Ο Μουνυιγκούμπα, ιστορικός αρχηγός της Τανζανίας, σοφός άνθρωπος, ευλογημένος από τις θεότητες και υπερασπιστής της ελευθερίας, πριν πεθάνει είπε στο γιό του Μκουάουα, φυλετικό ηγέτη των Ουαχέχε: «Όταν ο πελαργός φέρει το άσπρο ψάρι να ξέρεις ότι αυτό είναι το σημάδι να ξεκινήσει ο αγώνας ενάντια στους Γερμανούς αποίκους». Η κουβέντα αυτή του Μουνυιγκούμπα ακατανόητη ακούστηκε στον γιό του και σε όσους φυλάρχους αυτός την εκμυστηρεύτηκε. Ο σοφός Μουνυιγκούμπα επέμεινε και το ίδιο πράγμα επαναλάμβανε, μέχρι που ξεψύχησε, χωρίς να δώσει περαιτέρω εξηγήσεις.
Πράγματι, μια μέρα, σύμφωνα με τα γραπτά του Έντουαρντ Τουίνινγκ, διπλωμάτη και αργότερα κυβερνήτη της Τανγκανίκας, ένας ολόλευκος πελαργός άφησε τα αυγά του κοντά στην λίμνη Τανγκανίκα, πάνω σε μια μεγάλη πέτρα για μην κινδυνεύουν από τα φίδια και άλλα αρπακτικά. Ένα από τα αυγά παρασύρθηκε από τον δυνατό αέρα, κατηφόρισε πάνω στα χόρτα και τις πέτρες της ακτής και κατέληξε στα νερά της λίμνης. Μόλις ο πελαργός αντιλήφθηκε την απώλεια του αυγού του, άρχισε να πετά επίμονα πάνω από την λίμνη και το χαμένο του αυγό θρηνούσε. Τότε η θεότητα Μουλάι, η ανώτατη θεότητα της Τανζανίας, δημιουργός του κόσμου και των ανθρώπων, λυπήθηκε τον πελαργό, ένιωσε την αγωνία και τη λύπη του για τη μεγάλη απώλεια και αποφάσισε να σώσει το μικρό έμβρυο, που είχε ήδη σχηματιστεί μέσα στο αυγό, μεταμορφώνοντάς το σε ψάρι, ένα κατάλευκο ψάρι που αμέσως μόλις έσκασε από το αυγό του πελαργού άρχισε να κολυμπά με δύναμη δεξιά και αριστερά και να πετάγεται ψηλά, πάνω από τα νερά της λίμνης.
Οι ψαράδες ξαφνιάστηκαν, δεν είχαν δει ποτέ ξανά ένα κατάλευκο ψάρι και αμέσως ενημέρωσαν τον αρχηγό τους τον Μκουάουα. Αυτός, χωρίς δεύτερη σκέψη, έβαλε με προσοχή το κατάλευκο ψάρι σε ένα μεγάλο ζωγραφιστό πήλινο δοχείο και το μετέφερε στον τάφο του πατέρα του, με τη συνοδεία όλων των ψαράδων της λίμνης και όλης της φυλής Ουχέχε. Μόλις το ακούμπησε πάνω στον τάφο του πατέρα του, από το άνοιγμα του πήλινου δοχείου ξεπήδησε φως, το δοχείο έσπασε σε χίλια κομμάτια και ένας κατάλευκος πελαργός βγήκε από μέσα του και πέταξε ψηλά. Ο πελαργός, αφού έκανε ένα μεγάλο κύκλο πάνω από τους έκπληκτους ψαράδες, άπλωσε τα φτερά του ισορροπώντας ακίνητος στον αέρα, και από το στόμα του χιλιάδες μικρά ψάρι λευκά με κίτρινο ρύγχος άρχισαν να εκτοξεύονται προς διάφορες κατευθύνσεις και σαν σύννεφο έφτασαν όλα μαζί πάνω από την λίμνη Τανγκανίκα και βούτηξαν με θόρυβο στα νερά της. Η λίμνη αναταράχτηκε, κύματα σηκώθηκαν πελώρια και στις ακτές έσκασαν. Οι Ουχέχε γονάτισαν εμπρός στο απρόσμενο αυτό γεγονός που σαν θαύμα έμοιαζε. Τότε ο Μκουάουα αποκάλυψε την ρήση του πατέρα του σε όλους, ήταν η μέρα που οι Ουχέχε ξεκίνησαν τον αγώνα ενάντια στο Γερμανό άποικο, κρατώντας γαλάζιες σημαίες που στο κέντρο τους ήταν ζωγραφισμένο ένα μεγάλο άσπρο ψάρι με φτερά πελαργού. Με το πέρασμα του χρόνου και μετά την αγγλική διακυβέρνηση το μόνο που απόμεινε στο εθνόσημο της Τανζανίας από τις επαναστατικές σημαίες, είναι ένα μπλε περίγραμμα που θυμίζει νερό και μέσα του δυο έντονες λευκές γραμμές που μοιάζουν με φτερά πελαργού οι οποίες, συγκλίνουν η μια με την άλλη σχηματίζοντας το σχήμα του λευκού ψαριού.