Πεζά κείμενα (δημοσιευμένα)

Δύο κείμενα

[ Το δέντρο ]

Το κυκλικό αυλάκι του δέντρου με φύλλα, χαρτιά και το κάτω μέρος τού κλειστού περιπτέρου με επιγραφές στην οδό Φωκυλίδου μία και μισή τη νύχτα Σαββάτου και πάλι το δέντρο να παίρνει μια θέση εξέχουσα, ασήμαντο τη μέρα με τα νήπια και την ακολουθία τους στην πλατεία Δεξαμενής, το parking και το ηλιακό φως κάθετο ή πλάγιο στα ελλιπή φυλλώματα και τον αναιμικό κορμό του, το δέντρο της οδού Φωκυλίδου, ένα από τα εκατομμύρια δέντρα που υπάρχουν στα δάση, στις πόλεις, στις κωμοπόλεις, στις όχθες των ποταμών, στα βουνά, στις πεδιάδες, τα δέντρα της Αγίας Γραφής, τα δέντρα του Χόλλυγουντ, τα δέντρα των οάσεων, του δάσους της Βουλώνης, του Μέλανος Δρυμού, τα δέντρα με τους κρεμασμένους, με τους καρπούς, τα δέντρα που ήκμασαν, που παρήκμασαν, που δεν ήκμασαν, που άνθισαν, που δεν άνθισαν, που ρίξαν τα φύλλα παραπλεύρως στο αυλάκι όπως αυτό, ή πολύ μακρύτερα στο μονοπάτι, ή την αλλέα, ή τη λεωφόρο, το δέντρο του Αβεσσαλώμ, το δέντρο του κακού, το δέντρο της γνώσεως, το γενεαλογικό δέντρο, το δέντρο σαν σύμβολο, το δέντρο σαν φυτό, το δέντρο σαν μεταφορική λέξη, το δέντρο σαν μεταφορικό μέσο, το δέντρο σαν καύσιμο, το Χριστουγεννιάτικο δέντρο, το δέντρο σαν δέντρο στη γωνιά της οδού Φωκυλίδου νύχτα Σαββάτου, μέσα Δεκεμβρίου του έτους χίλια ενιακόσια εξήντα τρία.

Πεζά κείμενα (δημοσιευμένα)

[ Τα transistors ]

Τα transistors που αντιπαθήσαμε στις εξόδους των κινηματογράφων, στους έρημους απογευματινούς δρόμους των προαστείων, στα χέρια νεαρών εργατών ή δανδήδων ή τεμπέληδων ή κομμωτριών, τα transistors αυτά φαινόμενο κακού γούστου και με λίγη καλή θέληση κομφορμισμού, τα κτυπάμε ατομικώς, αλλά και οργανωμένα, κι αυτό επειδή τυχαίνει πολλά άτομα να κτυπούν το φαινόμενο αυτό ή και άλλα, εμφανίζεται σα να το κτυπούν οργανωμένα χωρίς όμως να υπάρχει καμμιά οργάνωση, κτυπάμε λοιπόν τα φαινόμενα του κομφορμισμού και του κακού γούστου, είτε απ’ την πάνω, τη μέση ή τη μικρή αστική τάξη προέρχονται, είτε κι από μερίδα του προλεταριάτου, ασχέτως αν βέβαια υπάρχουν αιτίες των φαινομένων αυτών όπως η ανεπάρκεια του καπιταλιστικού συστήματος, ανέχεια, άγνοια, χονδροειδές θέαμα, κτηνώδης απασχόλησις με άνιση αμοιβή, οπότε δικαιολογούνται και δεν δικαιολογούνται, όμως για πολλούς άλλους που δεν έβαλαν σκοπό στη ζωή τους την ισότητα των τάξεων στην ηθικότερη περίπτωση ή την ψηφοθηρία στη χειρότερη, είναι λοιπόν να τρελαθεί κανείς πώς μπορεί εύκολα να περιπλακεί σε συλλογισμούς και παρατηρήσεις που δεν προσφέρουν τίποτα, τελικά εγώ ήθελα να μιλήσω για το μικρό transistor, κόκκινο και γκρι, πλάι στη λάμπα, ανάμεσα στη λάμπα και στο pic-up, δεν ξέρω γιατί το μικρό δίχρωμο transistors που φάνηκε σαν το τραμ της Βέρνης, με δύο ορόφους κι ας μην είμαι σίγουρος γι’ αυτό, γιατί στη Βέρνη δεν πήγα κι απ’ ό,τι ξέρω δεν πρόκειται να πάω, οι άνθρωποι πήραν την οντότητά τους και θέλησα την ευτυχία τους, μια όχι και τόσο χριστιανική ευτυχία, ή μπορεί και χριστιανική υπό άλλην όμως μορφήν, κι έτσι καθώς χόρευαν άντρες με γυναίκες, οι σκιές και το φως εναλλάσσονταν, οι φίλοι μου και οι διάφοροι άγνωστοι, ασήμαντοι το πρωί στις στοές του κέντρου ή στο American Express, άλλοι πάλι σημαντικοί κι εξέχοντες και άντρες πραγματικοί, τώρα όλοι χορεύοντας ή ακούγοντας την μουσική του Coltrane, εξισωμένοι κι αγαπημένοι στα διασταλμένα μου μάτια, κομμένοι απ’ τον γενικό χρόνο των χρηματιστηρίων και των εκλογών, των βιβλιαρίων, των ληξιαρχικών πράξεων, των συναλλαγών, των εργολαβιών και των καταστημάτων, του άγχους των καφενείων, των ανιαρών ερωτικών δεσμών, οι τριανταδύο αυτοί άνθρωποι κι η μουσική, το μικρό transistor σαν το τραμ της Βέρνης, η λάμπα, το δάπεδο, τα ξύλα, τα τζάμια, τα κλινοσκεπάσματα, κομμένοι απ’ τον χρόνο κι όμως μέσα στον χρόνο τον δικό τους, ατομικό και συλλογικό, λίγο πριν έρθει ο καρκίνος, η πείνα, η ανία, η Κυριακή, η μεγαλύτερη εορτή της Χριστιανοσύνης.

[ Από το περ. Πάλι, τχ. 1, 1964 ]

Ο Γιωργοθανάσης

Παίρνω ταξί απ' την Πλατεία Πλαστήρα για να πάω στη μάνα μου. Είναι μεσημέρι, κάνει ζέστη πολλή 380, ο ταξιτζής κοντά εξήντα πέντε, νευρώδης και σιωπηλός. Ένας Έλληνας Roy Bean. Είχαμε σχεδόν φτάσει και δεν είχαμε ανταλλάξει ούτε λέξη οπότε αυτός, γυρνάει ξαφνικά και μου λέει:

«Εγώ μένω στον Πειραιά, κύριε. Η γυναίκα μου όμως είναι από τη Ρούμελη. Θα σας διηγηθώ κάτι που συνέβηκε προχτές στους δικούς της. Ο τάδε θείος της καβαλάει τις προάλλες το γάιδαρό του για να πάει στην εκκλησία. Αυτά συμβαίνουν σ' ένα χωριό της Ευρυτανίας κι ο άνθρωπος είναι 74 χρονων. Εκεί που προσπαθεί να τον καβαλήσει σωριάζεται σέκος. Καρδιακή συγκοπή, λέει ό γιατρός. Κλάμα η γριά του, κλάμα κι οι κόρες του, τα συνηθισμένα. Η μια του κόρη, η μεγάλη, δεν παραδέχεται πως πέθανε από συγκοπή, έχει ιδέα πως τσακίστηκε».
Έχουμε φτασει στο μεταξύ στο πρατήριο βενζίνης και πρέπει να κατέβω. Σταματά το αυτοκίνητο στην άκρια του δρόμου και συνεχίζει.
« Ο γιός του γέρου μένει στην Αθήνα. Του τηλεγραφούν λοιπόν πως ο πατέρας πέθανε. Παίρνει κι αυτός τ' αυτοκίνητό του και φουλ για το χωριό. Φτάνει και δεν προλαβαίνει την κηδεία. Τρέχει στο σπίτι, τους βρίσκει να τρώνε παξιμαδάκια, ρωτάει πώς πέθανε ο γέρος, του λένε, σκοτεινιάζει, βγάζει ένα κουμπούρι και σφίγγoντας τις μασέλες τραβάει στο περιβόλι και πυροβολεί τον γάιδαρο που βόσκει πιο κάτω ανύποπτος.
»Άγριο να πυροβολείς εξ επαφής το γάιδαρό σου. Δεν είναι δα και κανένα πετειναράκι να το βάζεις στο τσιμέντο και να το σφάζεις. Εκτός όμως απ' αυτήν την αγριότητα την οποία δεν έχω το δικαίωμα να κατακρίνω, μιας και μεταξύ των ανθρώπων υπάρχει πολύ μεγαλύτερη, το μυαλό τού ανθρώπου, κύριε, μπορείτε να μου πείτε πώς λειτουργεί;»
Τον χαιρέτησα και κατέβηκα ενώ ακούστηκε το φαρδύ του γέλιο.

Θέλω να πω κι εγώ μια ιστορία με τη σειρά μου. Για ένα πρόσωπο υπαρκτό που πριν τριάνα χρόνια ζωντάνεψε μια γειτονιά με την παρουσία του, κέρδισε, αν όχι τον σεβασμό –γιατί ποτέ δεν αναζήτησε κάτι τέτοιο–, την αγάπη όσων τον γνώρισαν κι ακόμα κατάφερε, τις κοροϊδίες των άλλων για το σακατεμένο του πόδι να τις μετατρέψει σε περιέργεια πρώτα κι ύστερα σε θαυμασμό ανεπιφύλακτο.
Ο Γιωργοθανάσης ήταν από κείνα τα πλάσματα που σου δίνουν την υποψία πως το καλό και το κακό είναι δύο έννοιες αξεδιάλυτες, συνυπάρχουσες και συμπλεκόμενες. Ήταν, λοιπόν, αυτός, ο Γιωργοθανάσης, ένα παιδί 6 χρονώ που φαινόταν τεσσάρων, φαινόμενο άλλωστε συνηθισμένο για τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, όπου λίγο πολύ τα παιδιά δείχναν τα σημάδια της στέρησης, αποτέλεσμα του φριχτού πολέμου.
Ο Γιωργοθανάσης περνούσε τη μισή του ζωή στο σπίτι και την υπόλοιπη στο στενό. Ήταν όμως άλλα χρόνια κι η γειτονιά έχει μεταμορφωθεί. Σήμερα οι Αμπελόκηποι είναι μια κοινή, κοινότατη συνοικία των Αθηνών, κεντρική μπορεί να πει κανείς. Τότε, έξω απ' τις μονοκατοικίες των ευπόρων, [υπήρχαν] κήποι με τριανταφυλλιές που κάποιος τις πότιζε τ' απόγευμα κι άδεια οικόπεδα με τσουκνίδες και κανένα ξεροπήγαδο πού και πού στομωμένο από μεγάλες πέτρες.
Μέσα στη γειτονιά, ο συνοικισμός του Κουντουριώτη κι η προέκτασή του οι παράγκες που πιάναν και τα δύο πεζοδρόμια της Λεωφόρου Αλεξάνδρας, από τη μεριά του Παναθηναϊκού δηλαδή, κι απέναντι, μέσα στη λαϊκή αγορά.
Το στενό ήταν ένα αδίέξοδο, μακρύ κάπου 60 μέτρα της οδού Βουρνάζου καθώς την κατεβαίνεις απ' τη Λεωφόρο Αλεξάνδρας προς το Μαιευτήριο της Έλενας. Εκεί μέσα, τέλη του 1944, λίγο πριν φύγουν οι Γερμανοί, ήρθε και κατοίκησε η οικογένεια Ασλάνη, κι η παρουσία των νεοφερμένων έγινε γρήγορα αισθητή. Ήταν έξη άτομα και πιάσαν το δεύτερο σπίτι τού στενού, εκεί που, παλιότερα, έμενε η κυρία Καψιμάλη απ' τη Ναύπακτο, που καλογέρευε στο σπίτι της χωρίς ν’ ανήκει σε μοναστήρι.
Περίεργη οικογένεια. Είχαν κατέβει απ' το Καρπενήσι, η μάνα, τα τρία παιδιά και η θείτσα. Μέτριος στο ανάστημα και μετρημένος ο πατέρας. Μικρό μουστάκι. Ολόκληρο το σουλούπι Σαρλώ ή Γάλλος μικροαστός του 1939. Ακροδεξιός· σαρανταπεντάρης. Η μάνα νεότερη αρκετά. Ίσως 34. Μεγαλόσωμη, γλυκιά και λίγο μαραμένη. Η Ηρώ, το μεγαλύτερο απ' τα παιδιά, 7 χρονώ, καστανή και μεγαλόσωμη. Αμέσως μετά, ερχόταν το αγόρι, γύρω στα 6, κι η μύτη του έσταζε νερό. Νεράκι καθαρό που κόλλαγε μεταξύ μύτης και πάνω χειλιού. Το πόδι του το δεξί ήταν καχεκτικό και λίγο στρεβλωμένο. Του φόραγαν σίδερα. Τέλος, η μικρή: ξανθιά, πολύ χλωμή, άσπρη πες. Την έλεγαν Δανάη.
Ύστερα ήταν κι η θείτσα: ακαθόριστη ηλικία, μπορεί 45, μπορεί και λιγότερο. Στο πρόσωπο άσχημη, όχι αντιπαθητική. Κακοτράχαλη, είναι η λέξη. Τρομερή ενεργητικότητα, ευκίνητη, τριγυρνάει ξυπόλητη μες στο χειμώνα, φροντίζει για όλα. Μαζεύει τα παιδιά, μιλάει με τους γείτονες, ψωνίζει στη λαϊκή αγορά, κι όπως μαθεύτηκε αργότερα, ξενόπλενε, όχι όμως σε σπίτια της γειτονιάς, κάπως μακρύτερα. Ήταν αδελφή τού πατέρα, την έλεγαν Ευριδίκη κι έπρεπε να ισορροπήσει την αδράνεια τής μάνας που καμιά φορά, αργά τ' απόγευμα, την έβλεπαν ακίνητη πίσω απ’ το τζάμι, που συνήθως έμενε κλειστό, να ρεμβάζει με ανείπωτη γλύκα.
Ο νεαρός Ασλάνης έστεκε σχεδόν μόνιμα στην ξύλινη πόρτα του νέου σπιτιού τους. Τον πρώτο καιρό εξαφανιζόταν μόλις ξεμύτιζαν άλλα παιδιά. Αργότερα έμενε. Παρατηρούσε το παιχνίδι τους με ενδιαφέρον, δε φαινόταν όμως να συμμετέχει. Για να πούμε την αλήθεια, κανένας μέχρι τότε δεν του φέρθηκε με κάποια λεπτότητα και καλοσύνη.

Ένα άπ' τα συνηθισμένα γεγονότα ήταν και τούτο: Παίζουν δίτερμα κι ο Μάκης ο Γουζούασης, ντριπλάροντας δύο αντιπάλους και φτάνοντας στο ύψος εκείνο του στενού όπου ο μικρός Ασλάνης, σαν στρατηγός μέσα στα σίδερα, στημένος στο πεζοδρόμιο κι ακουμπώντας με το χέρι του στον τοίχο για να ισορροπήσει, του πετάει τη μπάλα στο στήθος με φάλτσο κι επί τόπου βγάζει επιφωνήματα όπως ετούτα:

– Έι, ρε στούρνε.
– Όι, μανούλα μου!

Ταυτόχρονα, και σαν να τον είχαν κουρδίσει, ο δίδυμος αδελφός του Μάκη, ο Κούλης Γουζούασης, έριχνε ένα τσιριχτό γέλιο κι όχι τόσο για το περιεχόμενο αυτών των επιφωνημάτων τού αδελφού του, όσο γιατί επικύρωνε την τελειότητα τής μιμικής του. Στην πραγματικότητα, τα επιφωνήματα κρύβαν ένα μικρό δράμα, όπως θα δούμε.
Μέσα στη χρονιά δύο άτομα ακόμη προστέθηκαν στην οικογένεια: ο Μένιος, 25 χρονών κι η αδελφή του, η Μάχη, έναν χρόνο μεγαλύτερη. Κι οι δύο αδέρφια μικρότερα της μάνας. Ο Μένιος, κάπου 1,84 ψηλός, μεγάλο κεφάλι, βαρύ πηγούνι, περπάτημα μονοκόμματο. Σοβαρός. Φοιτητής της Νομικής. Εκείνη φοιτήτρια της Φιλολογίας. Επίσης πολύ ψηλή. Η ομιλία της αδέξια χαϊδευτική και τραχιά. Την εντύπωση την αποκόμισα απ' την προφορά της, τον τόνο της φωνής της και την καθαρεύουσα που μιλούσε. Το γενικό αποτέλεσμα της κουβέντας της ήταν αρνητικό. Φωνή και ομιλία ήταν το αδύνατο σημείο της. Έμοιαζε με γυναίκα που λικνίζει τις κοκάλες της με μεγάλη θηλυκότητα. Η γοητεία της Μάχης βρισκόταν ακριβώς εκεί, στον τρόπο πού περπάταγε. Λικνίζοντας τους γοφούς. Κι η κίνηση αργόσυρτη κυκλική, καθώς μάλιστα έσερνε κάπως τις τορνευτές γάμπες της μέσα σε άψογες για την εποχή νάυλον κάλτσες. Φορούσε συνήθως παπούτσια κρεπ. Χωρίς τακούνι.
Ο Μένιος, δίχως να επεμβαίνει στα καθήκοντα της θείτσας που, με μανία στον τρόπο και αφοσίωση στην επιτέλεση τού σκοπού, συνέχιζε να κυνηγάει τον μικρό μόλις έκανε δειλά δειλά καμιά προσπάθεια να κατέβει το πεζοδρόμιο και ν’ απομακρυνθεί λιγάκι, ο Μένιος, λοιπόν, προστέθηκε κι αυτός στον μηχανισμό τής καταπίεσης. Ποτέ βέβαια δε θα καταδεχόταν να βγει στον δρόμο και να τον φωνάξει. Η θείτσα έκανε τη δουλειά, εκείνη μάλιστα τράβαγε και με σπρωξιές τον έμπαζε μέσα. Σε 3 λεπτά ακουγόντουσαν οι οιμωγές τού μικρού Ασλάνη την ώρα πού τις έτρωγε απ' το βαρύ χέρι του θείου Μένιου.

–Όι μανούλα μου!

Κι ήταν ακριβώς αυτές που μιμόταν ο Γουζούασης. Κάποτε έσπασε ο πάγος, ο Ασλάνης ξεθάρρεψε κι άποφάσισε να κατέβει το πεζοδρόμιο και να μπλέξει με τ’ άλλα παιδιά. Ήμουν ο πρώτος που μίλησε μαζί του. Όταν τον ρώτησα πώς τον λένε, μου είπε με σοβαρότητα και τονική ακρίβεια.

– Είμαι αβάπτιστο.

Ένιωσα μια λύπη ολοκληρωτική σα να ’χε κατέβει ομίχλη και να ’χε κρύψει και σπίτια και δέντρα κι ανθρώπους. Το οπτικό μου πεδίο θόλωσε γι’ αυτό το ουδέτερο που υπήρχε στη φράση του: «Είμαι αβάπτιστο». Εκείνος μάλλον εννοούσε «είμαι αβάπτιστο παιδί» συμφωνούσε λοιπόν η μετοχή του με το ουσιαστικό, ενώ εγώ το αβάπτιστο το σύνδεσα με το αβοήθητο και αμετάκλητο.
Έβγαινε κάθε μέρα. Έπαιρνε μια μπάλα κι έτρεχε πίσω της σαν μεθυσμένος με το καχεκτικό του πόδι να διαγράφει τροχιές, πολλές φορές κλότσαγε τον αέρα και γέλαγε δυνατά. Τα παιδιά τον φώναζαν Γιωργοθανάση γιατί τους είχε πει πως όταν βαφτιστεί θα τον βγάλουν ή Γιώργο ή Θανάση – με περισσότερες πιθανότητες τo Γιώργος.
Στo τέλος του χρόνου η οικογένεια μεγάλωσε κι άλλο. Αυτή τη φορά ο καινούριος δεν ήρθε απ' το Καρπενήσι αλλά βγήκε απ' την κοιλιά της μάνας. Ήταν έγκυος, λοιπόν, γι' αυτό δεν έβγαινε έξω καθόλου.
Μάθαμε πως τη μάνα την έλεγαν Αφροδίτη. Όλη η ελληνική μυθολογία μαζεύτηκε στην οικογένεια. Αφροδίτη-Hρώ-Δανάη-Ανδρομάχη-Ευρυδίκη και το αβάπτιστο. Παγανιστές Δωριείς κατέβηκαν κι επίταξαν το σπίτι της κυρίας Καψιμάλη, το άντρο αυτό της Ορθοδοξίας.

Κι ο καιρός περνούσε. Οι άνθρωποι προσπαθούσαν να φάνε να ντυθούν και να ζεσταθούν, όσα στερήθηκαν τόσα χρόνια. Το κίνημα άφησε τρύπες στους τοίχους, δεν άφησε όμως πολιτικά μίση στη γειτονιά που, πιο δυνατή απ' τις ιδεολογίες, σκέπαζε τους δικούς της μ’ έναν προστατευτικό κλοιό.
Ο αστυφύλακας Διονυσόπουλος λ.χ., έμενε με τη γυναίκα του στο πρώτο σπίτι τού στενού που ανήκε στον Κιτσικόπουλο. Συγκεκριμένα κατοικούσε στο πίσω δωμάτιο. Τους χώριζε η αυλή και στο κυρίως σπίτι έμενε ο Κιτσικόπουλος. Συνταγματάρχης του ΕΛΑΣ Χαλκίδας. Αρχές του 1945 ο αστυφύλακας Διονυσόπουλος κατάθεσε πως σ' όλη τη διάρκεια του κινήματος ο Κιτσικόπουλος δεν είχε ξεμυτίσει απ' το σπίτι του κι έτσι κανένας δεν τον ενόχλησε.
H οικογένεια Ασλάνη όμως ήταν μικρογραφία της διχασμένης Ελλάδας. Ο θείος κι η θεία του Γιωργοθανάση, ο Μένιος κι η Ανδρομάχη, ήταν αριστεροί. Όχι κομμουνιστές. Σοσιαλιστές. Αρχηγός ο Σβώλος. Ο Μένιος μάλιστα έγραφε στην εφημερίδα τους τη Μάχη.
Εθνικόφρων παράταξη στην οικογένεια ήταν ο Σεραφείμ. Δεν τον αναφέραμε πρωτύτερα γιατί δεν έμενε με την οικογένεια. Ήταν αρχηγός και προστάτης, νομοθέτης και δικαστής της. Θείος κι αυτός απ' τη μεριά της μάνας, όπως κι ο Μένιος κι η Ανδρομάχη.
Ερχόταν συνήθως Κυριακή, στις 5 τ' απόγεμα. Πανύψηλος, 1,87, περπάταγε σαν να ’χε καταπιεί μπαστούνι· ευθυτενής, κοιτάζοντας, λες, τη στέγη τού μικρού σπιτιού στο τέρμα τού στενού, κάνοντας θεόρατα βήματα και κουνώντας αλύγιστα τα πολύ μακριά χέρια του καθώς περπατούσε, μού θύμιζε τον στρατάρχη Γουέιβελ που τον είχα δει στα επίκαιρα του κινηματογράφου να παρακολουθεί με τα κυάλια του τις κυκλωτικές κινήσεις που κάναν τα γερμανικά τανκς οδηγημένα απ’ την Αλεπού της Ερήμoυ, τον άτυχο Ρόμελ.
Ήταν η εξουσία κι όταν πέρναγε το στενό η μισή γειτονιά κράταγε την αναπνοή της παρακολουθώντας πίσω απ’ τα στορ. Μια μαύρη Pontiac σταμάταγε στην είσοδο τού στενού χωρίς ποτέ να μπαίνει μέσα και κατέβαινε ο θείος Σεραφείμ κι ύστερα η γυναίκα του κι η κόρη του, ωραία ντυμένες κι οι δυο, που ακολουθούσαν σε σεβαστή απόσταση κι ύστερα χανόντουσαν μέσα στο σπίτι του Ασλάνη όπου πήγαιναν να επισκεφθούν τη φτωχιά συγγενική οικογένεια.
Ρώτησα τον Γιωργοθανάση γι’ αυτόνε.

–Όχι, δε με δέρνει, μου λέει. Είναι κακός και κάνει τους άλλους να με δέρνουν.

Κακός ήτανε αλλά ήταν και πλούσιος και συντηρούσε την οικογένεια που ο μικρός μισθός τού πατέρα δεν έφτανε ούτε για ζήτω, και μάλλον αυτός βοηθούσε τις σπουδές τής Μάχης και του Μένιου. Έτσι, εθνικόφρονες και σοσιαλιστές τρομοκρατούσαν κι έδερναν τον Γιωργοθανάση, ενώ ο εμφύλιος είχε φουντώσει στα βόρεια διαμερίσματα της χώρας.
Η Αθήνα ζούσε έξω από τον πόλεμο. Πεινασμένη και βουτηγμένη στο πένθος, μιας και σήκωσε πάνω της κατοχή και Δεκέμβρη, είναι τώρα βετεράνος με χιλιάδες πληγές στους τοίχους και τα στηθαία των σπιτιών της. Παρακολουθεί λοιπόν τον πόλεμο απ' τις εφημερίδες κι αυτές μεγαλώνουν το χάσμα στο λαό φανατίζοντάς τον για μια τουλάχιστον εικοσαετία. Ο φανατισμός πλήττει βασικά την ηττημένη παράταξη, γιατί στο κράτος που οι εθνικόφρονες δημιουργούν, οι αριστεροί είναι πολίτες δεύτερης κατηγορίας. Μοναδική παρουσία τού πολέμου στην πρωτεύουσα τα καροτσάκια των αναπήρων αξιωματικών και οπλιτών που πιάνουν προνομιούχες θέσεις στις ποδοσφαιρικές συναντήσεις στο γήπεδο του Παναθηναϊκού.

Εκείνη τη χρονιά βαφτίσαν τον Γιωργοθανάση. Κανείς μας δεν ξέρει ποιά μέρα και σε ποιάν εκκλησιά έγινε, γιατί κανένας φίλος δεν προσκλήθηκε. Φαντάζομαι πως το θέμα ανάλαβε ο θείος Σεραφείμ με τις γνωριμίες που θα πρέπει να είχε, γιατί ήταν κάποιος με ισχύ, το έβλεπες καθαρά στο ντύσιμο, στο ύφος και στο περπάτημά του. Πρέπει, λοιπόν, ο Σεραφείμ να είχε αποφασίσει για τα βαφτίσια όταν έκρινε πως ήταν πια καιρός να διορθωθεί ένα κακώς κείμενο.
Το νέο κυκλοφόρησε από στόμα σε στόμα. Η κυρία Κρητικού, ένα βραδάκι, πριν κλείσει τα πατζούρια, του φώναξε:

– Μπράβο, μπέμπη μου. Μάθαμε πως βαφτίστηκες, να δεις που τώρα θα γίνεις και καλό παιδί.

Όμως ο Γιωργοθανάσης δεν έγινε καλό παιδί. Ένα μεσημέρι τον έπιασε ο πατέρας μου την ώρα που είχε στριμώξει μια γάτα μέσα στο οικόπεδο της Μαίρης κι ήταν έτοιμος να την παλουκώσει. Το ζώο, παγιδευμένο ανάμεσα σε καυσόξυλα και μην μπορώντας να διαφύγει, είχε μείνει στο έλεος, όταν το στιβαρό χέρι του πατέρα μου, που έτυχε να περνάει εκείνη την ώρα από κει, γιατί ήθελε να συζητήσει με τοv αδερφό της Μαίρης τον Στράτο για κάτι ηλεκτρικά, τον άδραξε και τον σήκωσε στον αέρα. Το ζώο έμεινε εκει που ήταν για 3 δευτερόλεπτα, σα να μην πίστευε στην ανέλπιστη σωτηρία του και, μετά, εδωσε μια και χάθηκε σαν σαîτα μέσ' από το άνοιγμα που άφηναν οι ανασηκωμένες λαμαρίνες της πόρτας του οικοπέδου τής Μαίρης. Ο Γιωργοθανάσης, έντρομος, άρχισε να λέει πως είχε εντολή να σκοτώσει τη γάτα γιατί ήταν λυσσασμένη κι είχε μάλιστα δαγκώσει την αδερφή του τη Δανάη.

– Εσύ ’σαι, μωρέ, λυσσασμένο, του λέει ο πατέρας μου, κι άμα σε ξαναδώ να τυραννάς ζωντανό θα σου πάρει ο διάολος τον πατέρα.

Πέρασαν ακόμη τέσσερα χρόνια. Εγώ άρχισα v’ αραιώνω απ’ το στενό. Η διαφορά ηλικίας που είχα με τα σχετικώς μικρότερα παιδιά τού στενού φαινόταν μεγαλύτερη τώρα που εγώ ήμουν 17. Κάθε απόγευμα, γυρνώντας απ’ το γυμνάσιο, έτρεχα στο μεγάλο γήπεδο, πίσω στην οδό Μανουτίου, κοντά στη μάντρα τού Παναθηναϊκού όπου γινόντουσαν ματς με τα παιδιά τού συνοικισμού. Ο Γιωργοθανάσης δέσποζε πια στο στενό με τις φοβερές του τρεχάλες, μ’ εκείνο το ορθοπεδικό χοντροπάπουτσο και τα τρομερά του επιφωνήματα. Η μύτη, τους χειμώνες, συνέχιζε να τρέχει νεράκι κι η μπάλα του όλο και πιο συχνά τράνταζε τα τζάμια της τραπεζαρίας μας. Ξέχασα να πω ότι απ’ το 1949 του έβγαλαν τα σίδερα απ’ το πόδι και φορούσε τώρα ένα ορθοπεδικό παπούτσι.
Το 1954 έπιασε δουλειά σ’ έναν κλειδαρά, στη λεωφόρο Αλεξάνδρας. Ο κλειδαράς είχε μια τρύπα για μαγαζί. Τρύπες, άλλωστε, φρόντιζε, ενισχυμένες με σιδερικά. Ζώνες αγνότητας για τις πόρτες όταν τ' αφεντικά κοιμούνται ή λείπουν.
Τον συνάντησα στην πόρτα τού μικρού μαγαζιού να φουμαίρνει ένα τσιγάρο. Μόλις με είδε, το γνώριμο χαμόγελο έλαμψε φαρδιά στο πρόσωπό του.

– Τι κάνεις εδώ, Γιώργο; τού λέω.
– Έπιασα δουλειά. Είμαι βοηθός τού κυρ Μίμη. Έχω και πολλά τυχερά, μού λέει και το βλέμμα του γίνεται πρόστυχο. Προχτές είχαμε πάει με τον κυρ Μίμη στου Λορεντζάτου να βάλουμε κλειδαριά.
– Καλά, αυτός δεν έχει πεθάνει εδώ και δυο χρόνια; του λέω.
– Ναί, έχει πεθάνει. Αλλά στο ισόγειο μένει μια Αγγλίδα. Μεγάλη γυναίκα, χήρα. Η κυρία Κάφρεϋ. Στις 2 το μεσημέρι, φεύγει ο κυρ Μίμης για φαϊ και μένω εγώ για να συνεχίσω τη δουλειά. Έρχεται κι η υπηρέτρια και μού λέει να πάω στην κουζίνα και πως η κυρία τής παράγγειλε να φάω καλά και να πιω κρασί.
– Κατάλαβα, του λέω, Γιώργο, τα 'φτιαξες με την υπηρέτρια κι έχεις τώρα γκόμενα στη γειτονιά.
– Κι όχι μονάχα αυτό, αλλά ...

Έπρεπε όμως να φύγω κι έτσι δεν άκουσα τις άλλες ιστορίες που τού συνέβησαν όσον καιρό ασκούσε το τυχερό επάγγελμα [του] βοηθού κλειδαρά.
Εκείνο τον καιρό δυο αδέρφια ήρθαν και πιάσανε το τρίτο σπίτι τού στενού. Ήταν Κρητικοί· ο Κώστας, που σπούδαζε δικηγόρος κι ο Γιώργος που σπούδαζε γιατρός. Ο Κώστας με μουστάκι, ο Γιώργος ξυρισμένος. Ψηλοί, σεμνοί, καλοντυμένοι και γελαστοί. Η γειτονιά τους αγαπούσε και, γενικά, όταν κανείς ήθελε ν’ αναφερθεί σε δαύτους, τοτς αποκαλούσαν «οι Κρητικοί». Πανεπιστήμιο και διάβασμα ήταν η ζωή τους στο τρίτο σπίτι τού στενου γνωστό σαν «της Σούζυ της Αρμένισσας». Προπολεμικά είχε πολύ όμορφο κήπο με τριανταφυλλιές. Στην κατοχή έβγαλαν τα λουλούδια και φύτεψαν ντομάτες.
Η Μπέμπα η Κρητικού γρήγορα έδειξε το ενδιαφέρον της γι’ αυτούς. Στην αρχή γενικό, αργότερα εντοπίστηκε στον δικηγόρο. Προχωρημένη ώρα τους είδαμε, αυτήν στο παράθυρο σκυμμένη, τα μαλλιά της, τα πιο καστανά που υπήρχαν, να χύνονται μπροστά και να γελάει σαν καταρράχτης κι αυτόν δίβουλο στην αρχή να μην ξέρει πώς ν’ αντιδράσει [και] μετά να κομπάζει. Ίσως και να πιστεύει πως είναι ο πρώτος που τού ’λαχε τέτοια τιμή.
Ο Γιωργοθανάσης μπλέχτηκε σ’ αυτή την υπόθεση.
Ο πατέρας της Μπέμπας, περιβολάρης στο μεγάλο κτήμα του Στούκα, που άρχιζε από τη Σούτσου κι η μάντρα του έφτανε στο Ινστιτούτο Παστέρ, είχε κρίση ρευματισμών εκείνες τις μέρες, οπότε αναγκάστηκε να μείνει σπίτι. Η Μπέμπα δεν τολμούσε να ξεμυτίσει! Μόνο ο Γιωργοθανάσης μπορούσε να βοηθήσει γιατί μπαινόβγαινε στο σπίτι της ελεύθερα και μάλιστα η κυρία Κρητικού εξακολουθούσε να τον φωνάζει Μπέμπη – κι ας ήταν 16 χρονώ.
Βοήθησε λοιπόν κι η καρδιά του σπάραζε γιατί ήταν ερωτευμένος μαζί της, όπως αλλωστε κι όλοι μας εκείνον τον καιρό. Το αποτέλεσμα ήταν να τον πουν ρουφιάνο κι η κυρία Σοφία η γυναίκα τού Διονυσόπουλου, του αστυφύλακα, τον είπε έκφυλο. Μετά πάλι τον έχασα για πέντε χρόνια, ώσπου ...

Ήταν νύχτα βαθιά, χειμώνας, τρεις και μισή κι η γειτονιά ξύπνησε από φωνές ξαφνικές που ερχόντουσαν απ’ το στενό. Σηκώθηκα, πλησίασα το πατζούρι κι έπιασα τον παρακάτω διάλογο:

– Μα δε βλέπεις, χριστιανέ μου, που το παιδί είναι ζαβό;
– Ζαβό, ξεζαβό, εγώ θέλω τα λεφτά μου.
– Ποιά λεφτά, δεν καταλαβαίνεις τι σού λέω;
– 300 δραχμές, κυρά μου, όσα έγραψε το ρολόι.
– Ψέμματα λέει, είναι απατεώνας, είπε μια τρίτη φωνή, που δεν είχε ακουστεί μέχρι τότε. Γνώρισα τη φωνή τού Γιωργοθανάση.
– Εσύ σκάσε, παλιομούλε, γιατί θα σε σφάξω.
– Για κάνε πως σφάζεις, κακομοίρη μου. Φυλακή θα σε χώσουνε που πας να εκμεταλλευτείς άρρωστο παιδί.

Δεν είχα πια καμιά αμφιβολία για τα πρόσωπα του περίεργου διαλόγου μες στη νύχτα. Άνοιξαν κάτι παράθυρα και στο φως που χύθηκε απ’ τη σάλα τής κυρίας Κρητικού φάνηκαν, στη μέση τού στενού, ο Γιωργοθανάσης, η θείτσα του κι ένας άγνωστος μεσήλικας που χειρονομουσε, δείχνοντας κάθε τόσο διαθέσεις να ορμήσει στον Γιωργοθανάση πού, πίσω από τη θείτσα του και πιο κοντά στην ξύλινη πόρτα του σπιτιού του –για να μπορεί να το σκάσει, όταν χρειαστεί– με το κεφάλι κάτω («ίσως και να χαμογελάει», σκέφτηκα), το φως έπεφτε τώρα στον μεσήλικα και δεν άφηνε να δεις το πρόσωπό του, κι αυτός, σκυμμένος καθώς ήταν, σήκωσε το κεφάλι, κοίταξε πρώτα τη θείτσα του, σαν για να σιγουρευτεί, μετά κοίταξε τον άλλον και ρούφηξε τη μύτη λες και έκλειvε μια τελετή – έτσι όπως έκανε όταν τον πρωτογνώρισα.

– Θέλω τις 300 δραχμές. Σ' όλη την Αθήνα με γύρναγε αυτός ο κακοποιός (κι έδειξε με μια πλατειά χειρονομία τον Γιωργοθάνάση που, στα άκουσμα της λέξης «κακοποιός» χαμογέλασε, φουσκώνοντας μάλιστα ελαφρά το στέρνο του), και μετά Πάρνηθα κι επιστροφή.
– Στο δικαστή, παλιοκερατά, θα δώσεις λόγο που τράβαγες το παιδί στην Πάρνηθα, νυχτιάτικα.

Ήταν η θείτσα τώρα που αγρίευε, η φωνή της πρώτα, ύστερα οι κινήσεις της καθώς έριχνε το σώμα μπροστά όπως στη λογχομαχία ή σαν πολεμικός χορός κι ο Γιωργοθανάσης να επιχαίρει, να παίρνει θάρρος κι απότομα να καγχάζει. Ο ταξιτζής μετακινήθηκε λίγο, μπήκε τώρα στο φως κι είδα την έκφραση στο πρόσωπό του, κι ήταν σαν να μην πίστευε στα μάτια του, η ραγδαία φωνή τής θείτσας σέ νότες στριγκές μοιάζαν κατηφόρες με χαλίκια που μόνο πέρδικες τις κατοικούν για ελάχιστο χρονικό διάστημα, όσο για να ερευνήσουν τον καιρό με το ράμφος. Πανάρχαιη φωνή σκλάβας που καθόλου πια δε φοβάται, η φωνή της θείας Ευρυδίκης. Ο Γιωργοθανάσης, ο απατημένος από γέννα, μ' ένα πόδι καμπύλο, γελάει τώρα κι ο ταξιτζής φεύγει απ' το στενό με το κεφάλι κάτω. Η θείτσα κοίταξε τον Γιωργοθανάση με θρίαμβο για ένα μοναχά δευτερόλεπτο· αστραπιαία, το βλέμμα της θόλωσε, τοv άρπαξε απ' τους ώμους απότομα, τον έσπρωξε μέσα στο σπίτι κι έκλεισε πίσω της την πόρτα.

Σαν αστραπή κυκλοφόρησε το νέο πως ο Γιωργοθανάσης, καιρό τώρα, παίζει στις λέσχες χαρτιά όλη νύχτα.

– Τι έγινε Γιώργο εκείνη τη νύχτα που σηκώθηκε στο πόδι η γειτονιά;

Τον έλεγα πια Γιώργο και του άρεσε, γιατί εκείνο το Γιωργοθανάσης ήτανε στίγμα όλα του τα παιδικά χρόνια μέσα στην κοροϊδία.
Άρχισε, λοιπόν, να μου διηγείται, όχι χωρίς κομπασμό, την ιστορία, αφού μου πρόσφερε κι ένα τσιγαράκι «Έθνος εξαιρετικά», λέγοντάς μου:

– Πάρε ένα. Είναι ελαφρά.

«Πάει καιρός», μου λέει, «που σχεδόν κάθε βράδυ πηγαίνω με τον Μάνο τον Κιτσικόπουλο στο μεγάλο καφενείο, στη λεωφόρο Αλεξάνδρας, στο τέρμα. Εγώ δεν παίζω, αλλά μ' αρέσει να βλέπω. Παρακολουθώ το παιχνίδι του Μάνου που είναι σαϊνι.

– Τί παιγνίδια παίζουν συνήθως;
– Πρέφα και κουμκάν.
– Καλά δεν τον πειράζει το Μάνο να κάθεσαι συνέχεια πλάι του ενώ παίζει;
– Αστειεύεσαι. Αυτός με παρακίνησε να κάθομαι εκεί γιατί με θεωρεί γούρικο.

Ένα βράδυ, ο Μάνος έχανε συνέχεια στο κουμκάν. Δεν είχε καθόλου ρέντα. Ήταν 12 και μισή κι είχε ρεφάρει. Ήξερε καλά πως άμα εύρισκε λεφτά να παίξει μία ωρίτσα ακόμη θα τον έκανε τον άλλο με τα κρεμμυδάκια. Μου δίνει λοιπόν δύο διευθύνσεις φίλων του και μου λέει να πάρω ταξί και να κάνω γρήγορα. Το ταξί θα το πλήρωνα στο τέλος με τα λεφτά που θα έβρισκα. Πρώτα πάω στη λέσχη.

– Ποιά λέσχη;
– Στην Ομόνοια, να βρω τον φίλο του που συχνάζει εκεί κάθε βράδυ.
– Καλά, πώς σ’ άφησαν να μπεις μέσα;
– Τους γνωρίζω όλους. Ο Λεωνίδας όμως δεν είχε πατήσει στη λέσχη.
– Ποιός είναι ο Λεωνίδας;
– Ο φίλος του Μάνου που θα μου 'δινε το χιλιάρικο.
– Και μετά τι έγινε;
– Τι θες να γίνει. Πήγα στη δεύτερη διεύθυνση, στην Κυψέλη, στην οδό Κερκύρας. Ψηλά, τέρμα Θεού. Κατεβαίνω, χτυπάω το κουδούνι, ξαναχτυπάω, να μη στα πολυλογώ βγαίνει αυτός ο φίλος του Μάνου στο παράθυρο, του λέω πως με στέλνει ο Μάνος γιατί θέλει ένα χιλιάρικο, μου λέει «μη φωνάζεις, θα ξυπνήσει η γυναίκα μου» κι ύστερα αρχίζει αυτός να φωνάζει:
– Ρε, μαλακισμένο, αν είχα ένα χιλιάρικο δε θα μ’ έβρισκες σπίτι μου. Απ’ τις φωνές ξυπνάει η γυναίκα του, βγαίνει σ’ άλλο παράθυρο κι αρχίζει να γαβγίζει.
– Φύγε από ’δω, μπάσταρδο, γιατί θα σου χύσω καφτό λάδι.

Ξαναμπαίνω, λοιπόν, στο ταξί και γυρνάω στο καφενείο. Ο Μάνος έχει φύγει, οπότε επιστρέφω σπίτι, λέω στον ταξιτζή «τώρα έρχομαι αμέσως με τα λεφτά». Χώνομαι στο κρεβάτι χωρίς να με πάρει είδηση κανείς και λέω με το μυαλό μου πως θα βαρεθεί και θα φύγει μιας και δε βλέπει κανέναν.

– Καλά, δεν πρόσεξε σε ποιά πόρτα μπήκες; Ρωτάω.
– Εκεί την πάτησα. Νόμιζα πως δεν είδε, γιατί ήταν θεοσκότεινα. Αυτός όμως αφού περίμενε κάνα δεκάλεπτο, άρχισε να βροντάει την εξώπορτα μέχρι που βγήκε η θείτσα μου ... Τα υπόλοιπα τα ξέρεις.
– Τά υπόλοιπα τα ξέρω, του λέω, όμως αυτό που δεν κατάλαβα είναι γιατί ζητούσε 300 δραχμές κι έλεγε πως σε πηγε στην Πάρνηθα.
– Γιατί ήταν απατεώνας, μου λέει, κι ήθελε να κονομήσει.

Συναντήθηκα μια νύχτα, 2 η ώρα, στην εξώπορτα του σπιτιού μου, με τον Μάνο, που γύρναγε απ' το καφενείο. Του ’πα για την ιστορία που μου ξεφούρνισε ο Γιωργoθανάσης σχετικά με το ταξί. Μ’ άκουσε χωρίς να διακόπτει, καπνίζοντας. Μετά έφτυσε με δύναμη, κάτι που συνήθιζε πριν αρχίσει να μιλάει.

– Το μπάσταρδο, λέει. Είναι όμως καλό παιδί κι έχει και πλάκα.
– Δηλαδή δεν είναι έτσι η ιστορία, Μάνο;
– Καλά, μου λέει, εσύ είσαι έξυπνος άνθρωπος. Είναι δυνατό να έστελνα τον Γιώργο μες στη μέση της νύχτας να μου βρει λεφτά;

Κι ύστερα, σκύβοντας προς το μέρος μου, και με χαμηλή φωνή:

– Ο Γιώργος έχει μια γκομενίτσα. Στο Μενίδι. Πήγε λοιπόν με ταξί και του ‘πε να, περιμένει. Στο μεταξύ τον έστησε τον ταξιτζή κανένα τρίωρο κι αυτός έκανε το κομμάτι του. Τη ζήτησε μάλιστα σε γάμο απ’ τον πατέρα της, ο αθεόφοβος!
Έφτυσε πάλι και με καληνύχτισε.

Τον Γιωργοθανάση δεν τον ξαναείδα. Άλλαξε γειτονιά.

[ (30 Δεκεμβρίου 1977) Δημοσιεύτηκε στο περ. Τραμ/9, Μάιο 1978 ]

Πεζά κείμενα (δημοσιευμένα)

Η μάχη του Azincourt

1200Px Francais 5054 Fol  11 Bataille Dazincourt 1415


– Τι μου θύμισες τώρα μ' αυτά τα τσιγάρα!

Έτσι είπα στον Μάρκο όταν άνοιξε το πακέτο του, ένα Santé άφιλτρο, και μου πρόσφερε ένα. Κόντευε μεσημέρι κι εμείς πίναμε τον εσπρέσο μας σε μια καφετέρια στου Χαροκόπου. Με τον Μάρκο γνωριζόμαστε από παιδιά, δεν ήμασταν ποτέ κολλητοί, όμως ή φιλία μας είχε αποδειχτεί στέρεη, έτσι που λέγαμε να κάνουμε μαζί μια δουλειά, να βάλουμε μπροστά μια μικρή αντιπροσωπεία.

– Τι μου θύμισες τώρα μ' αυτά τα τσιγάρα, ξαναείπα, και χωρίς να περιμένω απάντηση άρχισα την αφήγησή μου, ενώ εκείνος παράγγειλε και δεύτερο εσπρέσο.

Ήταν Μάρτης του 1942. Πείνα, Κατοχή. Χοντρή πείνα. Λίγο πριν από το μεσημέρι, ο πατέρας μου κι εγώ βγήκαμε απ’ το σπίτι μας στους Αμπελοκήπους, διασχίσαμε τον μικρό κήπο με τα ελάχιστα λουλούδια, γιατί ποιός είχε τότε όρεξη να καλλιεργεί λουλούδια, αν υπήρχε χώρος φύτευε πράγματα φαγώσιμα, όπως έκανε ο πατέρας μου, που είχε φυτέψει ρόκα και κάρδαμο και ντοματιές. Άνοιξε λοιπόν τη βαριά σιδερένια πόρτα, στρίψαμε δεξιά κι αρχίσαμε να περπατάμε. Τη σιδερένια πόρτα σ’ την αναφέρω γιατί ήταν ασυνήθιστα βαριά και συμπαγής για έναν τόσο μικρό κήπο αλλά και γιατί πολλές φορές στον ύπνο μου ακούω τον ήχο της, ένα χαρακτηριστικό τρίξιμο.
Είχαμε να κάνουμε πολύ δρόμο κι ύστερα μην ξεχνάς πόσο ήμασταν εξαντλημένοι από την πείνα. Στην πρώτη γωνία, το πιο όμορφο σπίτι της περιοχής. Η έπαυλη ΠΥΡΡΗ. Τότε στεγαζόταν το Φρουραρχείο των Γερμανών. Ιστορικό κτήριο. Τον Δεκέμβρη του ‘44, έγινε Φρουραρχείο του ΕΛΑΣ. Ο κήπος είχε φοίνικες. Λίγο πιο κάτω, ήταν το Μαιευτήριο της Έλενας. Στον χώρο έξω από το Μαιευτήριο μαζευόμασταν πολλά παιδιά και παίζαμε μπάλα. Εκεί και τελείωνε η γνωστή περιοχή. Πέρα από αυτό το σημείο δεν είχα ποτέ ξεμυτίσει.
Συνεχίσαμε, λοιπόν, στη Δεινοκράτους. Στα δεξιά μας κατέβαινε ο Λυκαβηττός. Τα δέντρα τότε ήταν για μένα πλάσματα ζωντανά που μιλούσαν μεταξύ τους αλλά και μαζί μου, έτσι ακολουθούσα τον πατέρα μου παραμιλώντας μέχρι που φάνηκε η Δεξαμενή. Στα δεξιά του δρόμου ήταν ένα ψιλικατζίδικο κι εκεί στη βιτρίνα του, καθώς χάζευα τα βάζα με τις χρωματιστές καραμέλες, είδα κάτι γκαζές ασυνήθιστα μεγάλες, άλλες θαμπές κι άλλες διάφανες. Υπήρχαν όλοι οι πιθανοί συνδυασμοί χρωμάτων. Έχασα τον μπούσουλα. Προσπαθούσα να δω ποιάν θα διάλεγα αν μπορούσα ν' αποκτήσω μία. Ο πατέρας μου, που είχε λιγάκι προχωρήσει, γύρισε να δει τι κάνω. Ήρθε στο πλάι μου, κατάλαβε που κατευθυνόταν το βλέμμα μου και με τράβηξε απότομα. Διασχίσαμε την πλατεία Δεξαμενής, κατεβήκαμε τα σκαλιά και βρεθήκαμε στην πλατεία Συντάγματος.
Μου είναι δύσκολο να σου περιγράψω τη σκηνή που ακολουθεί. Το συναίσθημα παραμένει ζωντανό, η απεικόνισή του όμως χωλαίνει. Ίσως γιατί χάθηκαν οι λεπτομέρειες. Στο μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη ήταν κόσμος μαζεμένος, άντρες και γυναίκες, δεκαοχτώ, είκοσι χρονώ. Πολλοί απ' αυτούς κρατούσαν ελληνικές σημαίες που τις ανέμιζαν, ενώ σε λίγο άρχισαν να τραγουδούν τον Εθνικό Ύμνο. Αυτό ήταν που μου έκανε και τη μεγαλύτερη εντύπωση. Υπήρχε πολύς ηλεκτρισμός στην ατμόσφαιρα.

«Είναι 25η Μαρτίου», λέει ό πατέρας μου, «κι ήλθαν οι φοιτητές να καταθέσουν στεφάνια».

Κοντοσταθήκαμε λίγο και κοιτάζαμε.

«Θα στείλουν τους μπουραντάδες να τους διαλύσουν. Ίσως χυθεί αίμα», ξαναλέει. Με πήρε απ’ το χέρι και συνεχίσαμε τη διαδρομή. Θυμάμαι τη μακριά, ατελείωτη μάντρα της Χωροφυλακής και τις σκοπιές στου Μακρυγιάννη. Κάποια στιγμή ξέφυγα απ' το χέρι του κι άρχισα να μένω πίσω. Ένας κόμπος είχε σταθεί στο λαιμό μου, κάτι δυσάρεστο και σχεδόν ασφυκτικό, που δεν μ' άφηνε να χαρώ τη διαδρομή, ούτε να συγκεντρωθώ στα παιχνίδια που έπαιζα στο μυαλό μου. Τελικά φτάσαμε στο σκοπό μας κατάκοπoι. Ήταν μια γκρίζα μονοκατοικία χωρίς κήπο. Χτυπήσαμε το κουδούνι και μας άνοιξε μια γυναίκα μεγάλη, αφύσικα ξανθή για την ηλικία της, έτσι τουλάχιστον μου είχε φανεί. Είχε κάτι ευχάριστο και χαμογελούσε.

– Και η κυρία ποιά ηταν; ρώτησε ο Μάρκος, που νόμιζα πως κοιμόταν γιατί δεν είχε διακόψει ούτε μία φορά.
– Ήταν η μητέρα μιας θείας μου εξ αγχιστείας. Θα την είχα συναντήσει δυο-τρεις φορές στη ζωή μου. «Καλώς τους», μάς είπε, «σας περίμενα». Μπήκαμε στην τραπεζαρία. Υπήρχε στρωμένο τραπέζι. Μας έβαλε και καθίσαμε. Επιτόπου πήγε στην κουζίνα κι έφερε τα φαγητά. Σούπα για τον εαυτό της και τον πατέρα μου κι ένα ρηχό πιάτο μακαρόνια για μένα. Τα μακαρόνια είχαν κόκκινη σάλτσα και μικρά κομμάτια αντσούγιας, καθώς και τρεις φέτες ψωμί αλειμμένες κι αυτές με αντσούγια. Ψωμί αληθινό όμως, όχι σαν την μπομπότα που τρώγαμε με το κολλημένο χαρτί. Ήταν όλα πολύ νόστιμα και τα έφαγα σε χρόνο ρεκόρ. Μετά παρακολουθούσα τους μεγάλους που τρώγανε. Κάποια στιγμη η θεία σηκώθηκε, πήγε μέσα και ξαναγύρισε αμέσως μ' ένα κόκκινο πακέτο τσιγάρα. «Αυτά για σένα, Γεράσιμε», του είπε και του τα 'δωσε.
Εκείνος το άνοιξε, έβγαλε ένα τσιγάρο, το άναψε και ρούφηξε τον καπνό με λαιμαργία.

– Τώρα κατάλαβα, λέει o Μάρκος. Διασχίσατε την Αθήνα με τα πόδια για ένα πιάτο φαî κι ένα πακέτο Santé.
– Αυτό ακριβώς, όσο κι αν φαίνεται απίστευτο.

Σταμάτησα για μια στιγμή, να πάρω ανάσα.

– Και μετά τι έγινε;
– Τίποτα δεν έγινε. Ή τουλάχιστον εγώ δε θυμάμαι τίποτα. Κάποια στιγμή φύγαμε. Έχει όμως σημασία ότι από τότε μου έμεινε μια παυλοφική αντίδραση για τα Santé.
– Τι εννοείς; Όποτε βλέπεις Santé, θέλεις να φας ένα πιάτο μακαρόνια;
– Όχι, βέβαια. Θέλω να πω πως το πακέτο έχει από μόνo του κάτι το ευχάριστο. Ίσως ό συνδυασμος των χρωμάτων: κόκκινο, χρυσό, πάλι κόκκινο, και στη μέση ένας γαλάζιος κύκλος. Μπορεί όμως και το γυναικείο ξανθό κεφάλι, μέσα στον κύκλο. Όπως και να το κάνουμε, υπάρχει μια χαρούμενη διάσταση και, γιατί όχι, ένα ονειρικό στοιχείο.
– Νομίζω πως υπερβάλλεις λιγάκι, λέει o Μάρκος.
– Όχι, καθόλου. ‘Υστερα μην ξεχνάς ότι αυτό το πακέτο δημιούργησε στον πατέρα μου ευφορία. Ήμουνα μικρός και δεν καταλάβαινα πολλά, ακόμη, όμως θυμάμαι την εκφρασή του όταν άναψε το πρώτο τσιγάρο. Βεβαίως και δεν του έλυσε το πρόβλημα· ούτως ή άλλως, από την επομένη κιόλας και σ' όλη τη διάρκεια της Κατοχής θα συνέχιζε να καπνίζει φτηνιάρικα τσιγάρα, που τ’ αγόραζαν χύμα από την κούτα.

Έγινε μια μικρη παύση.

– Κι ο γυρισμός; ρώτησε ό Μάρκος.
– Ο γυρισμός, βαρετός και μονότονος. Ίσως για να σπάσω αυτήν τη μονοτονία, στο σημείο που ο Λυκαβηττός κατεβαίνει μέχρι το δρόμο, έδωσα δυο δρασκελιές κι ανέβηκα στην πλαγιά. Μερικά μέτρα πιο πάνω. Ακούμπησα σ' έναν κορμό κι άρχισα να τοξεύω, να παριστάνω δηλαδη τις κινήσεις που κάνει ο τοξότης. Παράλληλα έβγαζα ήχους ανακατεμένους με λέξεις ακατάληπτες, που υποτίθεται πως ήταν ξενικές. Αυτό κράτησε μέχρι τρία λεπτά. Άρχισα να κατεβαίνω τρέχοντας, κάνοντας κινήσεις ξιφομαχίας με το αριστερό, με το όποιο κρατούσα το φανταστικό μου σπαθί, σαν να άνοιγα δρόμο ανάμεσα σε πολυπληθείς εχθρούς. Ο πατέρας μου περίμενε πιο κάτω.
– Καλά, δε σε ρώτησε τι σ' έπιασε ξαφνικά και χώθηκες στα δασάκι ή τι σήμαινε όλη αυτη η παντομίμα;
– Το θεώρησε φυσικό ότι ένα παιδί βαριέται και θέλει να εκτονωθεί. Όσο για την παντομίμα, όπως τη λες, ήξερε ότι επρόκειτο για τη μάχη του Azincourt.
– Τι σχέση έχει η μάχη του Azincourt, δεν καταλαβαίνω.
– Απο μικρός είχα μανία με την Ιστορία. Εκείνη τη χρονιά μου ’χε πέσει στα χέρια ένα παλιό γαλλικό βιβλίο Ιστορίας. Εγώ γαλλικά δεν ήξερα, αλλά το βιβλίο ήταν γεμάτο εικόνες. Μία από αυτές, πολύ εντυπωσιακή, απεικόνιζε μια μάχη κι από κάτω έγραφε «Azincourt, 1415». Ρώτησα τον πατέρα μου να μου εξηγήσει σχετικά κι εκείνος, αφού διάβασε το κείμενο, μου είπε πως επρόκειτο για μια μάχη που έγινε το 1415 στη βόρειο Γαλλία και ότι οι Άγγλοι με κόλπο νίκησαν τους Γάλλους. Δηλαδή παρέσυραν το βαρύ γαλλικό ιππικό σ' έναν βάλτο κι όταν άλογα και ιππότες κόλλησαν στη λάσπη, τότε Άγγλοι τοξότες, κρυμμένοι στα δέντρα απ’ το απέναντι δάσος, τους έριξαν έναν καταιγισμό από βέλη. Επιτέθηκαν, στη συνέxεια, οι Άγγλοι πεζικάριοι και τους αποτέλειωσαν.
– Κι εσύ με ποιούς ήσουν; ρωτάει ό Μάρκος.
– Με τους Άγγλους, επειδή ανέτρεψαν τα προγνωστικά, αφού πoλέμησαν 1 προς 5 και νίκησαν. Στον γuρισμό, λοιπόν, όταν φτάσαμε στον Λυκαβηττό, μου ήρθε στο νου μου το δάσος του Azincourt και θέλησα να παίξω τη μάχη σαν τελετοuργία, για να μπορέσουμε κι εμεις να νικήσουμε αυτούς τους ξένους πανίσχυρους στρατιώτες που μας παίρνουν το ψωμί απ’ το στόμα και δεν μας αφήνουν σε χλωρό κλαρί.

[ Aπό τον συλλογικό τόμο «SANTÉ»/15 συγγραφείς & ένα μυθικό τσιγάρο, Ύψιλον 1998 ]

Πεζά κείμενα (δημοσιευμένα)

Ένα τόσο δα πραγματάκι

«Δεν ήταν όμως μανίες, σκέφτηκε ο Μαριάνο, μάλλον μια κίνηση ενάντια στον θάνατο και την ανυπαρξία, να παγιώνεις τα πράγματα και τους χρόνους, να καθιερώνεις τελετουργίες και περάσματα μέσα στο χάος που ‘ναι τρύπιο και γεμάτο λεκέδες.»
Χούλιο ΚΟΡΤΑΣΑΡ, Καλοκαίρι


Ήταν μια ζεστή μέρα του Ιουλίου, λίγο μετά τα χαράματα, κι όλα έδειχναν πως το μεσημέρι το θερμόμετρο θα έφτανε ή θα πλησίαζε τους 40 βαθμούς. Η Αντιγόνη κι ο Λάζαρος με ταξιδιωτικούς σάκους σταμάτησαν στην Ιπποκράτους για να πάρουν ταξί. Ήταν ακόμη νυσταγμένοι κι έδειχναν αδημονία σαν να περίμεναν κάτι σημαντικό. Όταν ήλθε το ταξί και μπήκαν μέσα, ησύχασαν κάπως, κάθισαν αναπαυτικά, αφού τοποθέτησαν με προσοχή τους σάκους στα πόδια τους. Ό Λάζαρος πήρε το χέρι της, το ’βαλε μέσα στο δικό του κι ύστερα δεν ξαναμίλησαν σ' όλη τη διάρκεια της διαδρομής.

– Να, εδώ, της λέει, την ώρα που περνούσαν από το Πικέρμι, εδώ βρήκαν τους σκελετούς από τα μαμούθ.

Ήταν σαν παβλοφική αντίδραση κάθε που περνούσε απ' το Πικέρμι να θυμάται τα μαμούθ, επειδή στην προσχολική ηλικία είχε βρει ένα βιβλίο με εικόνες ελεφάντων και λεζάντες που έλεγαν «Μαμούθ της Πλειστοκαίνου Περιόδου που ευρέθη στο Πικέρμι, ύψους 3,50 μέτρων».
Κατέβηκαν στη Ραφήνα. Το καταμαράν ήταν εκεί και τους περίμενε. Πήγαν και ρώτησαν πότε θα φύγει. Σε μισή ώρα, τους είπαν. Μπήκαν σ' ένα καφενείο και παράγγειλαν παγωμένες λεμονίτες. Ένας ήχος διαπεραστικός, σαν κάτι κόρνες αυτοκινήτων που στριγκλίζουν πίσω ή πλάι απ' τον ανύποπτο διαβάτη και τον κάνουν ν’ αναπηδήσει, ακούστηκε πολύ κοντά τους. Ένας ηλικιωμένος ψηλός και εύρωστος είχε μπει στο μαγαζί. Ήταν προφανές ότι δεν ήξερε να παίζει. Απλώς φύσαγε μια νότα στη διαπασών που σε ξεκούφαινε και οι θαμώνες έβαζαν το χέρι στην τσέπη βιαστικά για να του δώσουν κάτι και να φύγει γρήγορα. Ο χώρος όμως ήταν μικρός και τα τραπέζια πολύ κοντά το ένα στο άλλο κι αυτός πήγαινε σε όλα, λες και είχε μια ειδική μελωδία για κάθε ένα. Κάποια στιγμή εσίγησε η έκκωφαντική κακοφωνία και μια σχετική ησυχία απλώθηκε στο μικρό μαγαζί.

*

– Λοιπόν, παιδιά, πώς ήταν το ταξίδι; ρώτησε ό Σωτήρης.
– Πολύ καλά. Άνετο και γρήγορο, απάντησε η Αντιγόνη και για τους δυο. Πήραμε το καταμαράν και δέκα η ώρα είχαμε φτάσει στο λιμάνι τής Τήνου.

Ο Σωτήρης ήταν φίλος και οικοδεσπότης τους, μιας και στη διάρκεια της παραμονής τους στο νησί θα έμεναν σε μια πέτρινη μικρή κατοικία με κουζίνα και μπάνιo, λίγο πιο κάτω απ’ το κυρίως σπίτι, εκεί που τώρα έτρωγαν, σε μια μακρόστενη τραπεζαρία. Το μέρος βρισκόταν επτά χιλιόμετρα μακριά απ' το λιμάνι, στα ανατολικά.

– Και στο σπίτι πώς ήλθατε; Βρήκατε ταξί να σας φέρει; Συνήθως αρνούνται να πάρουν κούρσα μέχρις εδώ, εξαιτίας αυτού του κωλόδρομου. Tο τελευταίο χιλιόμετρο εκτός από ανήφορος είναι και χωματόδρομος και γεμάτος κοτρόνες.
– Μας βοήθησε η μητέρα σου, λέει η Αντιγόνη. Δε θυμάσαι που μας είχες δώσει τη διεύθυνσή της για να τη δούμε και να μας βρει ταξί;
– Α, ναι, καλά λες. Και πώς ήταν η μάνα μου;
– Γιατί, έχεις καιρό να τη δεις;
– Τρεις μέρες.
– Καλά ήταν, λέει ο Λάζαρος. Μας περιποιήθηκε, μας έφτιαξε ωραία λεμονάδα, φυσικό χυμό, έκανε ένα σωρό τηλεφωνήματα για να βρει τον γνωστό της οδηγό κι επειδή δεν τον έβρισκε, βγήκε έξω, μέσα στους ήλιους και γύρισε μισή ώρα μετά, μαζί του.

Όταν τελείωσαν το φαγητό, ο Σωτήρης τούς οδήγησε στη μικρή κατοικία.
– Από αύριο θα ’σαστε μόνοι, τους είπε. Εγώ το πρωί φεύγω για την Αθήνα. Θα γυρίσω την Πέμπτη το βράδυ. Να μου ταîζετε το σκυλί. Δε γίνεται να το κλειδώσω μέσα στο σπίτι. Θα τ’ αφήσω ελεύθερο κι αυτό ξέρει. Έχει γίνει πολλές φορές, έτσι γίνεται χρόνια.

Ήταν περασμένα μεσάνυχτα της τρίτης μέρας της παραμονής τους στο νησί. Όπως και τα προηγούμενα βράδια, έτσι κι απόψε καθόντουσαν στη μικρή τσιμεντένια ταράτσα μπροστά στο σπίτι, σε πτυσσόμενες καρέκλες, μ' ένα τραπεζάκι ανάμεσά τους αλλά και χωρίς τις ανέσεις εκείνες που δημιουργούν καταναγκασμούς, χωρίς άγχος, με το ιώδιο της θάλασσας, μιας θάλασσας συνήθως λείας αλλά με ρεύματα που με κινήσεις σταθερές δημιουργούσαν νοητές ζώνες χρωμάτων, με την άπλότητα του τοπίου, στύλοι του ηλεκτρικού και ξεραμένα γαϊδουράγκαθα· μ' όλα αυτά, είχαν αρχίσει να χαλαρώνουν και να βγάζουν τον καλύτερο έαυτό τους.
Η Αντιγόνη σηκώθηκε, μπήκε μέσα κι άναψε το φως. Ο Λάζαρος την ακολούθησε. Κάθισαν στο κρεβάτι, ήταν έτοιμη να βγάλει το τζιν της όταν, ξαφνικά, το βλέμμα της στυλώθηκε στην ανατολική μπαλκονόπορτα. Πριν ο Λάζαρος προλάβει να καταλάβει τι εγινε, είχε ήδη σηκωθεί και στεκόταν τώρα μπροστά από το σημείο εκείνο.

– Ω Θεέ μου, είπε.

Τότε κι αυτός, σαν να αποσπάστηκε από τη μακαριότητά του, πήγε προς το μέρος της και είδε αυτό που κι εκείνη εβλεπε, αυτό που δεν θα ’θελαν να δουν και μάλιστα τώρα που τα πράγματα πήγαιναν καλά και θα πήγαιναν ακόμη καλύτερα.

Στον πρωτόγονο άνθρωπο ο φόβος κυριαρχούσε: Το ζωικό βασίλειο τού ήταν εχθρικό εως αποτρόπαιο, το φυτικό ήταν πηγή επιβίωσης αλλά και γεμάτο παγίδες, τα όπλα του ήταν ανίσχυρα, ανεπαρκή τα εργαλεία. Φόβος το σκοτάδι αλλά και τρόμος οι αστραπές. Σήμερα ο πανάρχαιος τρόμος έρχεται στα όνειρά μας, πότε σαν άμορφος εφιάλτης κι άλλοτε σαν απεικόνιση αρχετυπικών τεράτων. Όλα σχεδόν τα παιδιά φοβούνται το σκοτάδι και σε πολλά μέρη της Έλλάδας έτρεμαν τον μπαμπούλα, πλάσμα απροσδιόριστο, δηλωτικό του εφιάλτη, χθόνιο γιατί αναδυόταν συνήθως απ' τα υπόγεια. Τώρα μπροστά τους, στο ίδιο δωμάτιο μ' αυτούς, ένα πλάσμα χθόνιο, με κυρίως σώμα εξογκωμένο, σαν να το είχαν φουσκώσει με τρόμπα ποδηλάτου και μεγάλα, ευδιάκριτα τριχωτά πόδια, στεκόταν εκεί ακίνητο στο περβάζι και τους κοίταζε.
Τους κοίταζε, τρόπος του λέγειν δηλαδή, γιατί το πλάσμα απ' τη μια είχε κάτι το απειλητικό, με τον όγκο που έπιανε, απ' την άλλη όμως αυτή η απόλυτη ακινησία του άγγιζε τα όρια της φθοράς και του θανάτου. Τι μπορούσε να κοιτάζει αυτό το πράγμα, το χορτασμένο και ναρκωμένο, ίσως και πεθαμένο, αφού ούτε πόντο δεν είχε μετακινηθεί.

– Είναι φρικαλέο, δεν έχω ξαναδεί τέτοιο πράγμα, λέει η Αντιγόνη.

Σιώπησαν. Στάθηκαν εκεί για λίγο και το κοίταζαν.

– Πήγαινε φέρε μου τη μεγαλη σκούπα, λέει η Αντιγόνη που είχε πάρει την απόφασή της.

Ακούστηκε ένας γδούπος. Ο Λάζαρος είχε γυρίσει το κεφάλι και δεν κοίταζε.

– Πάει, το σκότωσα το τέρας, λέει η Αντιγόνη. Απίστευτο. Έλα να δεις πώς έγινε. Ένα τόσο δα πραγματάκι.

Το βράδυ τής επομένης καθόντουσαν σ' ένα μπαρ, σε μια στροφή τής παραλίας. Είχαν περάσει όλη τη μέρα στο χωριό Πύργος, είχαν επισκεφθεί το Μουσείο Τηνίων Καλλιτεχνών και το σπίτι του Γιαννούλη Χαλεπά. Θαμπώθηκαν μ' αυτά που είδαν και κατέφυγαν εδώ, για να τελειώσoυν τη μέρα τους μ' ένα ποτό.

– Μεγάλη έκπληξη κι αυτή σήμερα, ε; λέει ο Λάζαρος.
– Εννοείς τον Χαλεπά.
– Ναι. Πριν δέκα χρόνια ένας κριτικός τέχνης μού είχε πει πως είναι ο μεγαλύτερος Έλληνας δημιουργός των νεοτέρων χρόνων. Έτσι μού είχε πει κι εγώ το είχα τότε θεωρήσει υπερβολικό. Σήμερα κατάλαβα πως έχει δίκιο. Και θα σου πω γιατί. Είναι ο συνδετικός κρίκος μεταξύ αρχαίας και σύγχρονης Ελλάδας.

– Εσύ τα συνδέεις όλα με την Ιστορία, λέει η Αντιγόνη. Εγώ λέω πως τέτοια τραγική αίσθηση και τόση ομορφιά δεν εχω ξαναδεί.
– Καί ξέρεις. Η τελευταία του κατοικία ήταν στη Δαφνομήλη. Ένα διώροφο που ανήκε στην ανιψιά του.
– Το ξέρω. Αφού εγω σ’ το έδειξα για πρώτη φορά. Θυμάμαι μάλιστα την επιγραφή ψηλά στον τοίχο. «Εδώ έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του ο Γιαννούλης Χαλεπάς».
– Θέλεις να πιούμε ακόμα ένα τζιν;
– Αυτό θα σου πρότεινα κι εγώ.

Το μπαρ είχε ατμόσφαιρα, όμως απ' έξω, σύρριζα με τα παράθυρα, που ήταν ορθάνοιχτα για να μπαίνει η δροσιά, περνούσαν φορτηγά με κομμένη την ανάσα.

– Τι τράβηξε ο καημένος, λέει η Αντιγόνη.
– Ας είναι καλά η μανούλα του. Απ’ την πολλή αγάπη, ήθελε ο γιός της να γίνει βοσκός για να τον έχει κοντά της.
– Γιατί κι ο πατέρας πάει πίσω; Αυτός φρόντισε για τον εγκλεισμό του.
– Πόσα χρόνια κάθισε στο ψυχιατρείο; ρωτάει ο Λάζαρος.
– Δεκατέσσερα χρόνια στο ψυχιατρείο της Κέρκυρας. Και σκέψου λιγάκι τις συνθήκες στα ψυχιατρεία εκείνης της εποχής!
– Ψυχρολουσία, δέσιμο. Η αγάπη των γονέων σκοτώνει καμιά φορά.
– Απ' ό,τι λένε, πάντως, ο θάνατος της μάνας του τού έλυσε τα χέρια. Μόλις πέθανε αυτή, εκείνος άρχισε να δουλεύει ασταμάτητα σα να ήθελε να κερδίσει τον χαμένο χρόνο.

Την επόμενη μέρα, Παρασκευή, αποφάσισαν να φύγουν απ' του Σωτήρη, έτσι γι’ αλλαγή. Διάλεξαν κάτι διαφορετικό, ένα ξενοδοχείο σαν κι αυτά που υπάρχουν στη Ρόδο, στην Κρήτη και σε άλλα παραλιακά μέρη. Θα μέναν μόνο δυο μέρες, τόσο άντεχε η τσέπη τους. Το ξενοδοχείο ήταν πάνω στη θαλασσα, τρία χιλιόμετρα από το λιμάνι. Δεν είχε την καταπληκτική θέα που είχε το σπίτι του Σωτήρη, υπήρχε όμως, σαν αντιστάθμισμα, πισίνα, εστιατόριο και μπαρ.

– Είχαμε δεν είχαμε, καταλήξαμε στον πολιτισμό, λέει η Αντιγόνη. Κάθονται σε πάνινες πολυθρόνες στη σκεπαστή βεράντα που βλέπει στην πισίνα.
– Το τέρας που σκότωσες, ήταν τρεις φορές πιο μεγάλο από μια ταραντούλα που είχα δει στην Ύδρα, μέσα σ' ένα σπίτι. Έτρεχε σαν τρελή πάνω στα πλακάκια του μπάνιου.
– Η δική μας είχε περίεργο χρωμα. Μαύρο με μπεζ ρίγες. Ίσως να ανήκει σε κάποιο σπάνιο είδος.
– Τώρα δεν ανήκει πουθενά, λέει ο Λάζαρος.

Ανέβηκαν στο δωμάτιό τους. Ο Λάζαρος έψαξε στο μπάνιο, στις ντουλάπες, στα κομοδίνα, όπου τέλος πάντων υπήρχαν συρτάρια, μήπως και το τέρας ήταν εκεί, παρόλο που η Αντιγόνη τον διαβεβαίωνε πως το ’χε σκοτώσει, το είχε δει με τα μάτια της, ένα τόσο δα πραγματάκι.
Κάναν ερωτα σαν μανιασμένοι, λες και βγάζαν το άχτι τους ή σαν να θέλαν να ξορκίσουν ένα κακό που δεν μπορούσαν να προσδιορίσουν αλλά και δεν ήταν βέβαιοι πως υπάρχει.
Οι θόρυβοι στο ξενοδοχείο είχαν καταλαγιάσει και τα πλακάκια στον βυθό της πισίνας έλαμπαν κάτω απ’ τα ισχυρά φώτα.

[ Από τον συλλογικό τόμο Μικρή ζωολογία, Εκδόσεις Πατάκη 1998 ]

Εικονογράφηση Βασίλης Σπεράντζας
Εικονογράφηση Βασίλης Σπεράντζας

[ Άτιτλο όνειρο ]

Μπήκαμε σ᾽ένα παλιό σπίτι. Φτάσαμε στον τρίτο όροφο. Ήταν το σπίτι του Μάρκου. Η πόρτα ήταν ανοιχτή και βρεθήκαμε σε μια τραπεζαρία. Εκεί, κατά λάθος, χάλασα το τραπέζι που είχε πολλά επίπεδα κι ήταν καλυμμένο με τραπεζομάντιλο. Η Μαρία ανέλαβε να το φτιάξει κι ύστερα βγήκαμε παλι στον διάδρομο, όπου αμέσως άνοιξε η πόρτα του πλαϊνού διαμερίσματος λες και μας παρακολουθούσαν απ’ το μάτι και μια κοπέλα μαύρη μάς είπε να μπούμε μέσα να μας κεράσει γιατί ήταν η εθνική εορτή του Σουδάν. Στις ελαφρές διαμαρτυρίες μας ότι δεν είμαστε, τάχα, καλεσμένοι, επέμεινε λέγοντας πως δεν πειράζει. Μας έδωσε μάλιστα ένα μικρό πακέτο των δέκα, εγγλέζικα τσιγάρα. Κοιτάζοντάς το, το βρήκα γνώριμο. Βίασα λίγο τη μνήμη μου και θυμήθηκα ότι με τα πακέτα αυτά, όπως και με άλλα, παίζαμε τα χαρτόνια, λίγο μετά τον πόλεμο, στην αλάνα πίσω απ’ τ’ ανατολικά γκολπόστ του γηπέδου του Παναθηναϊκού. Μετά βρέθηκα στην οδό Ηροδότου. Η Mαρία είχε πάει σπίτι της, στην Υψηλάντου. Εκεί με σταμάτησε ένας εργάτης και μου ζήτησε να τον βοηθήσω. Συγκεκριμένα να σημειώσω κάτι με το bic μου στο δρόμο, να σημαδέψω ένα νοερό σημείο. Ρώτησα για περισσότερες εξηγήσεις, μιας και δεν τα καταφέρνω στα τεχνικά κι έσκυψα για να κάνω δοκιμαστικά τη δουλειά, όπως μου την είχαν δείξει. Καθώς ανασηκώθηκα, είδα πίσω μου ακριβώς άλλον έναν εργάτη με ξύλινο πόδι κι έναν τρίτο, καλοντυμένο με μαύρο μούσι και μουστάκι, 35 περίπου χρόνων. Ο τελευταίος αυτός μου ’δωσε πολλά να καταλάβω. Η φάτσα του μαρτυρούσε κάτι διαφορετικό απ’ αυτό που προσπαθούσε να δείξει. Ο άνθρωπος εκείνος δεν μπορούσε να είναι, αποκλείεται να ήταν εργολάβος ή μηχανικός: ήταν απατεώνας. Η υποψία μου όμως αυτή έγινε βεβαιότης, όταν είδα ξανά το ξύλινο πόδι τού δεύτερου εργάτη. Κατάλαβα ότι θα με σκότωναν. Θα με χτύπαγε από πίσω στο κεφάλι ο εργάτης με το ξύλινο πόδι την ώρα που, εγώ, σκυμμένος, θα έκανα τη δουλειά. Και δεν ήταν δολοφόνοι. Κάποια ληστεία προετοίμαζαν κι εγώ, επειδή θα ’χα δουλέψει λίγη ώρα μαζί τους, θα τους ήξερα, θα ήμουν ο μόνος, άλλωστε, που τους είχε δει από κοντά. Ήταν αναγκασμένοι, λοιπόν, να με σκοτώσουν για να σωθούν ...

Μετά, βρέθηκα να κρατώ απ’ τον ώμo τον Αζναβούρ και να μιλάμε ασταμάτητα. Για μουσική και για πολλά άλλα θέματα.

[ Από τον συλλογικό τόμο Παρά δήμον ονείρων, Καστανιώτης 1991 ]

Πεζά κείμενα (δημοσιευμένα)

Το τραμ το 11

«Eίναι μια άνοιξη που την πουλούν στις αγορές». Αλμπέρ ΚΑΜΥ, Η πανούκλα

Εκείνη, λοιπόν, την ημέρα του Απριλίου, το έσκασα απ’ το σχολείο, πέρασα στο τέρμα Αμπελοκήπων απέναντι κι άρχισα να κατηφορίζω την Aλεξάνδρας. Την τσάντα μου την είχα αφήσει σ’ ένα μέρος που μόνο εγώ ήξερα, γιατί θα με δυσκόλευε αν την είχα μαζί μου. Έφτασα στο τέρμα Ιπποκράτους. Εκεί ήταν n αφετηρία του τραμ 10 που έγραφε «ΒΟΤΑΝΙΚΟΣ» και του 11 που έγραφε «ΚΟΛΟΚΥΝΘΟΥ».
Το 10 ήταν κιόλας εκεί κι ετοιμαζόταν να φύγει. Σε λίγο ήλθε το 11. Εγώ ανέβηκα στο πεζοδρόμιο κι έκανα τον αδιάφορο. Ακριβώς την ώρα που ξεκινούσε πρόλαβα και σκαρφάλωσα στο πίσω μέρος του, πάνω στn ρυμούλκα.
Κατεβήκαμε την Ιπποκράτους και στρίψαμε δεξιά στην Πανεπιστημίου. Γρήγορα όμως ξαναστρίψαμε αριστερά κι όλα μου ήταν άγνωστα. Πoλλά μαγαζιά στον ίδιο δρόμο, πουλούσαν πράγματα διαφορετικά: βότανα, μπαχαρικά, σανό, μπογιές, εργαλεία. Πόσο αλλιώτικη ήταν η λαϊκή αγορά στην Αλεξάνδρας, στα προσφυγικά. Ειδικά τον χειμώνα γινόταν ένα φάντασμα.
Όταν έβρεχε όλα ήταν λάσπη και μάζευαν τα καφάσια κι έβλεπες παντού να κρέμονται χράμια και τσουβάλια. Τώρα εδώ, σε τούτη την αγορά, μύριζε σανό και μου ’ρχόταν να κατέβω και να περιπλανηθώ, δεν ήταν όμως γειτονιά γιατί δεν υπήρχαν κήποι, ούτε σπίτια, ούτε αλάνες, ούτε παιδιά να παίζουν, αφού περνούσε το τραμ, κι από ’κει που περνάει το τραμ δεν μπορείς να παίζεις, το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να το περιμένεις στη γωνία και μόλις κόψει ταχύτητα να το καβαλήσεις κι όταν βαρεθείς, κατεβαίνεις και μάλιστα πριν σταματήσει, κατεβαίνοντας «εν κινήσει», όπως λένε, ρίχνοντας πίσω το σώμα για να μην τσακιστείς.
Έτσι κάναμε με τον Γιάννη δύο ολόκληρα απογεύματα. Ο Γιάννης είναι ο μεγάλος αδελφός του Nίκoυ, εκείνου του μπασμένου που στο δίτερμα τους περνάει όλους, έναν έναν στη σειρά, βάζει και γκολ κι ύστερα επιστρέφει στη μικρή περιοχή της ομάδας του κι από ’κει, σίγουρος πια, πιάνει τ' αχαμνά του και με φωνή βραχνή φωνάζει στον αντίπαλο τερματοφύλακα: «Σε ξεφτίλισα, ρε!». Μ' αυτουνού τον αδελφό, λοιπόν, πηδούσαμε από το ένα τραμ στο άλλο μέχρι να νιώσουμε σίγουροι. Αλλά τι σιγουριά να νιώσεις πηδώντας από ένα τραμ που τρέχει και τα μικρά xαλίκια που ’χουν χωθεί μέσα στις ράγες πετιούνται σαν δαιμονισμένα οριστερά και δεξιά.

Tώρα κατηφορίζουμε ελαφρώς, διασχίζουμε έναν μεγάλο δρόμο, μπαίνουμε σε άλλη γειτονιά. Πολλά σπίτια γράφουν απέξω «ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟΝ» και πάλι δεν παίζουν παιδιά, δεν είναι γειτονιά για παιδιά, είναι για γυναίκες· βλέπω κιόλας μερικές στα παράθυρα. Καπνίζουν. Πάλι το τραμ στρίβει, μια επιγραφή πάνω στο δρόμο γράφει «ΛΕΝΟΡΜΑΝ».

Ύστερα τίποτα. Ούτε σπίτια, ούτε κόσμος. Φτάσαμε στο τέρμα κι εγώ κατέβηκα κι έκανα μερικά βήματα να ξεμουδιάσω. Μπροστά μου, καθώς κοίταζα τα βουνά που κλείνουν τον ορίζοντα, απλωνόντουσαν λαχανόκηποι. Δεν ήξερες πού αρχίζουν και πού τελειώνουν, γιατί δεν υπήρχαν μάντρες, oύτε άλλα διαχωριστικά. Xώθnκα μέσα και ξάπλωσα. Πρέπει να ’χαν ποτίσει κι έκανε δροσιά.
Ήταν όμορφα, γιατί παντού απλωνόταν μια μεγάλη σιωπή από λάχανα κι από σπίτια που δεν φαινόντουσαν, τα φανταζόμουν όμως κάπου κοντά, απ’ τη μεριά που πέφτει ο ήλιος, σπίτια μικρά κι ασβεστωμένα, ίσως και κανένα διώροφο με σκάλα εξωτερική, σιδερένια και στριφογυριστή στο πίσω μέρος του ...
Ξύπνησα από ένα θρόισμα. Ταράχτηκα, γιατί δε θυμόμουν πoύ ήμουν. Πρόλαβα να δω μια γυναίκα που ερχόταν απ’ το βάθος. Έβλεπα τα πόδια της ανάμεσα απ’ τα λάχανα. Ήταν ξυπόλητη. Περίμενα λίγο, κι όταν έκανε μεταβολή κι άρχισε ν’ απομακρύνεται, σηκώθηκα, τίναξα το φρέσκο χώμα από τα ρούχα μου και κατευθύνθηκα προς το τέρμα του τραμ. Βολεύτηκα στη ρυμούλκα, καθιστός αυτή τη φορά για να μη γίνω στόχος του εισπράκτορα κι άρχισε το ταξίδι του γυρισμού.
Την άλλη βδομάδα πέφτουν οι διακοπές του Πάσχα και θα ’χω τον καιρό να κάνω όλες τις διαδρομές. Αυτή που με κάνει να φαντάζομαι πράγματα είναι η διαδρομή με το τραμ το 4, που γράφει «ΡΟΥΦ». Όλα να τα περιμένεις από ένα τέτοιο όνομα.

[ «Ένα εαρινό συμβάν της ζωής μου -- Μια προσωπική ματιά από 15 Έλλnvες συγγραφείς».
Ένθετο «Βιβλιοθήκη» της εφ. Ελευθεροτυπία, 27 Απριλίου 2000 ]

ΣΧΕΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
 

αυτόν τον μήνα οι εκδότες προτείνουν: