Ο Mick Jagger με τον Keith Richards (όπως και ο Paul McCartney με τον John Lennon, και ο Bob Dylan), μέσα σε λίγα χρόνια, με υλικά γνωστά κι ανεξιχνίαστα, «έχτισαν» σειρά ακλόνητων βασιλείων στη Δυτική μουσική (με μαγεμένους «ακολούθους» σε κάθε γωνιά της οικουμένης). Δεν ήταν οι μόνοι στους καιρούς εκείνους του 1960 που έδωσαν σπουδαία έργα, αλλά εκείνοι υπήρξαν και παραμένουν οι κορυφαίοι. Χιλιοειπωμένα όλα αυτά κι αναντίρρητα ίσως.
Παραδόξως, από τα πρόσωπα αυτά, ο Jagger, ενώ τον συνοδεύουν διαρκώς… «ευφυείς» χαρακτηρισμοί: φρόντμαν των Στόουνς, θρυλικός περφόρμερ, και άλλα συναφή, σπάνια αναφέρεται ως δημιουργός. Κι όμως, από κοινού με «φωνή» του συγκροτήματος, ο Jagger είναι ένας μεγάλος δημιουργός. Ήδη από το ξεκίνημα των Rolling Stones. Αρχικώς, με σποραδικές συνθέσεις (όπως το θαυμαστό «As Tears Go By» με τους στίχους του, να το ερμηνεύει το 1964 η Marianne Faithfull και την επόμενη χρονιά ο ίδιος, ή το ακατάβλητο «Satisfaction», τον Ιούνιο του 1965). Από το άλμπουμ Aftermath (1966) το δίδυμο Mick Jagger-Keith Richards, κυριολεκτικώς «απογειώνεται» («γράφουν» για πρώτη φορά όλα τα τραγούδια ενός δίσκου τους). Η τρίτη δύναμη του γκρουπ, ο Brian Jones, ενώ «κεντάει» εκπληκτικά τις συνθέσεις των δύο, αδυνατεί να δημιουργήσει κι αυτός τραγούδια. Φανταζόμαστε τι επιπτώσεις θα είχε στον ψυχισμό του, όσο οι Stones κατακτούσαν το παγκόσμιο κοινό, η έλλειψη του «θείου» συνθετικού χαρίσματος.
Ανοίγω εδώ μια παρένθεση για αυτόν τον ιδιοφυή μουσικό, μένοντας σε ένα εκπληκτικό άλμπουμ-ανθολογία του συγκροτήματος, με τίτλο Flowers (1967), που περιέχει συνθέσεις των «δύο» από το 1965.1 Ο Brian Jones, ως μουσικός, προσέθετε απίστευτα «χρώματα» στα τραγούδια, παίζοντας τα πιο απίθανα όργανα για rock & roll μπάντα: βιμπράφωνο («Out of Time», «Back Street Girl»), ντάλσιμερ των Απαλαχίων («Lady Jane»),2 άλτο φλογέρα («Ruby Tuesday»), το ιαπωνικό έγχορδο κότο («Take It or Leave It»), μαρίμπα («Under My Thumb», «Out of Time»), σιτάρ («Paint It Black»), τσέμπαλο («Ride On, Baby», «Sittin' on a Fence»), Mellotron («Please Go Home»), οτοάρπ – ένα έγχορδο όπως το σαντούρι («Ride On, Baby»).3 Υπήρχαν λοιπόν κι άλλοι τρόποι συμμετοχής στη δημιουργία. Πάντως, το συνθετικό δίδυμο συνέχιζε ακάθεκτο με τραγούδια-σταθμούς για τη ροκ μουσική («Midnight Rambler», «Gimme Shelter», «Honky Tonk Women»…). Κι αναμφισβήτητα λίγο πριν αποχωρήσει από το συγκρότημα ο Brian Jones (σε λίγο κι από τη ζωή), οι Stones είχαν «δέσει» εκπληκτικά και στις ζωντανές εμφανίσεις τους (εύκολα το διαπιστώνει κάποιος αν λ.χ. δει κι ακούσει το «Jumpin’ Jack Flash», από το «The Rolling Stones Rock and Roll Circus», Δεκέμβριο του 1968).4 Βέβαια, ο Απόλλων της ροκ, την κρίσιμη εκείνη εποχή, προνόησε κι αμέσως έπειτα, με τις μαγικές δυνατότητες τού Mick Taylor οι «Κυλιόμενες πέτρες» πέρασαν σε ακόμη βαθύτερους και πλατύτερους ορίζοντες (υπάρχουν κάποιες απίστευτες εκτελέσεις λ.χ. του «Gimme Shelter», και άφθονα άλλα επιτεύγματα τού τότε εικοσάχρονου κιθαρίστα),5 ο οποίος δεν άντεξε περισσότερο από πέντε χρόνια να τον τρέχουν ξέφρενα κι ασταμάτητα οι άλλοι τέσσερις του συγκροτήματος. Από τον Δεκέμβριο του 1974, μόλις έφυγε ο Taylor, με τον αντικαταστάτη του, τον Ronnie Wood, οι Stones δεν ήταν πια ίδιοι, κορυφαίοι («The worlds greatest rock & roll band», καθώς πίστευαν παντού), αλλά όχι όπως παλαιότερα… Μακρηγόρησα, ενώ ήθελα να κινηθώ σε άλλη κατεύθυνση. Ας μου συγχωρεθεί – you can’t always get what you want...
