Είναι γνωστό πως πολλά ιστορικά γεγονότα και μεγάλες προσωπικότητες ενέπνευσαν τους καλλιτέχνες που μας έδωσαν έργα αθάνατα. Σιγά σιγά ο μύθος γύρο από το γεγονός ή το πρόσωπο ξεχάστηκε και απόμεινε ζωντανό μόνο το καλλιτέχνημα. Κάπως έτσι έγινε και με την Μπαλακλάβα. Οι πρωταγωνιστές είναι όλοι «άγνωστοι» ή σχεδόν άγνωστοι. Το γεγονός έχει καταγραφεί στην ιστορία η μουσική όμως του Φραντς φον Σουπέ είναι αθάνατη.
Ο Σουπέ (Franz Suppé, 1819-1895) γεννήθηκε στο Σπλιτ (Σπαλάτο) της Δαλματίας. Το πλήρες όνομά του ήταν Φραντσέσκο Εζεκιέλε Ερμενεγκίλντο Σουπέ Ντεμέλι. Η μητέρα του ήταν Βιεννέζα και τη μουσική παιδεία του την απέκτησε στη Βιέννη. Βεβαίως διετέλεσε διευθυντής ορχήστρας στα θέατρα Josefstadt, an der Wien και Leopoldstadt της Βιέννης. Συνέθεσε κωμικές όπερες και οπερέτες. Τη φήμη του όμως τη χρωστά στην Εισαγωγή του έργου του η Επέλαση της Ελαφράς Ταξιαρχίας.
Η αφορμή για τη σύνθεση τη Ελαφράς Ταξιαρχίας ήταν το ιστορικό γεγονός, το οποίο έλαβε χώρα στη Μπαλακλάβα της Κριμαίας κοντά στη Σεβαστούπολη, στη σημερινή Ουκρανία, όπου έγινε η φονική μάχη στο πλαίσιο της πολιορκίας της Σεβαστουπόλης με αμφίρροπο το αποτέλεσμα και χωρίς νικητή. Από τη μία πλευρά οι Ρώσοι και από την άλλη οι Άγγλοι, οι Γάλλοι και οι Τούρκοι.
Συγκεκριμένα, στις 25 Οκτωβρίου 1854, ο Ρώσος διοικητής, πρίγκιπας Μέσνικοφ, με 20.000 πεζικάριους, 3.000 ιππείς και 76 κανόνια, προέλασε προς την Μπαλακλάβα από τα βόρειο-ανατολικά, με σκοπό να καταλάβει τη βρετανική βάση και να αποκόψει τη μοναδική οδό ανεφοδιασμού μεταξύ Μπαλακλάβας και Σεβαστούπολης....
Οι Βρετανοί αξιωματικοί, είτε λόγω προσωπικών διαφωνιών είτε κακής εκτίμησης της κατάστασης ή επειδή παρερμήνευσαν τις διαταγές, οδήγησαν την Ταξιαρχία στη σφαγή και έτσι η βρετανική Ταξιαρχία ελαφρού ιππικού, η πιο πειθαρχημένη, μπήκε στην «κοιλάδα του θανάτου» και υπέστη τις συνέπειες. Και τούτο διότι, οι στρατιώτες της Ταξιαρχίας που προέλαυναν με τις ξιφολόγχες τους παρατεταμένες, για να πολεμήσουν σώμα με σώμα, δέχτηκαν πυρά από παντού. Έτσι, οι Ταξιάρχες, ο ανθός των στρατιωτών της Ελαφράς Ταξιαρχίας, έπεσε στο πεδίο της μάχης. Από τους 674, επέστρεψαν λιγότεροι από 200 και σκοτώθηκαν και 475 άλογα. Επιστρατεύτηκαν και αυτά να πολεμήσουν, χωρίς να ξέρουν γιατί και ποιόν, και συγκαταλέγονται στον «σωρό» των αγνώστων στρατιωτών.
Ο Γάλλος στρατάρχης που είδε την αδιανόητη ανθρωποσφαγή ανεφώνησε: «C’est magnifique, mais ce n’est pas la guerre. C’est de la folie» (Αυτό είναι μεγαλοπρεπές, αλλά αυτό δεν είναι πόλεμος, είναι τρέλα.)
Παρεμπιπτόντως, ο λόρδος Κάρντιγκαν, που ήταν επικεφαλής της εφόδου και όρμησε πρώτος στη συμπλοκή με το ρωσικό ιππικό, βγήκε σώος και αβλαβής. Λέγεται ότι εκείνο το βράδυ παρέθεσε δείπνο με σαμπάνια επί τη διασώσει του...
Η Επέλαση της ελαφράς Ταξιαρχίας συγκίνησε πάρα πολύ την κοινή γνώμη. Ήταν όλοι του νέα και όμορφα παιδιά και είχαν μόνο μία επιλογή: να πεθάνουν. Η θυσία τους πέρασε από την ιστορία στην Τέχνη ως μια ηρωική, μεγαλοπρεπής αλλά και περιττή ανθρωποσφαγή, εμπνέοντας, λογοτέχνες, κινηματογραφιστές, ζωγράφους και μουσικούς.
Συγκεκριμένα, εκτός από τη μουσική του Σουπέ, το 1866, το ιστορικό γεγονός ενέπνευσε και τον Άγγλο ποιητή Άλφρεντ Τένισον και μοντέρνα μουσικά συγκροτήματα.
Από το ποίημα του Τένισον παραθέτω την πρώτη και την τελευταία στροφή:
Μισή λεύγα, μισή λεύγα,
Μισή λεύγα μπροστά,
Έφιπποι στην Κοιλάδα του Θανάτου
Χύθηκαν και οι εξακόσιοι.
«Μπροστά η Ελαφρά Ταξιαρχία!
Επίθεση!» διέταξε αυτός.
Έφιπποι στην Κοιλάδα του Θανάτου
Χύθηκαν οι εξακόσιοι.
[...]
Κανόνια στα δεξιά τους,
Κανόνια και στ’ αριστερά,
Στα νώτα τους κανόνια
Ομόβροντα βαρούσαν, λυσσαλέα·
Μέσα σε πυρών καταιγισμό,
Ήρωας και άλογο έπεφταν νεκροί,
Αυτοί που πολεμήσανε τόσο θαρραλέα
Γύριζαν απ’ του θανάτου τα σαγόνια
Κι από της κόλασης το στόμα επιστρέφαν,
Όσοι από δαύτους απομείναν,
Από τους εξακόσιους.
(Από την δίγλωσση έκδοση Άλφρεντ Τένισον: Ποιήματα, Επιλογή – μετάφραση: Γλυκερία Παπαγεωργίου. Εκδόσεις Ηριδανός)
Ο Σουπέ συνέθεσε το έργο με τον τίτλο Επέλαση της Ελαφράς Ταξιαρχίας, από αυτό το έργο όμως είναι ιδιαιτέρως γνωστή και προσφιλής στο μουσικόφιλο κοινό η διάσημη και περίφημη Εισαγωγή του, η οποία αυτονομημένη από το όλον παίζεται στις αίθουσες συναυλιών.
Η Ουβερτούρα αρχίζει με τα πνευστά, στην αρχή με το ζωηρό, δυναμικό mars που προδιαθέτει για κάτι ευχάριστο και ενθουσιαστικό, αλλά το μεσαίο μέρος είναι αργό, βαρύ, largo, σοβαρό, πένθιμο. Έπειτα όμως πάλι, σταδιακά, ζωηρεύει και μεταβάλλεται σε δυναμικό, αυτή τη φορά δοξαστικό.
Ο ακροατής αυτής της θαυμάσιας μουσικής, αν δεν ξέρει την ιστορία ―την αιτία τής γέννησης― αισθάνεται πολύ ευχάριστα. Αν ξέρει καταλαβαίνει καλά τι ακούει και το «ευχάριστα» χάνει κάτι από τον ενθουσιασμό του και γίνεται περισσότερο στοχαστικό.
Εδώ η απόδειξη: