Γιατί δεν βλέπουμε το φως



Εδώ που έχω πεταχτεί
Όλα είναι άναρχα και αβοήθητα
Πιο πολύ μου λείπουν οι αληθινές αντιφάσεις
Οι αντιφάσεις που δίνουν κίνηση
Και παίρνει μπρος η ανθρώπινη μηχανή ξανά
Οι αντιφάσεις έχουν απόκρυφες δυνάμεις
Σαν υπόσχεση
Μια δυνατότητα είναι οι αντιφάσεις
Γι’ αυτό τις μισούμε όσο μεγαλώνουμε
—Οι πολλές δυνατότητες μας εξαντλούν—
Αλλά να που στο σκοτάδι οι αντιφάσεις φωτίζουν τα πράγματα
Δίχως Θεούς και Μεσσίες
Όπως τώρα που ένα κάποιο θάμβος ανέρχεται από τα βάθη του όρους Αιγάλεω
(H αδράνεια είναι εφελκυστική)
Έρχεται κατά πάνω μου με ταχύτητα τρομακτική
Σκίζει το σκοτάδι τρέχει να μ’ ανταμώσει
«Πού ήσουν τόσο καιρό», μου λέει
Μετά χάνεται·
Άραγε ποια αντίφαση με δυναμώνει έτσι;
Η πρώτη αράδα είναι απ’ το Μπαχίρ:

«Οι άνθρωποι δεν βλέπουν το φως / το φως που λάμπει στους ουρανούς…»

Μόνον που
Η άποψη πως οι άνθρωποι δεν βλέπουν το φως
Αντιφάσκει με τον εξίσου έγκυρο ισχυρισμό πως το φως
Όχι μόνον δεν είναι φως για να λάμπει
Αλλά πλέκει την κρυψώνα του
Το σκοτάδι·
Ιδού η αντίφαση λοιπόν:
Λάμπει κάποιο φως τόσο εκθαμβωτικό που οι άνθρωποι δεν βλέπουν
Ή μήπως
Το φως αποτραβιέται στον γνόφο
–κάτι θα ξέρει για να το κάνει–
Κρύβεται αντί να λάμπει;
Αναζητούμε μια θεία αίγλη ή έναν θείο γνόφο;
Αλλιώς:
Οι άνθρωποι κωφεύουν
Ή μήπως η φωνή επιθυμεί να ‘ναι σιγή
—Η φωνή είναι σιγή, αν προτιμάτε—
Kι άρα δεν υπάρχουν πολλά ν’ ακούσεις;
Και τα δυο δεν γίνεται να ισχύουν συνάμα
Εκτός αν αυτό είναι το ζήτημα
Πως το σκοτάδι είναι φως και το φως σκοτάδι
Με τρόπο που δεν βλέπουμε ούτε το φως ούτε το σκοτάδι
Δεν βλέπουμε τίποτα
Κι οι αντιφάσεις δεν λύνονται ποτέ
Ώστε διατηρούν την ορμή τους
Για μας έστω·
Το παράδοξο μιας φωτεινής νύχτας
Σκιρτά στο Μπαχίρ και μέσα μου για μια στιγμή
Είναι θάμβος ό,τι κρύβεται στο σκοτάδι μου;
Πέμπτη 26 Μαΐου 2016, ώρα 11.08 το πρωί:
Κρατιέμαι μονάχα από την παραδοξολογία που με βρήκε
—Σημειωτέον πως κανένα φως, λένε οι φυσικοί, δεν εκλύεται ποτέ αν δεν γνωρίζει πως θ’ απορροφηθεί από κάτι· ή μήπως από κάποιον —
Όλα τ’ άλλα έχουν υποχωρήσει οικειοθελώς
Δεν μου μιλούν πια
Μπορεί και να μ’ έχουν σκοτώσει
Πιάνομαι λοιπόν απ’ το ζωτικό μου παράδοξο
Πιο αρχαίο τάχα από τις κατηγορίες του φωτός και του σκότους

«Η νύχτα λάμπει σαν μέρα / φως και σκοτάδι είναι το ίδιο / Ακόμη και το σκοτάδι δεν είναι σκοτεινό»

(Βέβαια το Μπαχίρ είναι έργο ενός τυφλού ποιητή που θα ‘βλεπε γι’ αυτό αλλιώς)
Παλινδρομώ στην αδιαφορία
Όπου η νύχτα κι η μέρα είναι ακόμη μαζί
Ενώ στις λέξεις φτάνουν λαξεμένες —δυστυχώς—
Πόσες δυνατότητες κρύβει το παράδοξο που στροβιλίζεται σαν πυλός
Με ταξιδεύει στο παρελθόν
Μήπως κιόλας αν βάλω το δάχτυλό μου μέσα
Μείνει το αποτύπωμα;
Θα ‘θελα να μαζεύω χνάρια από τις αντιφάσεις που με σώζουν
Σαν το χνάρι εκείνο μιας αρκούδας στην υγρή γη των Πρεσπών
(Ποτέ δεν την είδαμε· μόνον τ’ αποτυπώματά της)
Μα τι πλάκα! Προστρέχουμε στην αφαίρεση και στις φιλοσοφίες για να πλησιάσουμε την αλήθεια
Και μετά νοσταλγούμε το χώμα.

 

αυτόν τον μήνα οι εκδότες προτείνουν: