Οδυσσέας Ελύτης / Ο ποιητής ως μελετητής και τεχνίτης

Οδυσσέας Ελύτης / Ο ποιητής ως μελετητής και τεχνίτης



Δάφνη Αγγελίδου
: «Στο φως του φεγγαριού»

 

——— ≈ ———

Κάθε αληθινός δημιουργός στο ξεκίνημά του, εντοπίζει, μελετά και μετουσιώνει μια περιοχή γνώσης, χωρίς χρονικά όρια και χωρίς να παραμένει μόνον στο πεδίο των ομοτέχνων του. Η διαφορά με τον μορφωτικό ορίζοντα ενός ανθρώπου ο οποίος συνεχίζει επί έτη μια κοπιαστική πορεία καλλιέργειας, είναι η ικανότητα προσέγγισης και αφομοίωσης, σε ελάχιστο διάστημα, στοιχείων που θα χρειάζονταν δεκαετίες σε άλλον, για ν’ αποκτηθούν υπό τη μορφή «υλικού προς διαμόρφωση». Είναι βέβαια η δεκτικότητα της ιδιαίτερης ιδιοσυγκρασίας, και η περιοχή ενός προσωπικού μύθου με ήδη διαμορφωμένο περίγραμμα, εκείνα τα πεδία που συγκροτούν τέτοιους όρους πρόσκτησης γνωστικού υλικού.
Υπό αυτή την προοπτική, ένας μεγάλος ποιητής –για να περιοριστούμε σε μία λογοτεχνική περιοχή–, δεν μπορεί παρά να προχωρεί και με τις ιδιότητες του μελετητή, με τα ερευνητικά πεδία και τις τεχνικές ικανότητες του επαρκούς φιλολόγου, με τη λογιοσύνη του πνεύματος που έχει βαθύ ενδιαφέρον και δεσμούς με όλη την προηγηθείσα Παράδοση του τόπου του και άλλων πολιτισμών. Στον χώρο της ποίησης, αυτή είναι μια αλήθεια που άλλοι δημιουργοί την αποδέχονται, και επιθυμούν να γίνεται γνωστή, και άλλοι σταθερά την απορρίπτουν, επιζητώντας η πορεία των ιδίων και τα κείμενά τους να αποτιμώνται, από μελετητές και αναγνώστες, με διαφορετικούς τρόπους.
Εξαιρέσεις βέβαια υπάρχουν. Επί παραδείγματι, στον τόπο μας, ο Σολωμός. Οι δημιουργίες του, σχεδόν στο σύνολό τους, πέραν της εκδοτικής του θέλησης, στη χειρόγραφη μορφή που μας παραδόθηκαν, θα αποτελούν εσαεί πεδίο, κυρίως, φιλολογικής διερεύνησης. Ο Καβάφης προσδιόρισε με ακρίβεια τις περιοχές της τέχνης του, άφησε σκοπίμως εμφανή τα ίχνη του «φιλολόγου-ερευνητή» στα ποιήματά του, τις αλληλουχίες που οδηγούν σε γραμματολογικές αφετηρίες και διαδρομές. Ο Σεφέρης, με τις Δοκιμές του, τις Μέρες, με την επιστολογραφία, τις συνεντεύξεις του, με τη συγκρότηση του τόμου των Ποιημάτων του, στο οποίον ενέταξε πολυσέλιδες «Σημειώσεις» πηγών των στίχων του, διεμόρφωσε και τους όρους της παρουσίας του στα γράμματα και της ερμηνείας του έργου του – τους χώρους που ήθελε να κινηθούν οι μελετητές του και οι «επαρκείς» αναγνώστες του.
Υπάρχουν άλλοι, επίσης μεγάλοι ποιητές, που προχώρησαν με εντελώς διαφορετικές αντιλήψεις. Ο Σικελιανός επέλεξε ολοζωής την προβολή τού χωρίς διαμεσολάβηση εμπνευσμένου δημιουργού, επιζητώντας και την ανάλογη υποδοχή του έργου του – και είναι αλήθεια ότι το αβίαστο και εκρηκτικό στοιχείο των στίχων του, επιτρέπει μια τέτοια πρώτη ανάγνωση. Εντούτοις, ο απέραντος ορίζοντας γνώσεων που φανερώνεται και μόνον από τον Κατάλογο ονομάτων της παγκόσμιας Γραμματείας στον Πεζό Λόγο του, στα Γράμματά του, και στις επίμοχθες προσπάθειες των ποιητικών χειρογράφων του, οδηγούν σε άλλα συμπεράσματα, και δεν αποκρύπτουν σήμερα τον «μελετητή-φιλόλογο» Σικελιανό, ο οποίος προμήθευε το υλικό που επρόκειτο να μεταστοιχειωθεί σε ποίηση από τον ίδιο.
Πλησιέστερα προς αυτή την στάση είναι και ο Οδυσσέας Ελύτης. Προχώρησε, από το ξεκίνημά του, σε πολλές απαιτητικές και δυσπρόσιτες περιοχές των Γραμμάτων και της Τέχνης, προσέχοντας, διαρκώς, να μην δείξει ότι είναι κάτοχος της ιδιότητας του «φιλολόγου», και του τεχνίτη-δημιουργού. Σταθερά, σε όλο τον βίο του, επεδίωξε η πλευρά του αυτή να μένει στη σκιά, ή ακριβέστερα: να μην υπάρχει ως προϋπόθεση για να μελετηθεί το έργο και η δημιουργική του πορεία.

——— ≈ ———

Θα επισημάνω ακολούθως, και μόνον ενδεικτικώς, ορισμένα στοιχεία, της επίμοχθης, επιλεκτικής, και ιδιαίτερα καρποφόρας πορείας του Ελύτη. Όχι για να αποκαλύψω τις «επιδράσεις» του, αλλά για να σημειώσω, ευσύνοπτα, κάποιες διαδρομές της ποιητικής του ιδιοφυίας.  
Στους Προσανατολισμούς (1940), το καθοριστικό για την νεοελληνική ποίηση πρώτο βιβλίο του, είναι φανερά –στην πηγαία αυθορμησία των στίχων– τα ίχνη των αναγνώσεών του. Και κατά ένα μέρος έχουν μελετηθεί τα εναύσματα των εμπνεύσεών του (Κάλβος, Éluard, Jouve, Σαραντάρης, Ungaretti). Ο ίδιος σπάνια έδιδε σχετικές πληροφορίες, έτσι οι ελάχιστες αναφορές του έχουν ιδιαίτερη σημασία. Λόγου χάρη, για ποιήματα της ενότητας «Ωρίων», σημειώνει σε σχολιασμένο και χαρισμένο στον Mario Vitti αντίτυπο των Προσανατολισμών: «από κάτω [από το ποίημα] διαφαίνεται ο Σαραντάρης» (M. Vitti, Οδυσσέας Ελύτης, Ερμής 1984, σ. 70).
Ας προστεθεί στις δημιουργικές επιλογές της πρώτης εποχής, και ο Σικελιανός, κυρίως στα δέκα ένστιχα ποιήματα της «Θητείας του Καλοκαιριού» (η μορφή των οποίων, μαζί με τα «Επέτειος», «Ελένη», θα αποτελέσει τον στιχουργικό τύπο που επέλεξε, κυρίως, στη συνέχεια ο Ελύτης).

Το φθινόπωρο του 1934 ο ποιητής του Αλαφροΐσκιωτου, έδωσε στη συντροφιά που θα εξέδιδε το περιοδικό Τα Νέα Γράμματα, το ποίημα «Ιερά οδός». Έχοντας ως βάση τον ανομοιοκατάληκτο ενδεκασύλλαβο στίχο, προσαρμοσμένο σε ένα ύφος οικείο μα κι «επίσημο», σε στροφικά σχήματα με άνισο αριθμό στίχων, ο Σικελιανός φανέρωνε ένα καινούργιο δρόμο στη νεοελληνική ποίηση. Ένα είδος γραφής που εύκολα μπορούσε να δεχθεί την ανάσα και του ελεύθερου στίχου. Γιατί μπορεί οι νεώτεροι ποιητές να είχαν μελετήσει τη σύγχρονή τους ευρωπαϊκή ποίηση, ωστόσο, ένα υπόδειγμα: πώς θα μπορούσε να παρουσιαστεί αβίαστα αυτή η γραφή, να οργανωθεί σ’ ένα ποιητικό σώμα χωρίς να φαίνεται μίμηση, δεν υπήρχε. Η στιχουργική φόρμα και η «φωνή» της «Ιεράς Οδού», και των άλλων ποιημάτων του Σικελιανού αυτής της περιόδου στάθηκαν το πρότυπο. Ο Σεφέρης ήταν αρχικώς εκείνος που ωφελήθηκε από αυτό το νέο μορφικό και αφηγηματικό είδος το οποίο παρουσίαζε ο Σικελιανός. Θα αναφέρει αργότερα: «[…] το πραγματικό συναπάντημά μας έγινε όταν πρωτοδιάβασα σε χειρόγραφο την “Ιερά Οδό”» (Δοκιμές, τόμ. Β΄, Ίκαρος 1973, σ. 98). Αλλά και ο Εμπειρίκος στο πέρασμά του από την Υψικάμινο στην Ενδοχώρα, είχε ως κύριο οδηγό του τον Σικελιανό (τα κοινά τους στοιχεία εντοπίζονται εύκολα σήμερα).

Στις πρώτες δημιουργίες του Ελύτη, αρκεί να ακούσει κανείς τη ρυθμική ένταση σε ποιήματα όπως η «Ωδή στη Σαντορίνη» (Βγήκες από τα σωθικά της βροντής /Ανατριχιάζοντας μες στα μετανιωμένα σύννεφα / Πέτρα πικρή, δοκιμασμένη, αγέρωχη/…) ή στη «Μορφή της Βοιωτίας», έχοντας την εμπειρία των δημοσιευμένων στα Νέα Γράμματα, ποιημάτων του Σικελιανού μετά το 1935, για να αντιληφθεί τις δημιουργικά αφομοιωμένες επιδράσεις.

Το δεύτερο βιβλίο του Ελύτη, ο Ήλιος ο πρώτος (1943), φαίνεται, επίσης, δημιούργημα μόνον ακαριαίων εμπνεύσεων. Και αναμφίβολα προϋπάρχει ένας σταθερός πυρήνας: η διαρκής αναζήτηση και η εντελής παρουσία μιας ευτοπίας μέσα στο ζοφερό πεδίο των Κατοχικών χρόνων. Ωστόσο, ο Ελύτης έχει ήδη εργαστεί πυρετωδώς ως αναγνώστης και μελετητής. Κι έχει γνωρίσει όλα τα επιτεύγματα του Λόγου των χρόνων εκείνων. Ένα τουλάχιστον τμήμα της αφετηρίας των εμπνεύσεών του, ανήκει στη φιλολογική/ερευνητική περιουσία του. Ενδεικτικώς και μόνον:    
Η μεταμόρφωση του Καλοκαιριού σε παλικάρι, στο ποίημα ΙΙ («Πάει καιρός που ακούστηκεν η τελευταία βροχή…»), έχει πιθανώς αφετηρία τον Σεφέρη, το ποίημά του «Ένας λόγος για το καλοκαίρι», που δημοσιεύθηκε στα Νέα Γράμματα, Χρ. Γ΄, τχ. 1, Ιανουάριος 1937, σσ. 26-27 (καταγράφω με bold στοιχεία το σχετικό σημείο – το ίδιο και στις επόμενες επισημάνσεις μου):

[…]
τα μάτια σου ξεσκεπασμένα ξαφνικά, τα πρώτα
μάτια του κόσμου, κι οι θαλασσινές σπηλιές·
πόδια γυμνά στο κόκκινο χώμα.
Μένει ακόμα ο ξανθός μαρμαρωμένος έφηβος το καλοκαίρι
λίγο αλάτι που στέγνωσε στη γούβα ενός βράχου
λίγες βελόνες πεύκου ύστερα απ’ τη βροχή
σκόρπιες και κόκκινες σα χαλασμένα δίχτυα.

Το ποίημα «Jardin perdu» του Paul Éluard, από τη συλλογή του Cours naturel (1938):

Ce jardin donnait sur la mer
Gorge d’oeillet
[…]

έδωσε το ξεκίνημα και το κλείσιμο για το ελυτικό ποίημα ΙΧ: Ο κήπος έμπαινε στη θάλασσα / Βαθύ γαρύφαλλο ακρωτήρι… […]. [Ο Ελύτης και σε άλλη περίπτωση, στο τραγούδι του: «Σου το ’πα για τα σύννεφα» (Τα Ρω του Έρωτα), δεν δίστασε να εντάξει ως αρχή τον στίχο του Éluard από το ομότιτλο ποίημα «Je te l’ai dit pour les nuages» – στη δική του μάλιστα μετάφραση από τη Δεύτερη γραφή].

Ο περίφημος στίχος: «Είμαστε από καλή γενιά» στο ποίημα XIV του Ήλιου του πρώτου, έρχεται πιθανώς από τις πρώτες φράσεις του Σικελιανού στο κείμενό του «Περικλής Γιαννόπουλος», που αναδημοσιεύθηκε στον τόμ. 4, τχ. 1-3, Ιαν.-Μάρτιος 1938 των Νέων Γραμμάτων:

Αληθινά, ένα θέλγητρον ανάβλυζεν απάνωθέ του κι από την κορφή ως τα νύχια ήτανε σκεύος εκλογής – από   το πάτημα, αλαφρό κι αναπαμένο, ώσμε την κίνηση των μυών που εμαντεύονταν κάτω απ’ τα φορέματα και πηγαινοέρχονταν καθώς στο σώμα ενός αλόγου από καλή γενιά. […] Έρχονταν αλήθεια από αρχοντική γενιά [...].

Το αφιερωμένο στον ελληνολάτρη δημιουργό του Νέου Πνεύματος, που ήταν βέβαια απροσδόκητο για τις νεωτερικές κατευθύνσεις του περιοδικού, αλλά όχι για τις ψυχικές κατευθύνσεις του Σικελιανού, του Κατσίμπαλη και του Καραντώνη, υπήρξε για τον Ελύτη πολλαπλώς χρήσιμο για το στερέωμα της έλξης που του ασκούσε το ελληνικό τοπίο.

Τέλη Ιουνίου 1983, ο Ελύτης βρισκόταν στο Ηράκλειο –είχε έρθει για τα εγκαίνια του Μουσείου Καζαντζάκη (27.6.1983)– συναντηθήκαμε την επόμενη μέρα, συντροφιά με τον παλαιό φίλο του Στυλιανό Αλεξίου που με είχε προσκαλέσει τη μέρα εκείνη (στο σπίτι του, τον Μάιο του 1979, πρωτογνώρισα τον ποιητή, όταν του είχε απονεμηθεί ο τίτλος του «Επιτίμου Δημότη του Ηρακλείου»), παρευρισκόταν και ο νεώτερος φίλος του, Δήμαρχος της πόλης τότε, Μανόλης Καρέλλης (που είχε συνοδεύσει τον Ελύτη και στην απονομή του Νόμπελ). Καθίσαμε στο καφέ «Μαρίνα», ακριβώς απέναντι από τον «αγέρωχο μέγα Κούλε». Εκεί σε μια αλησμόνητη συνομιλία, με ζωηρές αναμνήσεις των Ελύτη και Αλεξίου από την παραμονή του ποιητή το 1955 στο Ηράκλειο, ανάμεσα σε πολλά άλλα, τον άκουσα να απαντά σε ερώτηση του Αλεξίου για τον προσωπικό τρόπο συγγραφής: ότι δεκαετίες πια, δεν έγραφε ποιήματα ολόκληρα, μόνο στίχους μεμονωμένους, που τους επεξεργάζονταν έπειτα, ώσπου να γίνουν αρκετοί για να συνθέσουν ένα ποίημα ή περισσότερα. Μου φάνηκε τότε εντελώς απίθανη μέθοδος γραφής. Με τα χρόνια ωστόσο κατάλαβα ότι ήταν αλήθεια. Ο Ελύτης είχε και αυτή την ικανότητα, χρήσης μεμονωμένων στίχων –αναλογικά όπως τα υλικά των εικαστικών «Συνεικόνων» του– για τη συγκρότηση ενός ποιήματος. Είναι βέβαια και ο τρόπος σύνθεσης του Σολωμού: στίχο-στίχο ως την τελειοποίησή του, και κατόπιν «ένταξη» σε διάφορα σημεία ενός ποιητικού έργου.    
Ρώτησα εκείνη τη μέρα τον Ελύτη, αν ήξερε το έργο του Rafael Alberti, Ναυτικός στη στεριά (Marinero en Tierra, έκδ. του 1924), που έτυχε να διαβάζω τότε και συναντούσα πλήθος κοινών εικόνων και μοτίβων με την πρώτη ελυτική ποίηση. Μου είχε απαντήσει ότι το διάβασε πολύ νέος, από αντίτυπο που κατείχε ο Γκάτσος – εκείνος έκανε παραγγελίες έργων του Λόρκα, του Αλμπέρτι, του Ματσάδο, του Θερνούδα και άλλων ισπανόφωνων, στον καπετάνιο-ποιητή Δημήτρη Αντωνίου, που του τα αγόραζε προπολεμικώς από την Αργεντινή (είχε ήδη επιβληθεί η δικτατορία του Φράνκο στην Ισπανία, με απαγορεύσεις κυκλοφορίας βιβλίων των σύγχρονων ποιητών).
Πολύ αργότερα διάβασα στο πολύτιμο βιβλίο των συνεντεύξεών του, Συν τοις Άλλοις (επιμ. Ιουλίτα Ηλιοπούλου, Ύψιλον/βιβλία 2011, σ. 217), μια σχετική μνεία του. Μολονότι απρόθυμος να παρέχει πληροφορίες τέτοιου είδους, παρακινημένος, εικάζω, από την ένθερμη υποδοχή που του επεφύλαξαν οι Ισπανοί, προσκαλώντας τον μετά την απονομή του Νομπελ, το 1980, και επειδή απευθυνόταν μόνον στους αναγνώστες της εφ. Granada (1.11.1980) ανέφερε:

Κάποτε, στα νιάτα μου, διάβασα το Marinero en Tierra του Αλμπέρτι, και σε λίγο έγραψα ένα ποίημα με τίτλο «Ναυτάκι του περιβολιού».

Πράγματι στοιχεία του έργου του Ισπανού ποιητή είναι ενταγμένα στο «Ναυτάκι του περιβολιού», στον Ήλιο τον πρώτο. Και όχι μόνον [τα «πλωτά νησιά» που ταξιδεύουν, και άλλα μοτίβα του Αλμπέρτι αρχίζουν να διασχίζουν όλο το ελυτικό έργο – «αφρίζοντας περνά μια Σίκινος» (Ο μικρός ναυτίλος)]. Δίδω μια πρόχειρη μετάφραση δύο ποιημάτων (σονέτων) του Αλμπέρτι, από τον Ναυτικό στη στεριά, που πέραν της θαλασσινής ατμόσφαιρας, εύκολα διαφαίνονται κοινές ποιητικές επιλογές.

ΣΤΟΝ ΧΟΥΑΝ ΑΝΤΩΝΙΟ ΕΣΠΙΝΟΖΑ

                  Άνθρωπε ελεύθερε, πάντα θα λατρεύεις τη θάλασσα!
CH. BAUDELAIRE

Στο πλοίο σου επάνω –πράσινο βάθρο από φύκια,
κοχύλια, αχιβάδες, κι αστέρια σμαραγδένια–,
καπετάνιε των χελιδονιών και των ανέμων,
παρασημοφορήθηκες από ένα χτύπημα της θάλασσας.

Για σένα οι ακτές με τα φιδίσια μέτωπα,
ένα τραγούδι ξετυλίγουν στο πέρασμα του αρότρου σου:
Ναύτη, ελεύθερε άνθρωπε, που τριγυρνάς τις θάλασσες
δώσ’ τα ραδιοσήματα του Πολικού Αστέρα.

Ναύτη καλέ, παιδί των θρήνων του βορρά,
λεμόνι του μεσημεριού, σημαία της αυλής της αφρισμένης
του νερού, και της γοργόνας κυνηγέ,

όλες του κόσμου οι ακτές οι αγκυροβολημένες,
σε ικετεύομε στου καραβιού σου το βαθύ αυλάκι
να μας πάρεις, τις αλυσίδες μας συντρίβοντας.


ΣΤΟΝ ΚΛΑΥΔΙΟ ΝΤΕ ΛΑ ΤΟΡΡΕ ΑΠ’ ΤΑ ΚΑΝΑΡΙΑ ΝΗΣΙΑ

Το ξέρω Κλαύδιε, μια μέρα, τα πατρογονικά νησιά σου
θα ταξιδέψουν με κατεύθυνση την παραλία μου,
και πράσινα κανόνια, κοιτώντας την Ανδαλουσία,
θα μπομπαρδίσουν την αυγή με οπωροφόρα δέντρα.

Ω Κλαύδιε! Η θάλασσα με προσκαλεί! Ονόμασέ με ναύτη –
έστω κι ο τελευταίος να ’μαι του ναυτικού σου.
Ο ναύαρχος να είσαι ο πρώτος των κουρσάρων
και πρώτο το δικό σου απ’ όλα τα καράβια.

Θεέ μου! Εγώ κουρσάρος των θαλασσών, ακίνητος
μες στη Φουερτεβεντούρα και εσύ στην Πάλμας!
                                                  — Με τα ιστία,
ναύαρχέ μου, την αυγή, μπαίνουν δύο πλοία ...

Χτυπάτε με μπανάνες τα κανόνια πολέμου,
με τους χρυσούς χουρμάδες το μέτωπο της γης,
με ωσαννά και δόξες κι ετούτα τα καράβια μου.

Εύκολα αναγνωρίζονται οι ανάλογες εικόνες στο ποίημα του Ελύτη:

[…] Τι μπάλες θαλασσιά γαρούφαλλα ρίχνουν στο μώλο τα κανόνια σου
                           
Πόσες αρμάδες κοχυλιών βουλιάζουνε οι φωτιές σου

                        […] Δεν την αντέχω τη στεριά […] (Η θάλασσα με προσκαλεί! στον Αλμπέρτι).

Αλλά η μέριμνα του Ελύτη ως τεχνίτη-δημιουργού δεν σταμάτησε με την έκδοση του έργου του το 1943. Δύο χρόνια αργότερα, σε μιαν ανθολόγηση των δύο πρώτων βιβλίων του, για γαλλόφωνους αναγνώστες (Elytis, Poemes, μετάφραση Robert Levesque, Εστία, Αθήνα 1945), προσθέτει τίτλους στα ποιήματα XII («Δεκαπενταύγουστος») και XIV («Λεσβοπορεία») – τίτλους που δεν θα κρατήσει μεταγενέστερα. Το 1963, ετοιμάζοντας την στοιχειοθεσία της β΄ έκδοσης στον «Ίκαρο», επεμβαίνει σε διάφορα σημεία στους στίχους του 1943, απαλείφοντας την αρχική στίξη. Για λόγους εκτάσεως αυτού του κειμένου, δεν είναι εφικτό να δώσω τις αλλαγές αυτές, κάποιες εκ των οποίων αποτελούσαν και υποδείξεις ανάγνωσης. Επισημαίνω ενδεικτικώς μία, στο ξεκίνημα του ποιήματος III:

                        Μέρα στιλπνή, αχιβάδα της φωνής που μ’ έπλασες
                        
Γυμνόν, να περπατώ… (έκδ. 1943)

                        Μέρα στιλπνή αχιβάδα της φωνής που μ’ έπλασες
                        
Γυμνόν να περπατώ… (έκδ. 1963)

Στον χωρίς κόμμα στίχο, μετά το 1963, ο αναγνώστης μπορεί να διαβάσει: Μέρα στιλπνή, αχιβάδα…, αλλά και Μέρα, στιλπνή αχιβάδα… ή και Μέρα στιλπνή αχιβάδα...

Συνάμα, στη δεύτερη έκδοση, ο Ελύτης τροποποιεί με ευστοχία σημεία στα οποία είχε δυνατότητες αλλαγών:

                        Ό,τι αγαπώ είναι στην αρχή του πάντα   [ΙΙΙ, στ. 20, έκδ. 1943]                        
                        Ό,τι αγαπώ βρίσκεται στην αρχή του πάντα
[ΙΙΙ, στ. 20, έκδ. 1963]                        

                    Ή μια τριφυλοσυννεφιά έτοιμη
να χυθεί [VII, στ. 12, έκδ. 1943]
                     Ένα τριφύλλι σύννεφο έτοιμο να χυθεί     [VII, στ. 12, έκδ. 1963]

                        δεν με βαστούνε οι νεραντζιές     [XI, στ. 30, έκδ. 1943]
                     δεν με βαστάνε οι νεραντζιές       [XI, στ. 30, έκδ. 1963]

                    Γλήγορα Παναγιά μου γλήγορα     [XI, στ. 32, έκδ. 1943]
                     Γρήγορα Παναγιά μου γρήγορα   [XI, στ. 32, έκδ. 1963]

                        Ό,τι κοιτάω με τη ματιά με τρέφει   [«Παραλλαγές πάνω σε μιαν αχτίδα», V, στ. 5, έκδ. 1943]
                      Ό,τι κοιτάω με τη ματιά με θρέφει  [«Παραλλαγές πάνω σε μιαν αχτίδα», V, στ. 5, έκδ. 1963]

Η έγνοια της επάρκειας και της δραστικότητας του έργου, δεν τον άφησε και στην επόμενη δεκαετία. Το σχέδιο ριζικών αλλαγών ή βελτιώσεων στις δύο πρώτες συλλογές του, το οποίο είχε εμπιστευθεί στον Mario Vitti, στις αρχές της δεκαετίας του 1970, τελικώς δεν προχώρησε. Έμειναν μόνο οι επισημάνσεις του σε αντίτυπο του έργου. Ενδεικτικώς, κάποιο αυτοσχόλιό του επάνω σε αντίτυπο του Ήλιου του πρώτου, που είχε δωρίσει στον Vitti, για το ποίημα XVI («Με τι πέτρες τι αίμα και τι σίδερο…») – είναι χαρακτηριστικό της δημιουργικής αυστηρότητας του Ελύτη:

Ας χρησιμέψει για μάθημα. Ποτέ να μην ξεγελιέται κανένας από τα αισθήματα της στιγμής και την ατμόσφαιρα της στιγμής. Χωρίς την Κατοχή και χωρίς τις επικρίσεις των “αντιστασιακών” για αισθητισμό και αδιαφορία δεν θα είχε βγει αυτό το τερατούργημα. Η διαφορά φαίνεται με το Άξιον Εστί. Δώδεκα χρόνων χώνεμα χρειάστηκε για να γίνουν ποίηση τα βιώματα εκείνης της εποχής. Έτσι, τα γεγονότα (και τα αισθήματα) ξεχώρισαν από τα σαρίδια και τις υπερφίαλες κραυγές. Αλλά στο αναμεταξύ, δημιουργήθηκε το αναγκαίο περιθώριο για να αναπτυχθεί και να τ’ αγκαλιάσει όλα η μετουσίωση του λόγου, θέλω να πω: η μαγεία και πάλι. (Mario Vitti, Για τον Οδυσσέα Ελύτη: Ομιλίες και άρθρα, εκδ. Καστανιώτης 1997, σ. 136).

——— ≈ ———

Το Άξιον Εστί αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό έργο της αφομοιωτικής ικανότητας του Ελύτη. Επιλεγμένες κορυφώσεις του ελληνικού λόγου στη διαχρονία του, περνούν ως δημιουργικές ψηφίδες από την ποιητική συνείδηση ενός οραματιστή, σχηματίζοντας το ιδιοφυές αυτό έργο. Μεγάλο τμήμα των ποικίλης προελεύσεως αφετηριακών στοιχείων των στίχων του, έχουν εντοπιστεί (αρχικώς στο βιβλίο του Τάσου Λιγνάδη, Το Άξιον Εστί του Ελύτη, Αθήνα 1971).

Η παραμονή του Ελύτη στο Ηράκλειο τον Μάιο και τον Ιούνιο του 1955, υπήρξε ιδιαίτερα γόνιμη για τον ίδιο. Συντροφιά με τον Λευτέρη Αλεξίου, τον γιο του Στυλιανό (Επιμελητή Αρχαιοτήτων της ΙΕ΄ Περιφέρειας, τότε) και τη σύζυγό του Μάρθα Αποσκίτη, είχε τη δυνατότητα να επανασυνδεθεί με τη γενέθλια πόλη του ιδίου και των άλλων παιδιών της οικογένειας Αλεπουδέλη, και να επισκεφθεί με άνεση χρόνου διάφορα μέρη της Κρήτης. Από αφηγήσεις του Στυλ. Αλεξίου (που ίσως δοθεί κάποτε η δυνατότητα να καταγράψω εκτενώς), γνωρίζω για τις «τουλάχιστον πέντε επισκέψεις στην Κνωσό» (ο Αλεξίου θυμόταν εξαιρετικές παρατηρήσεις του Ελύτη για τις επιλογές των μινωικών τεχνιτών στο παλάτι), πολλές, επίσης, επισκέψεις στο Αρχαιολογικό Μουσείο («ο Ελύτης εντόπιζε κάθε φορά ορισμένα αντικείμενα και έμενε να τα παρατηρεί προσεχτικά» – ήταν τα χρόνια της επανέκθεσης του υλικού του Μουσείου από τον Ν. Πλάτωνα και τον Στ. Αλεξίου) καίριες σκέψεις του ποιητή, όπως συσχετισμούς των τρόπων και των λύσεων του μινωικού καλλιτέχνη με τις ανάλογες μεγάλων σύγχρονων ευρωπαίων εικαστικών. Στο «Στούντιο» του Λευτέρη Αλεξίου (maître όλης της ελληνικής και λατινικής στιχουργικής), ο Ελύτης είχε –«entre la poire et le fromage»– μια εκτενή γνωριμία με τους τρόπους της Βυζαντινής ποίησης («έβρισκα τότε πολύ συχνά στο τραπέζι του πεθερού μου, χαρτάκια με τέτοια παραδείγματα στιχουργικής», μου είχε αναφέρει η Μάρθα Αποσκίτη). Καθ’ υπόδειξη του Στυλιανού Αλεξίου ο Ελύτης διάβασε τότε και την Ερωφίλη του Χορτάτση, μένοντας ενθουσιασμένος από τον ιδιοφυή Ρεθύμνιο ποιητή (για το έργο αυτό θα μιλήσει τον Μάιο του 1959 στο ραδιόφωνο, βλ. περ. Η λέξη, τχ. 62, Μάρτιος-Απρίλιος 1996, σσ. 23-25).
Ο Λευτέρης Αλεξίου είχε τυπώσει το 1952, σε 150 αντίτυπα, ένα ιδιόμορφο τομίδιο, με τίτλο Εικοσιτέσσερεις οίκοι κατανυκτικοί συνθεμένοι αλφαβητικά κατά τα Ιερά Πρότυπα εις Αίνον Μιας Αγίας, στη μνήμη της γυναίκας του Αμαλίας (1900-1948). Στο βιβλίο αυτό, με λυρική πλησμονή και αρκετή ευστοχία, χρησιμοποιεί τους τρόπους του Βυζαντινού ποιητή των «Χαιρετισμών». Ένα απόσπασμα:

Ο ΓΑΜΟΣ

Ίδια η Άνοιξη μπαίνεις
                                με λευκά λεμονάνθια –
                                στεφάνι στ’ αψηλό σου κεφάλι.
                                Στων ανάερων πέπλων το σεισμό
                                της καρδιάς σου η άφραστη χαρά φαίνεται•
                                κι η τέχνη μου τινάζεται
                                χαρμόσυνο χορό να σύρῃ•

Χαίρου, που κλεις του Θεού τη ζέστα,
                χαίρου, που σβεις του Κακού τη φλόγα.
Χαίρου, που θα δώσῃς τη γέψη του αιώνιου,
                χαίρου, που θα πάρῃς την πείνα του πρόσκαιρου.
Χαίρου, που μονάχη διάλεξες τ’ ανηφόρι το πικρό,
                χαίρου, που μονάχη σήκωσες της θυσία το σταυρό,
Χαίρου, που θα δακρύσῃς, για να δώσῃς το γέλιο,
               χαίρου, που θα πονέσῃς, για να φέρῃς ειρήνη.
Χαίρου, παλιάς ευγένειας άνθισμα,
                χαίρου, ζεστής ασφάλειας αίστημα.
Χαίρου, κλειστό που σ’ ανοίγουν περιβόλι,
                χαίρου, πλατύ που σ’ απλώνουν μαντίλι.
                            Χαίρου, δόξα και πλούτε μου!

Αυτό το εντελώς άγνωστο (και ανεύρετο σήμερα) δημιούργημα, είχε εντυπωσιάσει τότε τον Ελύτη. Ο Στυλ. Αλεξίου θυμόταν ακριβώς τη γνώμη του: «Με το έργο αυτό ο Λευτέρης πλησιάζει τη νεώτερη ποίηση και προς αυτή την κατεύθυνση θα μπορούσε να εργαστεί» – ο πάντα καίριος Στυλιανός επεσήμαινε το «πλησιάζει» της κρίσης αυτής: «πλησιάζει – δηλαδή, δεν φτάνει».

Ίσως δεν είναι αβάσιμη η εικασία μου ότι το έργο αυτό του Λ. Αλεξίου, έδωσε στον Ελύτη μια κατεύθυνση στο υπό σχεδιασμό και διαμόρφωση υλικό του Άξιον Εστί. Βλέποντας ένα ποιητικό ύφος σύγχρονης «εφαρμογής» του «Ακαθίστου Ύμνου», στίχων με διαρκείς επαναλήψεις και με την υμνητική διάθεση που ζητούσε τότε για το Άξιον Εστί. Το τομίδιο αυτό του 1952 ίσως υπήρξε το έναυσμα, τουλάχιστον για ένα τμήμα του ελυτικού έργου στο «Δοξαστικόν» (ακόμη και στην τυπογραφικά διαφορετική θέση των επαναληπτικών «Χαίρε»):

   ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ εορτάζοντας τη μνήμη
των αγίων Κηρύκου και Ιουλίτης
                        ένα θαύμα να καίει στους ουρανούς τ’ αλώνια
        
ιερείς και πουλιά να τραγουδούν το χαίρε:

                              ΧΑΙΡΕ η Καιομένη και χαίρε η Χλωρή
        Χαίρε η Αμεταμέλητη με το πρωραίο σπαθί

                        
Χαίρε η που πατείς και τα σημάδια σβήνονται
        Χαίρε η που ξυπνάς και τα θαύματα γίνονται


                      Χαίρε του παραδείσου των βυθών η Αγρία
        
Χαίρε της ερημίας των νησιών η Αγία

                        Χαίρε η Ονειροτόκος χαίρε η Πελαγινή
        
Χαίρε η Αγκυροφόρος και η Πενταστέρινη        

                       Χαίρε με τα λυτά μαλλιά η χρυσίζοντας τον άνεμο
        
Χαίρε με την ωραία λαλιά η δαμάζοντας το δαίμονα

                      Χαίρε που καταρτίζεις τα Μηναία των κήπων
        
Χαίρε που αρμόζεις τη ζώνη του Οφιούχου

                
    Χαίρε η ακριβοσπάθιστη και σεμνή
        
Χαίρε η προφητικιά και δαιδαλική.


Δεν είναι βέβαια το μόνο τμήμα από τους «Χαιρετισμούς» που, πιθανώς μέσω του παραδείγματος του Λευτέρη Αλεξίου, εντοπίζεται στο Άξιον Εστί. Ο Ελύτης, βάσει του πρώτου Ειρμού του Ακαθίστου Ύμνου, συνέθεσε ιδιοφυώς μια απόλυτη ρυθμική αντιστοιχία σε όλο το ποίημα ιβ΄ του Άξιον Εστί:

                        Ἀνοίξω τὸ στόμα μου, καὶ πληρωθήσεται πνεύματος,
                        
καὶ λόγον ἐρεύξομαι, τῇ βασιλίδι Μητρί·
                        
καὶ ὀφθήσομαι, φαιδρῶς πανηγυρίζων,
                        
καὶ ᾄσω γηθόμενος, ταύτης τὰ θαύματα.

                                                        […] [Ακάθιστος Ύμνος]

Ανοίγω το στόμα μου  ¤  κι αναγαλλιάζει το πέλαγος
και παίρνει τα λόγια μου ¤  στις σκοτεινές του τις σπηλιές
και στις φώκιες τις μικρές  ¤   τα ψιθυρίζει
τις νύχτες που κλαιν  ¤  των ανθρώπων τα βάσανα.

                                                          […] [Άξιον Εστί, ιβ΄]

——— ≈ ———

Μετά τη σύνθεση του Άξιον Εστί, ο Ελύτης θα επιδοθεί στη συγκρότηση της εσωτερικής αλληλουχίας του έργου του, η οποία θα δημιουργήσει ένα πολύπλοκο δίκτυο επάλληλων πεδίων και ανταποκρίσεων, και τελικώς ενδυνάμωσης και ολοκλήρωσης του οράματός του. Η εντατική, μακρά πορεία επισκόπησης και μελέτης της Ποίησης, τις δεκαετίες 1950 και 1960, του προσέφερε μια συγκροτημένη θεωρία, που παραμένει, εντούτοις, επιτυχώς αθέατη από τον αναγνώστη των ποιημάτων του.
Ο μεμονωμένος στίχος, ως δομική ψηφίδα πλέον και μέθοδος ποιητικής, του παρείχε πολλές δυνατότητες επιλογής στοιχείων από το σύνολο του ελληνικού και του ξενόγλωσσου Λόγου, αλλά και δικών του εμπνεύσεων και φραστικών «σπινθήρων». Σημειώνω μια περίπτωση: Στις 29 Δεκεμβρίου 1958, ο Ελύτης ανέφερε σε γράμμα του στη Τζίνα Πολίτη


Όσο περνούν τα χρόνια, τόσο λιγότερο καταλαβαίνω, θα ’λεγες ότι η πείρα μού ξέμαθε τον κόσμο (Σαν καλό το βρίσκω αυτό για να το χώσω σε ποίημα!).

Και η Τζίνα Πολίτη επισημαίνει: «Το απόφθεγμα “χώθηκε” εικοσιτέσσερα χρόνια αργότερα, το 1982, ως κατακλείδα του «“Ad Libitum” [στα Τρία Ποιήματα με σημαία ευκαιρίας]!» (Τζίνα Πολίτη, Οι αιώνιες φωλεές της επιστροφής στην ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη, Άγρα 2013, σ. 13). Ως γνωστόν, η αρχική φράση πήρε τη μορφή:

  […]   φωνάζω ελληνικά κι ούτε που μου αποκρίνεται κανένας

είναι που πλέον δε νογάει κανένας

τι πάει να πει αντανάκλαση μεσημεριού
             
                πως κι από πού ακουμπάει τ' ωμέγα στο άλφα
                ποιος εντέλει αποσυνδέει τον Χρόνο

                                Ad Libitum.

      ΥΓ. Μόνο που υπάρχει και μια διαφορετική εκδοχή: μη με πιστεύετε
                      όσο γερνώ τόσο λιγότερο καταλαβαίνω
                         η πείρα μού ξέμαθε τον κόσμο.

Ο Ελύτης, που δεν επαναπαυόταν στα παλαιά επιτεύγματά του, είχε συνάμα την ικανότητα να εντάσσει στο έργο του μορφικά ευρήματα ποιητών που εκτιμούσε. Επισημαίνω δύο περιπτώσεις.

Τα κενά διαστήματα μεταξύ των λέξεων, στα ποιήματα της συλλογής Το Φωτόδεντρο και η δέκατη τέταρτη ομορφιά, που επέχουν θέση σημείων στίξεως, είχαν ήδη εφαρμοστεί δεκαετίες νωρίτερα, από τον Γιώργο Σαραντάρη στη συλλογή του Οι αγάπες του χρόνου (1933):

ΘΕΟΣ

Ποίηση       Ο κόσμος είναι θάλασσα       Ο νους μου
αόρατος υποφέρει

[…]

Εγώ παντού αισθάνομαι
βλέπω την θάλασσα
τον ήλιο
το τίποτα     ίσως άνθρωπο     ονειρεύομαι.

Η παραπομπή με αστερίσκο στο ποίημα «Έρως και Ψυχή», στα Ελεγεία της Οξώπετρας (1991) – παραπομπή όχι πραγματολογική, μα ενταγμένη στη δυναμική του ποιήματος, είχε αφετηρία τον Δ. Π. Παπαδίτσα (που ο Ελύτης εκτιμούσε το έργο του – καθώς και του Ν. Καρούζου και του Ν. Φωκά, από τους νεώτερους ποιητές):

ΕΡΩΣ ΚΑΙ ΨΥΧΗ

        […]
        Το νου του ανθρώπου και τον ρου στης Σουαβίας τα ύδατα*
         […]

* Επειδή από τέκνο του Διός εκείνος
   Μες στης Άρπυιας τις αρπάγες πάλευε
   Κι ευλαβέστατα υπογραφόταν: Scardanelli
.

Ένα εύρημα επανειλημμένως χρησιμοποιημένο από τον Δ. Π. Παπαδίτσα – λόγου χάρη, στη συλλογή του Διάρκεια (1972):

VIII

        […]
        Στο φεγγάρι
        
Αυτό μας έδινε μια λέξη ανάμεσα σε 38916* […]

        *Ο αριθμός ανήκει σε ηλεκτρονικό λεξιλόγιο εντάσεως 3 αμπέρ […]

Ή στη συλλογή του: Εναντιοδρομία (1977):

ΑΠΟ ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΜΟΥ

                                          ΙΙΙ

Ήταν τα μάτια μου έτοιμα να φτερουγίσουν σε πυκνά σκοτάδια* […]

                                                    *με το σκοτάδια εννοώ […]

                                       

Θα αναφερθώ σε δύο ακόμη στοιχεία που σχετίζονται με τα Ελεγεία της Οξώπετρας (ποιήματα που γράφονταν τουλάχιστον από το 1968, βλ. Με χρώμα ή χωρίς, Ένα συναισθηματικό δοκίμιο του Δημήτρη Καλοκύρη για τον Οδυσσέα Ελύτη, Εταιρία Κρητικών Ιστορικών Μελετών Ηράκλειο Κρήτης 2011, σ. 42). Ένα απόγευμα του 1982 ο Ελύτης ήταν καλεσμένος στο σπίτι της Άννας Σικελιανού (η φιλία τους είχε ξεκινήσει τη δεκαετία του 1930, και η οικειότητα ήταν φανερή ακόμη και στη χρήση του «χαϊδευτικού» ονόματος του ποιητή: Σωσός). Έτυχε να παρευρίσκομαι. Θυμάμαι σε συζήτηση για τον John Keats, τη γνώση του έργου του και την εύστοχη κρίση του Ελύτη: «ήταν πάντα ποιητής, ακόμη και όταν έγραφε σ’ επιστολή στη Fanny Brawne “Ζω μια μεταθανάτια ζωή”». Δεν ξέρω αν είναι παράτολμο να εικάσω, ότι μια τέτοια φράση στη μνήμη του Ελύτη μετουσιώθηκε κάποια στιγμή, γράφοντας το ποίημά του «Περασμένα μεσάνυχτα», στον στίχο: «[…] Αλήθεια θα ’ναι. / Ζω για τότε που δεν θα υπάρχω

Η εξαιρετική γνώση του σικελιανικού έργου –φανερή, άλλωστε στα ποιήματα και στα πεζά του– μου έκανε μεγάλη εντύπωση. Μια μνεία του Ελύτη εκείνη τη μέρα για τη σειρά των «Λυρικών» ποιημάτων του Σικελιανού: «μου αρέσει πάντα και η “Μάνα του Ντάντε”, που δεν είναι πολύ γνωστό. Μόνο ένας μεγάλος ποιητής θα κατόρθωνε να μετουσιώσει με τέτοιο τρόπο την αφήγηση του Βοκκάκιου και το είχα πει στον Άγγελο». Αυτά ήταν περίπου, όσο θυμάμαι, τα λόγια του Ελύτη. Και με έκαναν να προσέξω αργότερα το ποίημά του «Σολωμού συντριβή και δέος» των Ελεγείων. Να αναφέρω αρχικώς την αφήγηση του Βοκκάκιου για τη γέννηση του Dante:

[...] ενόσω ήταν έγκυος [η μητέρα του Dante] και πλησίαζε ο καιρός που θα γεννούσε, είδε σε όνειρο ποιος θα ήταν ο καρπός των σπλάγχνων της [...] Στο όνειρό της η αρχοντική γυναίκα νόμισε πως βρισκόταν κάτω από μια επιβλητική δάφνη σε ένα πράσινο λιβάδι, κοντά σε μια καθάρια πηγή, κι εκεί αισθάνθηκε πως γέννησε γιο ο οποίος, σε σύντομο χρόνο, τρεφόμενος μόνο με τους καρπούς που έπεφταν από τη δάφνη και πίνοντας το νερό της καθάριας πηγής, της φάνηκε πως έγινε ποιμένας και πως πάσχιζε με όλη του τη δύναμη να πιαστεί από τα φύλλα της δάφνης που τον είχε θρέψει με τους καρπούς της. Και στην προσπάθειά του αυτή της φάνηκε πως έπεσε, κι όταν σηκώθηκε δεν ήταν πια άνδρας αλλά παγώνι […]. (Βοκκάκιος, Η ζωή του Δάντη, μτφρ.: Σπύρος Τσούγκος, Νεφέλη 2004, σ. 31).

    Από τούτο το κείμενο ο Σικελιανός εμπνεύστηκε το ποίημα «Η Μάνα του Ντάντε» (1915):

  Η ΜΑΝΑ ΤΟΥ ΝΤΑΝΤΕ

Η Φλωρεντία σα ν’ άδειασε, της ’φάνη μες στον ύπνο της,
                        το χάραμα ως αρχίζει,
κι από τις φιλενάδες της μακριά τους δρόμους μοναχή
                        να σιγοσεργιανίζει...

Το νυφικό της φόρεμα φορώντας το μεταξωτό,
                        τα πέπλα τα κρινάτα,
τα σταυροδρόμια γύριζε, και στ’ όνειρο τής φάνταζε
                        καινούρια η κάθε στράτα...

Κι από τους λόφους πόλουζεν αχνό ανοιξιάτικο αυγινό,
                      σα μακρινά μελίσσια
αργόηχα τα καμπαναριά ξεψυχισμένα αχούσανε
                    βαθιά στα ερημοκλήσια...

Και ξάφνου, σα να βρέθηκε σε περιβόλι ανάμεσα,
                    μέσα στον άσπρο αέρα,
ντυμένο στα νυφιάτικα, με νεραντζιές και με μηλιές
                    γεμάτο πέρα ως πέρα...

Κι όπως τη σέρναν οι ευωδιές, ένα ψηλό δαφνόδεντρο
                    της ’φάνη να ζυγώνει,
που, στην κορφή του ανέβαινε, σκαλί πηδώντας το σκαλί
                    απάνου, ένα παγόνι

κ’ εκείνο λύγαε το λαιμό στο ’να και στ’ άλλο το κλαδί
                δαφνόκουκα γεμάτο,
κ’ ένα έτρωγε, ένα το ’παιρνε κι από τον κλώνο το ’ριχνε
                γοργό στο χώμα κάτω...

Την κεντημένη της ποδιάν εσήκωσεν αθέλητα
                στον ίσκιο, μαγεμένη,
και να, σε λίγο εβάραινεν απ’ τα σγουρά δαφνόκουκα
              μπροστά της φορτωμένη.

                                  *

Απ’ της αυγής τον κάματο έτσι αναπαύτη μια στιγμή
              μες σε δροσάτο νέφος  
και γύρα οι φιλενάδες της απ’ το κρεβάτι επρόσμεναν
              για να δεχτούν το βρέφος!...


ΣΟΛΩΜΟΥ ΣΥΝΤΡΙΒΗ ΚΑΙ ΔΕΟΣ

Μισόβγαινε απ’ τον ύπνο η πολιτεία. Των καμπαναριών αιχμές
Κοντοί σημαιών και κάτι πρώτα πρώτα τριανταφυλλιά
Στου μικρού παραθύρου σου –που ακόμη φώταγε– το μαρμαράκι
                                                  Α κει μονάχα να ’ταν
Ένα κλωνάρι με δαφνόκουκα να σου άφηνα για καλημέρα
Που τέτοιας νύχτας την αγρύπνια πέρασες. Και τη γνωρίζω
Πάνω σ’ άσπρα χαρτιά πιο δύσβατα κι απ’ του Μεσολογγιού
      τις πλάκες

Ναι. Γιατί σ’ είχε ανάγκη κάποτε τα χείλη σου χρύσωσε ο Θεός […]

Το κρίσιμο στοιχείο είναι η σπανιότατη λέξη του Σικελιανού «δαφνόκουκα». Το εύρημά μου αυτό ανακοίνωσα για πρώτη φορά στην Ανθολογία Σικελιανού που συγκρότησα, με τίτλο «Τέλος κι αρχήν η Μνήμη εδώ δεν έχει», και εξέδωσε η εφ. Η Καθημερινή, Μάρτιος 2014, σ. 25. Ο Ελύτης είχε επιλέξει τη σικελιανική λέξη και την χρησιμοποίησε ακόμη μία φορά (στη Μαρία Νεφέλη). Αλλά στο αφιερωμένο στον Σολωμό ποίημα, η σικελιανική λέξη έχει άλλη βαρύτητα, καθώς –συνειδητά ή υποσυνείδητα– συνδέεται με τον Βοκκάκιο, τον Ντάντε, τον ποιητικό προπάτορα Σικελιανό, και βέβαια με την ποιητική Χάρη και τη Δόξα. Ανοιχτό λοιπόν το θέμα σε ερμηνείες: o Ελύτης, που είναι «κάτοχος» των καρπών της δάφνης, τιμά τον Σολωμό και τιμάται και ο ίδιος, αποθέτοντας στον ποιητή των Ελεύθερων Πολιορκημένων τα «δαφνόκουκα», που παρέδωσε σ’ εκείνον ο Σικελιανός – και τα οποία έρχονται, θαλερά πάντοτε, από τη γέννηση και την πορεία του μεγάλου Φλωρεντινού της Divina Commedia, δηλαδή από την κορυφαία μορφή της Ευρωπαϊκής Ποίησης. Ένας κύκλος τεσσάρων μεγάλων δημιουργών επάνω στον ορίζοντα ενός στίχου του Ελύτη!

Ο αληθινός ποιητής προχωρεί αφομοιώνοντας τις δημιουργίες, την Ιστορία, τα πολιτικά γεγονότα, την κοινωνική πορεία, τις πνευματικές και καλλιτεχνικές συνθήκες, το φυσικό περιβάλλον της εποχής του. Με τα κείμενά του παραδίδει όλα αυτά τα στοιχεία διαμορφωμένα –και όσο ισχυρότερος είναι: μεταστοιχειωμένα– μέσα από τη μοναδικότητα της ιδιοσυγκρασίας του. Ο Ελύτης προσέφερε στην ελληνική γλώσσα ένα απαράμιλλο ποιητικό και δοκιμιακό έργο. Στην ποιότητα του λόγου του, στο εύρος του οράματός του, είναι λειτουργικά αφομοιωμένη η εποχή του αλλά και όλη η προηγούμενη ποιητική Παράδοση, συγκροτώντας ένα έργο θεμελιακό για τον Νεοελληνικό Πολιτισμό, και σήμερα και στο μέλλον.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: