανθρώπινες σχέσεις.

ΒΡΕΙΤΕ ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ Κωστή Παπαγιώργη ΣΤΟΝ ΙΑΝΟ.

 

αυτόν τον μήνα οι εκδότες προτείνουν: