O Gerhard Rosenkrone Schjelderup στο Slottsparken

O Gerhard Rosenkrone Schjelderup στο Slottsparken
Ce95260Ff9953706Afb4C9Ea77Ff794A082Cc777

Εκείνος που θα φύγει είναι αυτός εδώ τώρα. Παρήλθαν οι θερμές μέρες, γυμνώθηκαν τα δέντρα στον Βασιλικό Κήπο. Η οσμή των πεσμένων φύλλων τον συγκινεί: υπόσχεται ζωήν αιώνιον. Εξέρχεται του στεριανού οίκου του, όπου η οικονόμος σκουπίζει καθημερινά τα πεσμένα φύλλα του πριν περάσει στην κουζίνα προς ετοιμασία του φαγητού της ημέρας. Διαβιών λοιπόν εις την πρωτεύουσα, ευπρεπώς ενδεδυμένος εξέρχεται. Να ταιριάζει η εμφάνισή του στο ακυμάτιστο του Βασιλικού Κήπου. Η λευκή γενειάδα του ισούται με το μήκος του σκότους των ημερών του ελαύνοντος χειμώνος. Θα ψαλιδιστεί και μικρές τούφες θα πέσουν γύρω του, φυλλοβόλο δέντρο ο άνθρωπος όταν έχει πια λευκανθεί. Κάθεται στο παγκάκι ώστε να αναγνωριστεί ως ο μόνος τρόφιμος του Βασιλικού Κήπου μεταξύ των πεσμένων φύλλων. Φέρει το ημίψηλό του ως σημείο διάκρισης. Φέρει και το εβένινο μπαστούνι του με την αργυρή λαβή ως απόκτημα ζωής. Γυαλισμένα τα υποδήματά του, δεν διακρίνεται η σκόνη του βίου. Μαύρα τα χειρόκτια, ταιριαστά με τα υποδήματα και το ένδυμα. Εξαιρετικό ύφασμα, εξαιρετικός ο ράφτης που το έραψε επί μέτρω.

Εξέρχεται αθορύβως, ανεπαισθήτως προ του δειλινού, αυτή την εποχή παύσης της ανθοφορίας. Δεν αποφάσισε να εκτεθεί προς απόδειξη αναχώρησης. Το σώμα είχε αποφασίσει προ καιρού την αναχώρηση. «Πώς είναι δυνατόν», απορούσε, ως το σώμα να είχε απομακρυνθεί πράγματι και εκείνος να ήταν ασυντρόφευτος. Σε ώρες ησυχίας, σε ώρες ύπνου, άνοιγε τα μάτια του. Λες και περίμενε πως θα έβλεπε κάποιον και πως η έκπληξη θα έπαυε, θα γινόταν αφορμή βόμβου κυψέλης, κάποιας αιτιολόγησης ότι αυτό είναι δυνατόν. Χρειάστηκε να περάσει τέτοιο προκαταρκτικό, ας το πούμε έτσι, στάδιο. Στάδιο προετοιμασίας ορθότερα. Μια μέρα, σαν έτοιμος πια, είχε βρει την απάντηση «είναι δυνατόν». Άρχισε λοιπόν, υπό το άοκνο του σώματος, να μεριμνά για την αναχώρηση. Τα αποκτήματα τον ενοχλούσαν. Μοίρασε τα αποκτηθέντα. Ήταν πολλά. Πολλά περισσότερα από όσα είχε υπολογίσει. Τα αποχωρίστηκε ταχέως, ο χώρος ανάπνευσε. Τα τακτοποίησε σε κιβώτια, τα έδιωξε. Έφυγαν γρήγορα. Τώρα αισθάνεται πως αποχωρίστηκε ένα μέρος της σαρκός του, έσβησε αναμνήσεις και αποδείξεις αναμνήσεων και πεπραγμένων, αυτά τα πιστοποιητικά που διατηρούσε προς άμεση επίδειξη. Και με την ικανοποίηση –με την έπαρση μάλλον– ότι τα είχε και δεν υπήρχε αμφισβήτηση επί τη εμφανίσει τους. Είχε τόσα πολλά, λίγοι μπορούν να αποδείξουν ότι έχουν τέτοιον αριθμό και τέτοια ποικιλία. Δεν αισθάνεται θλίψη, ούτε αναπηρία επειδή τα αποχωρίστηκε. Δεν άφησε υποχρεώσεις πίσω μου, πάει να πει σε εκείνους που δεν πρόκειται να αναχωρήσουν πριν από αυτόν. Σκέφτηκε πως δεν είναι υποχρεωμένοι να φέρουν το βάρος του στους ώμους τους, να το κουβαλούν κατά τη διάρκεια του βίου τους. Σκέφτηκε πως ήταν καλό να τους αφήσει ελεύθερο χώρο στον χώρο του. Σκέφτηκε πως θα βρουν χώρο να ορίσουν τον χώρο τους. Δίχως ίχνη του, αφού τα αποκτηθέντα του θα τους ήταν ξένα.

Το σώμα επικροτεί αυτά τα πεπραγμένα. Κοπιάζει λίγο, κουράζεται λίγο. Λίγο περισσότερη κούραση από την κούραση προ εβδομάδος, προ μηνός. Δεν το ομολογεί, δεν το δείχνει, το λέει μέσα του. Το μυαλό χάνεται στιγμιαίως στο πρόσφατο παρελθόν του, ξεχνάει διαδρομές, αναρωτιέται αν ο δρόμος που πήρε είναι ο δρόμος που γνωρίζει. Ανησυχεί πως δεν γνωρίζει εκείνο που μόλις πριν λίγο είχε γνωρίσει. Εύκολα διολισθαίνει στο τετελεσμένο παρελθόν του. Αυτό θυμάται όλο και πιο φανερό, αυτό επανέρχεται κάθε στιγμή και εγκαθίσταται ανεπαισθήτως ως μη αναμενόμενο, όχι πάντως οχληρό. Ούτε δυσάρεστο, ακόμα και αν πρόκειται για κάτι δυσάρεστο. Ο χρόνος έχει αφαιρέσει την ύλη του και τον χρόνο του, έχει μεγεθύνει την αυτοτέλεια και την θαλπωρή του. Αυτό θέλει να πει πως υπήρξε και πως εδώ, κατά την έναρξη της εξόδου, υπάρχει συνοδεία και παραμυθία και κατανόηση. Η γεύση του σημερινού φαγητού εξαφανίζεται λίγο μετά το φαγητό, η γεύση κάθε φαγητού εμφανίζεται ως παρόν, ενώ πρόκειται για βαθύτατο παρελθόν. Δεν είναι γεύση που θυμάται, είναι βεβαιότητα μιας γεύσης που έμεινε εντός του και τον έχει κληρονομήσει. Η γεύση εκείνη –ως μόνη– έρχεται ενώπιόν του, αυτή τον καλεί να την επιβεβαιώσει, λες και γίνεται να την αρνηθεί. Ας μη φοβάται: δεν θα αρνηθεί τον εαυτό του. Ούτε θα αρνηθεί ότι χωρίς αυτήν δεν αναγνωρίζει τον εαυτό μου. Το ίδιο για την όσφρηση και την αφή. Η όραση έχει περιοριστεί, δεν του χρειάζεται: βλέπει τα πάντα σε όλο το μήκος του χρόνου του μέχρι βαθέος σκότους.

Με άλλα λόγια, η έξοδος έχει τεθεί σε κίνηση. Μπορεί να μην έχει τεθεί σε κίνηση, είναι σαν να έχει τεθεί σε κίνηση. Αργή νομίζει, όχι όμως ξένη, ούτε φορτική. Εγγύς, αν όχι παρούσα. Δηλούσα πάντως την παρουσία της, η άφιξή της δεν αναβάλλεται, όσο και αν –κατά την άγνοιά του– καθυστερεί. Είναι επί της υποδοχής, επί τη υποψία της άφιξής της. Και επί της συνοδοιπορίας μετά τα τυπικά, όπως η αμοιβαία χειραψία, το σταθερό υπομειδίαμα της αμοιβαίας αναγνώρισης, η ανταλλαγή συντόμων φράσεων δίκην αμοιβαίας φιλοφρόνησης, ο συντονισμός των βημάτων. Η κάποια βραδύτητα του βηματισμού, εξαιτίας των εξηγήσεων που θα δίνει εκείνες τις στιγμές, ορισμένες έτοιμες ήδη, αλλά βέβαιο είναι πως θα διαφέρουν από εκείνες που θα παρουσιάσει. Θα διαφέρουν εξαιτίας του ενδιαφέροντος ή της απαξίας που η έξοδος θα επιδεικνύει. Θα διαφέρουν εξαιτίας του χρόνου που θα του χρειάζεται προς περιγραφή της πλήρους εικόνας, της απόδειξης διά τον τύπον των ήλων, όσων επιτέλους πιστεύει πως έχει διαθέσιμους. Αυτά εν τη ρύμη του λόγου.

Δεν πρόκειται να υπάρξει εχθρότητα, ούτε αμφισβήτηση, αν και οι λέξεις θα λένε άλλο από αυτό που θα έλεγαν τα πράγματα αν είχαν φωνή. Ακόμα και αν είχαν φωνή, δεν θα είχαν χρόνο στη διάθεσή τους. Ό,τι υπήρξε στις δεκαετίες του βίου δεν διασώζεται στα λίγα χρόνια της διαδρομής προς την έξοδο. Πολύ περισσότερο όταν η έξοδος λάβει χώρα ταχύτερα. Η φωνή του θα είναι η περίληψη των πραγμάτων, όσων αναδυθούν και οι λέξεις τα προλάβουν. Θα ζήσουν όσο ζήσει ο ήχος και ο απόηχος της φωνής του. Αντιλαμβάνεται δηλαδή το αναπότρεπτο, το κοινώς λεγόμενο μοιραίο. Το αντιλαμβάνεται ως απολύτως υπάρχον. Δεν αντιλήφθηκε τα γεγονότα του βίου του. Έρχονταν ως να τα όριζε. Έρχονταν και παρέρχονταν ως αποφάσεις, ευκαιρίες. Περνούσαν από μέσα του. Περνούσαν και από πάνω του. Είχαν τη φωνή τους. Τη φωνή τους που εκείνος αντιλαμβανόταν πως ήταν η δική του φωνή. Δεν αντιλήφθηκε ότι δεν αντιλήφθηκε. Αν είχε αντιληφθεί, δεν θα ήταν ο διάκονος του τετελεσμένου παρελθόντος του. Δεν θα είχε τον τρόπο –τη δυνατότητα, ας πούμε– να το πει. Με τη δική του φωνή. Με την αυταπάτη πως είναι η δική του φωνή. Με την αυταπάτη πως έτσι μιλάει το παρελθόν. Τώρα που αντιλαμβάνεται πως δεν αντιλήφθηκε τα γεγονότα του βίου του, η βεβαιότητα του βίου του δεν είναι άλλη από το τέλος του. Από την έξοδο.

ΒΡΕΙΤΕ ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ Φίλιππου Δ. Δρακονταειδή ΣΤΟΝ ΙΑΝΟ.

ΙΚΕΑ
 

αυτόν τον μήνα οι εκδότες προτείνουν: